«1821-2021» Σούλι και Ελληνική Επανάσταση

0
4631

Γράφει ο Γρηγόρης Μαρτίνης

Τα «Χρονικά» παρακολουθούν με ενδιαφέρον κάθε τοπική και γενικότερη κίνηση και συμβάλλουν με τις δημοσιεύσεις τους στην ευρεία γνωστοποίησή τους στο κοινό της Δράμας.
Συμμετέχοντας στον κύκλο επετειακών και τιμητικών εκδηλώσεων για το 1821, η εφημερίδα δημοσιεύει την εργασία του κ. Γρηγόρη Μαρτίνη: «Σούλι και Ελληνική Επανάσταση».

 

Α. Επανάσταση 1821: Διάρκεια – προετοιμασία – έναρξη – προϋποθέσεις – σχεδιασμός.
Β. α. Εμφάνιση Σουλιωτών στην Θεσπρωτία – πολιτιστική τους ταυτότητα.
β. Αμυντικοί πόλεμοι κατά Οθωμανών.
γ. Σουλιώτες: Κύριο δομικό μέγεθος της Ελληνικής στρατιωτικής δύναμης σε όλη την διάρκεια της επανάστασης (1821-1829). (1)

 

Ένα θέμα μείζονος σημασίας για το νεότερο Ελληνισμό είναι η κάθε μορφής επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων κατά την διάρκεια των τεσσάρων περίπου αιώνων της Τουρκικής κατοχής. Φυσικά οι προσπάθειες αυτές δεν αποτελούσαν πάντα οργανωμένες επαναστάσεις. Ενίοτε είχαμε ένα απλό σχεδιασμό που δεν προχωρούσε σε υλοποίηση. Άλλοτε επρόκειτο για εκκλήσεις σε ξένους ηγεμόνες για σύναψη συμμαχιών ή ανάληψη πολεμικών επιχειρήσεων κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας που θα οδηγούσαν σε απελευθέρωση κάποιων περιοχών. Εκδηλώθηκαν βεβαίως και επαναστατικά κινήματα σε περιοχές της Δυτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου.
Η σημασία όλων αυτών των γεγονότων υπήρξε μεγάλη , όχι βεβαίως ως προς τα αποτελέσματα αλλά κυρίως γιατί διατηρούσαν άσβεστη τη θέληση και τα οράματα των Ελλήνων για απελευθέρωση. Μια σπίθα που θα γίνει πυρκαγιά το 1821,κατάληξη που αποτελεί την κορύφωση και την δικαίωση όλων των αγώνων και των θυσιών που προηγήθηκαν.
Κορυφαία θέση στους απελευθερωτικούς αγώνες του ελληνισμού για δύο περίπου αιώνες (4η δεκαετία 17ου αι.- 1829) κατέχουν οι Σουλιώτες που είναι και το θέμα αυτής της εργασίας. Βεβαίως όπως κατανοούμε -και ο τίτλος της ομιλίας δηλώνει το Σούλι εντάσσεται στα γενικότερα σύνολα που είναι η ιστορία του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού και η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Άρα η είσοδος μας σ’ αυτό θα γίνει με την μέθοδο της «παραγωγής» : θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο γενικό σύνολο που είναι η Επανάσταση – ενθυμούμενοι και την επέτειο των διακοσίων χρόνων και στη συνέχεια θα βρούμε και θα ακολουθήσουμε την γραμμή- το ρεύμα που μας οδηγεί στους Σουλιώτες .
Πρώτο σημείο που διευκρινίζεται εδώ είναι η απάντηση στο ερώτημα: πότε άρχισε και πότε τελείωσε η Ελληνική Επανάσταση. Δίνω αμέσως τα χρονικά όρια. Η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε στις 23 Φεβρουαρίου του 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο ποταμό και από το Ιάσιο της Μολδοβλαλίας απηύθυνε την επαναστατική του προκήρυξη (που είχε γραφεί την προηγούμενη μέρα) και άρχιζε με τη φράση: «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ένα μήνα περίπου αργότερα απελευθερώνεται η Καλαμάτα και στο αμέσως επόμενο διάστημα ακολουθούν επαναστατικές εξεγέρσεις στην Στερεά και το Αιγαίο.
Η επανάσταση τελειώνει με την μάχη στην Πέτρα της Βοιωτίας που διεξάγει ο Δημήτριος Υψηλάντης, αδελφός του Αλεξάνδρου στις 12 Σεπτ. του 1829. Άρα η διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων κράτησε 8 χρόνια και εξίμισι μήνες.
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1830 υπογράφεται το «πρωτόκολλο» του Λονδίνου με το οποίο δημιουργείται ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος. Συνεπώς το διάστημα ολοκλήρωσης της επανάστασης ανεβαίνει στα 8 χρόνια και λίγο παραπάνω από τους 11 μήνες, 9 περίπου χρόνια.
Οι δυο πρωταγωνιστές, τα αδέρφια Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης που στέκονται ως φωτεινοί πυλωροί στην αφετηρία και το τέλος της δραματικής εκείνης περιόδου, μόλις που πρόλαβαν να δουν τους κόπους και τις θυσίες τους να δικαιώνονται: ο Αλέξανδρος πέθανε το 1828 απ’ τις κακουχίες της φυλάκισής του στην Αυστρία. Ήταν μόλις 36 ετών. Όμως έμαθε ότι επελέγη ο Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας και αυτό τον έκανε να νιώσει πανευτυχής. Ο δεύτερος, ο Δημήτριος που πολέμησε στην Πελοπόννησο αρχικά, πεθαίνει κι εκείνος το 1833 σε ηλικίας 39 ετών. Φιλάσθενος και με ένα μόνιμο πρόβλημα υγείας – όμως πάντα στην πρώτη γραμμή του Αγώνα, δεν μπόρεσε να περάσει τον κύκλο των 40 χρόνων. Όμως είχε δημιουργηθεί ήδη το ελληνικό κράτος και το όνειρο ζωής γι’ αυτόν είχε υλοποιηθεί: τρείς πόλεις στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής , φέρουν προς τιμή των δυο ιδεαλιστών αγωνιστών την ονομασία «Υψηλάντης». Μια αναγνώριση πέραν των συνόρων με υψηλό συμβολισμό.
Δεύτερο ζήτημα που εκ των πραγμάτων πρέπει να συνεξετασθεί είναι το πόσο κράτησε η προετοιμασία της Επανάστασης. Υπήρξε διαδικασία και σχεδιασμός. Η αφετηρία πάει πίσω, 7 περίπου χρόνια: τον Σεπτέμβριο το 1814 Έλληνες της διασποράς, συνέλαβαν την ιδέα της απελευθέρωσης του Γένους με την δημιουργία μιας οργάνωσης που θα οδηγούσε σ’ αυτό και την ονόμασαν, «Φιλική Εταιρία». Ήταν 2 Ηπειρώτες, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (1790- 1851) με τον Νικόλαο Σκουφά (1779-1818) και τρίτος ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) από την Πάτμο. Ο πρώτος 24 ετών τότε, ήταν φοιτητής στο Παρίσι και πήγαινε να συναντήσει την οικογένειά του στην Μόσχα. Εκεί, στην Γαλλία , είχε συμμετάσχει σε μια ανάλογη οργάνωση , το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον». Οι άλλοι δυο ήταν έμποροι. Τρεις απλοί, ασήμαντοι θα λέγαμε Έλληνες ταξιδευμένοι, αφού δεν ήταν εξέχοντες οικονομικοί παράγοντες της περιοχής τους ή γενικότερα του Ελληνισμού, πήραν αυτήν την μεγαλειώδη απόφαση. Αν τους παρακολουθούσε ένας ειδικός πολιτικός αναλυτής που γνώριζε καλά την διαδικασία των κοινωνικοπολιτικών αλλαγών και εξελίξεων καθώς και των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την ολοκλήρωσή τους, στη συγκεκριμένη χρονική φάση, με συγκατάβαση θα αναρωτιόταν: «τί πάνε να κάνουν οι άνθρωποι αυτοί;» Ήταν κάτι το αδιανόητο: σκεφθείτε, (2) εγώ με δυο άλλους φίλους – εσείς, ο καθένας, με άλλους δυο συνεργάτες, αποφασίζετε να κάνετε μια εταιρία –μια ένωση – ένα σύλλογο- μια οργάνωση, που θα γκρεμίσει την κυριαρχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Ευρώπη, ή της Αμερικής στον κόσμο! Δεν θα μας έλεγαν όλοι ότι βρισκόμαστε εκτός τόπου και χρόνου; – Ασφαλώς ήταν μια τρέλα, στην καλύτερη εκτίμηση μια ουτοπία. Γι’ αυτούς τους τρεις μπορούμε να πούμε εκείνο που πέρασε στην πολιτική διακηρυγματική γλώσσα μετά τον Μάη του 68 στη Γαλλία -154 χρόνια αργότερα, σε όλους τους νέους που ήθελαν «να αλλάξουν τα πάντα»: «Ήταν ρεαλιστές, επεδίωξαν το αδύνατο»! και με τη γλώσσα του Τάσου Λειβαδίτη:
Πίστεψαν το απίστευτο που ήταν η πιο αληθινή τους ιστορία (3).
Και οι τρεις φιλικοί κατόρθωσαν να κλονίσουν την ισχύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Ειδικότερα η Επανάσταση λειτούργησε ως καταλύτης που οδήγησε στην διάλυση της ιερής συμμαχίας! Για τους νέους του 68 δεν ξέρω αν μπορούμε να πούμε το ίδιο: (4)
Τι διέθεταν λοιπόν οι τρεις; Όχι δυνάμεις, ούτε επαρκείς δυνατότητες. Κυρίως πίστη και άμετρο ενθουσιασμό. Μαζί όμως και τον μεθοδικό σχεδιασμό που ως έμποροι διέθεταν στην διοίκηση των επιχειρήσεών τους : Επιδεικνύουν λοιπόν μια αξιοπρόσεκτη οργανωτική σύλληψη και πρακτική. Βασική προϋπόθεση ήταν να μην αποκαλυφθεί στις αστυνομίες των ευρωπαϊκών κρατών και βεβαίως της Τουρκίας, τίποτα σχετικά με την οργάνωση. Τα καθεστώτα της Ευρώπης δεν ήθελαν καμία αλλαγή. Κύριο δόγμα της πολιτικής τους ήταν «η αρχή της, Νομιμότητας» που σήμαινε διατήρηση των status quo, δηλαδή όλων των απολυταρχικών καθεστώτων που ήταν βασίλεια και αυτοκρατορίες (5). Η πτώση ενός μονάρχη θα αποτελούσε κακό προηγούμενο για τους άλλους . Όλοι λοιπόν οι ηγεμόνες και ο Σουλτάνος έπρεπε να διατηρούν άθικτη την εξουσία τους.
Γι’ αυτό η φιλική Εταιρεία οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο που κανένα της μέλος δεν γνώριζε εκείνους που βρίσκονταν ψηλότερα στην ιεραρχία. Υπήρχε μια πυραμιδωτή οργάνωση με στεγανά. Και αν λοιπόν οι Τούρκοι συνελάμβαναν κάποιον, δεν γνώριζε και δεν ήταν δυνατόν να αποκαλύψει αρμόδιους και υπεύθυνους στη διοικητική δομή! Δεύτερο: η άρχουσα ομάδα δημιούργησε ένα κώδικα για να επικοινωνούν μεταξύ τους, τέτοιον που αν πάλι οι Τούρκοι συνελάμβαναν κάποιον απεσταλμένο με επιστολές που απευθύνονταν σε ένα ηγετικό στέλεχος, να μην μπορούν να εντοπίσουν συνωμοτική δραστηριότητα. Αναφέρω μερικά δείγματα αυτού του κώδικα:

Αγκάθι: ήταν ο Τούρκος και εν γένει ο εχθρός.
Άνθος: ο φίλος
Ευεργετικός: ο Καποδίστριας
Καλός: ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Κύκλωπας: ο κατάσκοπος
Ξύλινοι: οι Αμερικάνοι (οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής).
Παλαιότερος: ο πατριάρχης
Πατήρ: ο Ζώης Ζωσιμάς, ο μεγάλος Έλληνας Ηπειρώτης, ευεργέτης του Ελληνισμού που μαζί με τα αδέλφια του έκτισαν σχολεία και εκπαιδευτήρια (όπως την Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων). Ήταν αυτοί που χρηματοδοτούν τις εκδόσεις του Κοραή.
Πενθερός: Ο Αλή Πασάς
Προίκα: στρατιωτική βοήθεια
Φιλάνθρωπος: Ο τσάρος
Α. Β.: Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ
Α.Γ.: Ο Νικόλαος Σκουφάς
Α.Δ.: Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (6)

Όποιος γινόταν μέλος, ορκιζόταν «ενώπιον του αληθινού θεού ότι θέλει είναι επί ζωής πιστός εις την εταιρείαν κατά πάντα». Ο όρκος δινόταν σε ιερέα με τοποθέτηση του χεριού πάνω στο ευαγγέλιο. Και γνωρίζομε ότι ο όρκος εκείνη την εποχή αποτελούσε μια κορυφαία – υπαρξιακή δέσμευση.
Εντυπωσιακά όλ’ αυτά, θυμίζουν μια σύγχρονη κατασκοπευτική οργάνωση!
Στα επόμενα 6 χρόνια δεν έχομε κάποια εξέλιξη η πρωτοβουλία εκ μέρους της Φιλικής Εταιρίας. Είναι βέβαιο ότι η αναμονή κουράζει κάποιους, ενώ άλλοι όπως ο Νικόλας Σκουφάς, πέθαιναν. Το γεγονός συνέβη το 1818 όταν ήταν 38 χρονών. Ήταν λοιπόν επιβεβλημένο να υπάρξει κάποια δράση πριν το κίνημα αρχίσει να φυλλορροεί. Έτσι το 1820 ο Ξάνθης πάει στη Μόσχα και ζήτησε συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Εκείνος τον δέχθηκε και ο κορυφαίος φιλικός αφού τον εξέθεσε το όλο ζήτημα του πρότεινε να αναλάβει την αρχηγία της οργάνωσης και την ευθύνη κήρυξης της επανάστασης. Ο Καποδίστριας που είχε πλήρη εικόνα του δυσμενούς κλίματος έναντι κάθε επαναστατικής κίνησης που θα εκδηλωνόταν στην Ευρώπη αρνήθηκε. Ήταν άλλωστε υπουργός του τσάρου. Ο Αυτοκράτοτας όπως είπαμε δεν ήθελε σε καμία περίπτωση την κήρυξη ενός τέτοιου κινήματος, πίσω απ’ το οποίο μπορούσαν, οι ευρωπαίοι ηγεμόνες να θεωρήσουν ότι βρισκόταν εκείνος (7). Όμως δεν τον αποθάρρυνε και έμμεσα υπέδειξε την αναζήτηση του προσώπου που ζητούσαν, στον κύκλο των σημαντικών Ελλήνων της Μόσχας: «Αν οι αρχηγοί γνωρίζουν άλλα μέσα δια να επιτύχουν του σκοπού των, ας τα μεταχειρισθούν και εύχομαι ο θεός να τους βοηθήσει» (8).
Ο Ξάνθος τότε στράφηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη: Αξιωματικός του Τσάρου από σημαντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης με ρίζες Βυζαντινές – μάλιστα τα μέλη της είχαν και τον τίτλο του « πρίγκιπα». Εκείνος όχι μόνο αποδέχθηκε αλλά θεώρησε την πρόταση εξόχως τιμητική. Έτσι άρχισε η μεγάλη πορεία των Ελλήνων προς την ελευθερία.
Είδαμε ότι η ίδρυση της Φιλικής Εταιρίας, είτε ως προς τις καταβολές της είτε ως προς τον τελικό στόχο είχε μια διάσταση ουτοπική: τώρα που παίρνεται η απόφαση για έναρξη της επανάστασης, πόσο καλύτερα είναι τα πράγματα; Ποιές ήταν οι δυνάμεις, αυτών που αναλαμβάνουν την τιτάνια εκείνη προσπάθεια;
Στην Πελοπόννησο τα πράγματα δεν ήταν αισιόδοξα: κλέφτες δεν υπήρχαν. Από το 1805 που υπέστησαν απηνή διωγμό, είχαν αποσυρθεί σχεδόν όλοι. Ό ίδιος ο Κολοκοτρώνης ζούσε στη Ζάκυνθο. Βεβαίως υπήρχε η Μάνη, και οι Φιλικοί στήριζαν πολλά σ’ αυτή. Όμως ο στρατός που η περιοχή αυτή διέθετε, είχε κύριο στόχο την άμυνα του τόπου και δεν είχε αναλάβει επιχειρήσεις εκτός των ορίων της. Άρα αποτελούσε μια δυνατότητα αλλά με όχι μεγάλες προοπτικές την στιγμή που η Τρίπολη ήταν η έδρα ενός πολύ ισχυρού πασαλικιού.
Στη Στερεά τα πράγματα ήταν καλύτερα: εκεί υπήρχε παράδοση κλεφταρματωλικής δράσης και οπλαρχηγοί που διέθεταν πείρα πολεμική, ενώ άλλοι είχαν εκπαιδευτεί στην αυλή του Αλή πασά και είχαν γνώση στη χρήση των όπλων και την οργάνωση των επιχειρήσεων (Ανδρούτσος- Πανουργιάς). Ωστόσο το δεδο-μένο αυτό δεν μπορούσε να υπερεκτιμηθεί.
• Μια σημαντική στρατιωτική προσωπικότητα με δράση επαναστατική ήταν ο Γεωργάκης Ολύμπιος που ζούσε στην Μολδοβλαχία.
• Ο εμπορικός στόλος αποτελούσε επίσης μια δυνατότητα καθώς κινούταν σε όλη την Μεσόγειο. Πάνω στα καράβια οι πλοιοκτήτες είχαν βάλει μικρής εμβέλειας πυροβόλα για αντιμετώπιση των πειρατών. Αν έμπαιναν μεγαλύτερα κανόνια και συνεννοούνταν οι «εφοπλιστές» της Υδρας – Σπετσών – Ψαρών και Σάμου να συμμετάσχουν στον Αγώνα, υφίστατο μια σημαντική δυνατότητα. Διατυπώθηκε μάλιστα η πρόταση να υπάρξει αποκλεισμός των μικρασιατικών παραλίων μέχρι την Συρία για να μην μπορούν οι δυνάμεις των Τούρκων στον ελλαδικό χώρο να ενισχύονται απ’ τη θάλασσα. Όμως και η συνεννόηση αυτή δεν ήταν εύκολη και οι απαιτούμενες δαπάνες πολύ υψηλές. Η εν γένει συντήρηση ενός πολεμικού καραβιού ήταν δαπανηρή.
Κάποιες άλλες προτάσεις όπως:
-οργάνωση και έκρηξη κινήματος στην Κων/πολη και πυρπόληση ή κατάληψη του Τουρκικού στόλου από τους έλληνες ναύτες των πλοίων,
-πρόσκληση ελλήνων στρατιωτών που υπηρετούσαν στον στρατό της Αιγύπτου και της Νεαπόλεως,
-Εφοδιασμός με τρόφιμα από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου, Κυπριανό,
-Συγκέντρωση προσφορών από πλούσιους Έλληνες της Αιγύπτου
-Προσέγγιση των Μωχάμετ Άλυ, Σέρβων και Αλβανών για κοινή δράση, δεν καρποφόρησαν.(8)
ΤΟ ΜΟΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΣΩΜΑ που ήδη δρούσε στην Ήπειρο και είχε σημαντικές επιτυχίες τέλη του 1830 ήταν οι Σουλιώτες. Να λοιπόν το φωτεινό μονοπάτι που μας οδηγεί από την Επανάσταση, στο Σούλι.

***

Β. α. Τον αρχικό πυρήνα του πληθυσμού του Σουλίου αποτέλεσε μια ομάδα που κατέβηκε από το Αργυρόκαστρο και την Χειμάρρα- περιοχή που επικρατούσε το Ελληνικό στοιχείο, στα Νότιο ανατολικά όρια της χώρας των Γκέγκηδων. Εκεί μιλούσαν το «Νότιο ιδίωμα της Ελληνικής γλώσσας» γλωσσική μορφή του υφίστατο στο χωριό Ανθούσα Θεσπρωτίας μέχρι το 1960 (9). Το εκπληκτικό γνώρισμα της «Αρβανίτικης» αυτής διαλέκτου είναι η αρχαιοελληνική γενικότερα και ομηρική θεματική ρίζα πολλών λέξεων:

Άρα (χωράφι) – άρουρα
Βάλτ (λάσπη)- βάλτος
Βαρ (τάφος) – βάραθρον
Ερετ (σκοτεινιάζει)- έρεβος
Κάλη (άλογο) – Κέλης
Κρήε (κεφάλι)- Κάρη- κάρα
Κύε (σκυλί) – κύων
Μ’ δούκετ (μου φαίνεται) – μοι δοκεί. (Στο χωριό μου Πολύδροσο Σουλίου, το «δοκήθηκα» σημαίνει, αντελήφθηκα).
Μιτάρ (νήμα) – μίτος (το «μιτάρι» και το «στημόνι» είναι μέρη του αργαλειού).
Μυ (ποντίκι) – μυς
Πουν (εργασία) – πόνος.
Ρεϊ (κάθομαι) – ερείδομαι
Ρων (ζω- είμαι δυνατός) ρώννυμι,
Χέλκ (τραβώ) – έλκω (10)

Ο προσδιορισμός «Αρβανίτες» δεν είναι στοιχείο εθνικής ταυτότητας αλλά γεωγραφικής προέλευσης. Είναι όλοι εκείνοι που προήλθαν απ’ το χώρο της Βορείου Ηπείρου και Αλβανίας. Να προσθέσω ότι μαρτυρείται περιοχή «Άρβανον» στο χώρο της σημερινής Αλβανίας όπως αναφέρει η Άννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα». Αντίστοιχα ο Μιχαήλ Ατταλειάτης (11ος αι.) ξεχωρίζει Αρβανίτες και Αλβανούς τους οποίους κάποιοι λανθασμένα ταύτισαν και δίνει μάλιστα την πληροφορία ότι οι πρώτοι ήταν υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.
Η μετοικεσία που αναφέρεται γίνεται κατά μια ιστορική συγκυρία, που δεν συνιστά βεβαίως ιστορικό ντουκουμέντο αλλά στοιχείο που διεγείρει την φαντασία του ερευνητή και του αναγνώστη- ακροατή, στο μέσον της μεγάλης τουρκικής κατοχής των 36-37 δεκαετιών απ’ το 1453 μέχρι το 1821: Περίπου το 1635-38: 1453+ 184= (+.-) 1637 / 1821-184 =(+,-) 1637!
Oι λόγοι που την προκάλεσαν είναι τόσο πολιτικοί όσο και θρησκευτικοί: τον 17ο αι. η Οθωμανική Αυτοκρατορία εγκαταλείπει βαθμιαία την παροχή προνομίων στον ορθόδοξο πληθυσμό και ακολουθεί πολιτική βίαιων εξισλαμισμών. Η τακτική αυτή θα εφαρμοσθεί περισσότερο στον Βορειοδυτικό Ελλαδικό χώρο και την Αλβανία όπου οι παρεμβάσεις των Βενετών και των Δυτικοευρωπαίων δημιουργούσαν προβλήματα στην Τουρκία. Οι Αλβανοί μη διαθέτοντας ισχυρές πολιτιστικές καταβολές (δεν είχαν καν γραπτή γλώσσα) εξισλαμίζονται βαθμιαία, έτσι που μιλάμε πλέον για «τουρκαλβανούς». Οι Έλληνες αντιδρούν, με αποτέλεσμα την εμφάνιση νεομαρτύρων απ’ τη μια {η εξέλιξη αυτή θα φθάσει μέχρι τους «παπάδες απ’ τη Σωπική (1775) και τον Κοσμά τον Αιτωλό (1779)}. Και την κάθοδο προς Νότο αφού τώρα πέραν των Τούρκων δέχονται και την πίεση των γηγενών Αλβανών. Έτσι η ομάδα που αναφέραμε θα βρεθεί στις παρυφές των κάμπων της Θεσπρωτίας και της Πρέβεζας.
Οι νεοφερμένοι είναι δύσκολο να εγκατασταθούν στα εύφορα εδάφη αφού η Τουρκική παρουσία είναι ισχυρή: Αποσύρονται στα ημιορεινά πάνω απ’ την Παραμυθιά – όρη της Κασωπίας. Εκ των πραγμάτων η οικονομία τους είναι κυρίως ποιμενική (11) αφού τα εδάφη για καλλιέργεια είναι ελάχιστα κάτι που συμβαίνει σε πολλά χωριά Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων. Όμως η διαβίωσή τους συνδυάζεται και με αντίσταση σε όσους θέλουν να τους εκτοπίσουν. Άλλωστε είχαν και όπλα, στοιχείο που συχνά τους έδινε την δυνατότητα όχι μόνον να αμύνονται αλλά και να πραγματοποιούν επιθετικές επιχειρήσεις όπου οι συνθήκες ευνοούσαν. Έτσι επιδίδονται και σε αρπαγές ενισχύοντας τις προϋποθέσεις επιβίωσης τους. Βεβαίως η ληστεία δεν μπορεί να αποτελέσει μόνιμη και σταθερή πηγή εισοδημάτων. Ο καινούριος εκείνος πληθυσμιακός και πολιτικός παράγοντας προχώρησε σε μια μέθοδο που για πρώτη φορά υλοποιείται και συνδέεται με το φορολογικό σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας εκείνη την περίοδο: το Τουρκικό κράτος ακολουθούσε την φοροεισπρακτική μέθοδο «μουκατά» mukataa (12): επειδή δεν διέθετε επαρκείς φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς, ανέθετε το έργο της συγκέντρωσης των φόρων σε ιδιώτες «εκμισθωτές φόρων». Αυτοί προκατέβαλλαν εφάπαξ το ποσό που το κράτος υπολόγιζε να εισπράξει από την περιοχή που τους παραχωρούσε, με κάποια προβλεπόμενη έκπτωση. Στη συνέχεια οι «εταιρείες» αυτές μετακινούνται στις περιφέρειες που τους αναλογούσε και εισέπρατταν τον αρχικό φόρο. Καθώς όμως διέθεταν και στρατιωτική φρουρά, συχνά επέβαλαν και προσπορίζονταν ποσά πέραν των νομίμων ορίων. Οι υπερβάσεις αυτές συσσωρεύονταν στους ραγιάδες με αποτέλεσμα η ζωή τους να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Οι κατά καιρούς διαμαρτυρίες των υφιστάμενων την αδικία δεν είχαν κατά κανόνα αποτελέσματα. Κάποιες φορές οι κάτοικοι απευθύνονται σε κλέφτες της περιοχής τους που εξόντωναν τέτοιους τυραννίσκους. Οι νέοι τώρα έποικοι που αναφέραμε εκτίμησαν ότι μπορούν να διώξουν και να υποκαταστήσουν τους Τούρκους φοροεισπράκτορες. Έρχονται σε συμφωνία με ντόπιους παράγοντες και εισπράττουν αυτοί ένα λογικό και προσυμφωνημένο φόρο χωρίς άδικες προσαυξήσεις. Όταν εμφανίστηκαν εκπρόσωποι της οθωμανικής οικονομικής υπηρεσίας, τους έδιωξαν. Οι ίδιοι, μη έχοντας ανάγκη να εργάζονται, αφού συντηρούνται απ’ τους φόρους που εισέπρατταν, ασχολούνται κυρίως με την στρατιωτική εκπαίδευση. Επιβάλλονται βεβαίως με την ισχύ, όμως ενίοτε όταν υπήρχαν δυσκολίες ανυπέρβλητες, απέναντι στην τουρκική πίεση, δέχονταν προσωρινά να καταβάλλουν κάποιον φόρο σε ένα σπαχή στα Γιάννενα (13). Αυτό βεβαίως ήταν περιστασιακό και γρήγορα παραβιαζόταν.
Για να ενισχύσουν τη θέση τους επιλέγουν σημεία για μόνιμη εγκατάσταση στα ακόμη υψηλότερα μέρη σχεδιάζοντας και υλοποιώντας μια αμυντική τακτική με καλή μελέτη του χώρου, επισήμανση σημείων που αποτελούν φυσικά οχυρά, εντοπισμό δρόμων μονοπατιών- ρευμάτων- γκρεμών- δασωμένων εκτάσεων. Ο σχεδιασμός τους περιλαμβάνει κι εκείνες τις οδικές αρτηρίες μέσω των οποίων επικοινωνούν με τα λιμάνια και τα φρούρια του Ιονίου και τις Βενετικές κτήσεις απ’ όπου προμηθεύονται τρόφιμα και πολεμοφόδια.
Βαθμιαία κοντά στην αρχική, ομάδα έρχονται και άλλοι Θεσπρωτοί που βλέπουν ότι μπορεί να υφίσταται μια πολιτεία των βουνών απαλλαγμένη από την τουρκική βία και κατοχή. Έτσι θα βρεθούν εκεί οι:
• Μποτσαραίοι από την Δράγανη (σημερινή Αμπελιά)
• Οι Δαγκλαίοι, από το Κανελλάκι.
• Οι Ζερβαίοι, από το Ζερβό της Άρτας
• Οι Δρακαίοι, από την Μάρτανη και Λάμαρη (14)
Το βουνό ονομάσθηκε «Σούλι». Κατά τον Περραιβό που έζησε ένα διάστημα εκεί και ρώτησε γέρους Σουλιώτες οι οποίοι γεννήθηκαν γύρω στο 1780 ενώ οι παππούδες κάποιων απ’ αυτούς τον προηγούμενο αιώνα – όταν έγινε και η αρχική εγκατάσταση, η ονομασία προήλθε από κάποιον τουρκαλβό, Σούλιο που σκότωσαν εκεί, οι αμυνόμενοι κάτοικοι του τόπου. Θεωρώ την ερμηνεία αυτή την επικρατέστερη (υπάρχουν και άλλες). Και έχει μεγάλη σημασία τί λένε οι ίδιοι οι ντόπιοι κάτοικοι ενός τόπου για την πατρίδα τους παρά οποιοιδήποτε άλλοι θεωρητικοί (15). Ο Φώτος Τζαβέλλας στο «Ημερολόγιο» του (στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια ) όταν αναφέρεται στη γενέτειρα του χρησιμοποιεί την έκφραση «στου Σούλι». Αλλά και η Ειρήνη Κολιούση κατέγραψε Σοτυλιώτικο τραγούδι στο οποίο διατηρείται η ονομασία εκείνη: «τί έχουν του Σούλι τα βουνά» (16): Ο Σούλι(ος), του Σούλι(ου).
Οι Σουλιώτες είχαν μια ιδιότυπη πολιτική οργάνωση που επινόησαν οι ίδιοι και βασιζόταν στην οικογενειοκρατία. Υπήρχαν περίπου 47 ευρείες οικογένειες στα χωριά του Σουλίου. Κάθε τέτοια οικογένεια («φάρα» ή πατριά) είχε δικό της αρχηγό του οποίου το αξίωμα ήταν κληρονομικό και περνούσε απ’ το πατέρα στον πρωτότοκο γιο. Όλοι αυτοί συγκροτούσαν το συμβούλιο που διοικούσε το Σούλι και ονομαζόταν «Γενικό Συνέδριο». Σ’ αυτό μπορούσε να συμμετάσχει και όποιος διακρινόταν στις μάχες άρα γινόταν μέλος «επ’ ανδραγαθία». Το όργανο αυτό αποφάσιζε για πόλεμο, ειρήνη ή συμμαχίες και για ό,τι άλλο σημαντικό ζήτημα προέκυπτε. Δεν υπήρχε συνεπώς ένας ηγεμόνας όπως συνέβαινε τότε σε όλες τις χώρες της Ευρώπης αλλά και στην αυτόνομη περιοχή της Μάνης όπου προϊστάμενος ήταν «μπέης».
Για την απόδοση δικαιοσύνης υπήρχε ένα δεύτερο όργανο το «κριτήριο της πατρίδας».
Αρχιστράτηγος που τον αποκαλούσαν «πολέμαρχο» αναλάμβανε ο πιο γενναίος (κα-τά τεκμήριο) απ’ τους οπλαρχη-γούς.
Ιδρύθηκαν αρχικά τα 4 χωριά το «τετραχώρι». Το Σούλι η Κιάφα, η Σαμονίβα και ο Αβαρίκος. Στη συνέχεια ο αριθμός τους έγινε 7, «εφταχώρι». Αργότερα σε κάποια φάση ο αριθμός τους ανεβαίνει τα 60! Έτσι μιλάμε για μια συμπολιτεία που συνθέτουν οι Σουλιώτες και η Παρασουλιώτες. Στη φάση της ακμής του το Σούλι έχει 10.000 με 12.000 πληθυσμό και 2.500 περίπου ενόπλους άριστα εκπαιδευμένους στον καταδρομικό πόλεμο, κάτι ανάλογο με τους σημερινούς Λόχους ορεινών καταδρομών (ΛΟΚ). Συνήθως με νυχτερινές πορείες που κρατούσαν ώρες έφτασαν στον στόχο τους, κοιμόνταν κρυμμένοι την ερχόμενη μέρα και πραγματοποιούσαν επίθεση την επόμενη νύχτα. Αυτή η επιθετική τακτική και ο τρόμος που προκαλούσε στους υφιστάμενους την επίθεση παρέλυε κάθε προσπάθεια αντίστασης και οδηγούσε στη φυγή. Για να αποφεύγονται αλληλοσκοτωμοί στο σκοτάδι χρησιμοποιούσαν σύνθημα και παρασύνθημα, όπως συμβαίνει στους σύγχρονους στρατούς:

Παραδείγματα:
α. 1- Ποιος είσαι;
2- Στουρνάρι.
β. 1- Καστρινός
– Λογγίσιος (από τη λέξη «λόγγος» που σημαίνει δάσος).

Αντιπροσωπευτικά βαπτιστικά ονόματα Σουλιωτών, ήταν:
Αθανάσιος, τον αποκαλούσαν Νάση. Ο Βλαχογιάννης στο διήγημα του «Η Σουλιωτοπούλα» παρουσιάζει ένα Σουλιώτη Νάση, που είναι στο ταμπούρι του και πολεμάει ολημερίς.
Αναστάσιος – Τάσ(ι)ος – Τάσης
Βασίλειος
Γεώργιος
Δέσπω
Διαμαντής
Δημήτριος (χαϊδευτικά του αποκαλούσαν «Τούσια»).
Ευάγγελος (Γκέλης)
Ευαγγελία (Βαγγελή)
Ζυγούρης (Από το δίχρονο αρνί που στην Ήπειρο το λένε ζυγούρι. Αντίστοιχα το δίχρονο κατσίκι αποκαλείται «βετούλι» και το μοσχάρι, «δαμάλι»).
Ιωάννης
Κυριάκος (έγινε Κίτσος η Κιτσάκης)
Κωνσταντίνος
Λάμπρος
Λάμπη (είναι η Λαμπρινή. Στο διήγημα του Γ. Βλαχογιάννη που παρουσιάσαμε πριν, η αδελφή του Νάση είναι η Λάμπη).
Λένη (Ελένη)
Μαρία
Μάρκος
Μόσχο
Νικόλαος
Παναγιώτης (τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά Νότη ή Γιώτη)
Σπυρίδων ( το όνομα έγινε «πύλιος») (17)
Φώτιος – Φώτος
Χάϊδω
Χρήστος (έγινε Κίτσος)

ΕΠΩΝΥΜΑ οικογενειών (φάρες), προήλθαν από αντίστοιχα ονόματα και χρησιμοποιούνταν στον πληθυντικό. Παραθέτω ένα ενδεικτικό όχι ασφαλώς πλήρη κατάλογο:
Οικογένεια:
Βέλη η Βέλιου – Βελιάτες.
Βέϊκου – Βεϊκαίοι
Γκιώνη – Γκιώνηδες
Δαγκλή – Δαγκλαίοι, Δαγκλιάτες( το επώνυμο θα το βρούμε και ως Νταγκλής- Νταγκλήδες)
Και αντίστοιχα με τους:
Δράκος
Ζέρβας
Ζάρπας
Ζορμπάς
Καλόγερος – Καλογήρου
Καραμπίνας
Κάσκαρης
Κασμάς –
Καλησπεράτης
Κίσσας
Κολέτσης
Κολιός
Κολιοδημήτρης
Κουτσονίκας
Λάμπρου
Λιώλιος
Μαλάμος
Μάντζιος
Μάρας
Μπέκας ή Μπέκος
Μπότσαρης
Μπούζας
Μπούσμπας
Νίκας
Πανταζής
Πανομάρας
Σέχος
Σούκας
Τζαβέλλας (αρχικό επώνυμο
Παπαζάχος → Παπαζαχάτες)
Τζήρας
Τζίμας
Τζιώρτσζης
Τόκας
Τζίπης
Φώτος
Φωτομάρας

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας αναφέρει ότι «Το Σούλι έχει Γραίκους πολεμιστές που μάχονται τους Τουρκαλβανούς για πολλά χρόνια» (18). Ο Βελή- πασάς αποκαλεί τους Σουλιώτες «Ρωμιούς» και «Ρωμέγους» (19). Ένας εγγονός επίσης του Αλή Πασά, «οργίζεται γιατί οι Σουλιώτες θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες Χριστιανούς και προκάλεσαν επιθέσεις κατά τον παππού του» (20α). Ο αξιωματικός του Αλή- πασά, Μπεκιρ Τζογαδόρος (που αργότερα θα τον εγκαταλείψει κι θα περάσει στο σουλτανικό στρατόπεδο), του συνιστά, για να αποκτήσει την εμπιστοσύνη των Σουλιωτών, να φροντίσει να έχουν πάντα ένα παπά ώστε να τελούν τις θρησκευτικές τους τελετές και καθήκοντα: «Εφένδη μου, δόστους τι έναν παπάν, ότι οι Ρομέγη χωρίς παπάν δεν γκάμουν» (20β). Οι ίδιοι απευθύνονται στους τούρκους ως Έλληνες (21) και έχουν συνείδηση της Ελληνικής Εθνικής τους ταυτότητας (22)
Οι Σουλιώτες μιλούσαν και Νεοελληνικά και Αρβανίτικα, έγραφαν βεβαίως στα ελληνικά.

Από την τελευταία δεκαετία του 19ου αι. ένα πολύτιμο γλωσσικό τεκμήριο είναι το «ημερολόγιο» του Φώτου Τζαβέλα που γράφηκε το 1792 ή λίγο αργότερα (23). Μια σύγκριση με τον τρόπο που μιλούσαμε στο χωριό μου, (Πολύδροσο Σουλίου) και την υπόλοιπη Θεσπρωτία, δείχνει ότι υφίσταται ένα ενιαίο γλωσικό πεδίο στην περιοχή:

• Φλεβαρίου 14: Έτσι έλεγαν τον Φεβρουάριο οι μεγαλύτεροι: Φλεβάρης
• Κριάς: το κρέας
• Μαρμάγκα: η αράχνη
• Νομάτοι: άτομα
• Σκαπετήσαμαν: απομακρυνθήκαμε, χαθήκαμε στο βάθος του δρόμου (α΄ πληθυντικό αορίστου)
• Πουρνό: το χάραμα
• Κάτζε: κάτσε. Τον ίδιο τύπο, χρησιμοποιεί και ο Μακρυγιάννης: «Κακή τύχη να τζακιστούμε…» (επιστολή στον Ι. Καποδίστρια)
• Σύρε: πήγαινε
• Σώσαμεν: φτάσαμε
• Γιώμα (και γιόμα): το τμήμα της μέρας από το πρωί μέχρι το μεσημέρι- το γεύμα του μεσημεριού.
• Τους χάλεψε: τους γύρεψε, τους έψαξε
• Τετράδη: η Τετάρτη
• Πέφτη: η Πέμπτη
• Χωρ(γ)ια: ξεχωριστά
• Πάλε: πάλι
• Θεριστής: ο Ιούνιος
• Σκιάζονται: φοβούνται
• Αποκρέψαμαν: α΄ πληθυντικό αορίστου.
• Έρθαμαν: ήρθαμε
• Ηύρα- ηύραμαν: βρήκα-βρήκαμε (εδώ έχομε τον β΄ αόριστο του ευρίσκω).
• Ήφερε- έφερε
• Έπιακα – έπτιασα (αόριστος)
• Απόλυκε: τελείωσε – Στο χωριό μου λέγαμε: «Απόλυκε η εκκλησιά»:
τελείωσε η λειτουργία.
● Να πάμε να πάρομε- και τους πιάνομε: η κατάληξη στο 1ο πληθυντικό της ενεργητικής φωνής ήταν και είναι – ομε, όχι –ουμε. Τον δεύτερο τύπο τον έμαθα όταν πήγα στο Γυμνάσιο και διδάχθηκα την «Νεοελληνική Γραμματική» του Μ. Τριανταφυλλίδη, στην οποία βεβαίως αναφέρονται και οι δυο τύποι).

Τα ήθη των Σουλιωτών ήταν αυστηρά και δεν επιτρέπονταν χαλαρότητα και εκτροπές. Όσοι παραβίαζαν τους κανόνες της Σουλιώτικης κοινωνίας, υφίσταντο τιμωρίες και ποινές.
Οι γυναίκες είχαν σημαντική θέση στη ζωή του Σουλίου και οι άντρες τις αντιμετώπιζαν με σεβασμό και εκτίμηση. Συμμετείχαν στους αγώνες κατά των Τουρκαλβανών που επιτίθονταν στο Σούλι, μαζί με τους μαχητές άντρες και στα Σουλιώτικα τραγούδια εξυμνείται αυτή η γενναιότητα και η παρουσία τους στην πρώτη γραμμή των μαχών.
Στη Σουλιώτικη πολιτεία τιμώνταν ιδιαίτερα όσοι ξεχώριζαν στον πόλεμο ενώ γίνονταν αντικείμενο περιφρόνησης όσοι από φόβο υποχωρούσαν για να σωθούν. Γι’ αυτό και οι γονείς γενναίων «ηρώων» Σουλιωτών συνήθιζαν να υπερηφανεύονται και να λένε: «ευχαριστώ τον θεό γιατί το παιδί μου σκοτώθηκε ή τραυματίσθηκε στη μάχη και δεν χτυπήθηκε στην πλάτη» (24). Γενικά χαρακτηρίζονται γενναίοι, ριψοκίνδυνοι και φιλελεύθεροι.
Δεν κουρεύονταν.
Τα ρούχα των γυναικών ήταν κατασκευασμένα με το χέρι και είχαν γαϊτάνι και άλλα στολίδια. Στο στήθος έβαζαν ασημένια κοσμήματα, όχι μόνον οι γυναίκες αλλά και οι άντρες (τσιαπράζια). Ο Ιταλός περιηγητής Ιωσήφ Πέκκιος μας δίνει μια περιγραφή που συμπληρώνει όσα αναφέρθηκαν. «Καλοκαμωμένοι καθ’ όλα, γενναίοι σαν λιοντάρια και ευκίνητοι σαν τραγιά. Είδα τους περήφανους γρεναδιέρους του Ναπολέοντα και γνωρίζω τις περήφανες Αγγλικές φρουρές. Μα μου φαίνεται πως οι Σουλιώτες τους ξεπερνούν κι εκείνους κι αυτούς (25)
Τα τραγούδια και οι χοροί τους, όμοιοι με της υπόλοιπη Θεσπρωτίας, αποτελούν ένα αρμονικό μέρος του μελωδικού δημοτικού Ηπειρώτικου λόγου στο φάσμα της ενιαίας Νεοελληνικής λαϊκής Παράδοσης. Στη διδακτορική διατριβή της Ειρήνης Κολιούση, βλέπομε όχι μόνο το κείμενο Σουλιώτικων τραγουδιών αλλά και της μουσική τους αφού η ερευνήτρια φρόντισε να μας δώσει και τις παρτιτούρες τους! Έχομε λοιπόν εκεί τους χορούς:
* «Συρτός στα τρία»: ο πιο απλός χορός της Ηπείρου που αποτελεί το πρώτο (εισαγωγικό) βήμα σε όσους θέλουν να γνωρίσουν την Ηπειρωτική χορευτική παράδοση: «τρία μπαϊράκια».
*«Συρτός στα δύο» ή «μέσα-έξω»: ή κλειδωτός
«Τσάμικος»: «Στο Σούλι βγαίνει ο Αυγερινός». Αυθεντικός- Ηπειρώτικός χορός που πήρε την ονομασία, απ’ την περιοχή που διαρρέει ο Θύαμης ποταμός ( Καλαμάς) της Δυτικής Ηπείρου: Θύαμις → Θυάμης → τσιάμης τσιάμικος→ (Στην περιοχή μας μετά το δεύτερο γράμμα προσθέτομε και το –ι)
* «Στη βρύση στα Τσερίτσιανα»: Μεικτός χορός: ξεκινάει ως συρτός στα τρία και μεταβάλλεται σε συρτό στα δύο «κλειδωτός». Αναφέρεται στον πόλεμο Σουλιωτών – Αλή Πασά, του 1792 (δες και σελ.31)
*«Μαύρο πουλάκι ξέβγαινε». Τσάμικος ιδιότυπος. Ένας ανάλογος χορός, γνωστός σε όλη την Ήπειρο είναι ο: «Ξύπνα περδικομάτα μου». Τελειώνει με γύρισμα σε τσάμικο κοφτό όπως συμβαίνει και σε άλλα Ηπειρώτικα τραγούδια.
* Καθιστικά τραγούδια: Δεν χορεύονταν. Τα τραγουδούσαν μετά το φαγητό καθισμένοι στο τραπέζι. Γι’ αυτό τα έλεγαν και «τραγούδια της Τάβλας»:
«Της Λένης του Μπότσαρη» «της Δέσπως» (Αχός βαρύς ακούγεται, «κορίτσια από τα Γιάννενα (της Τζαβέλλαινας)».

Β.β Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Ν. Δ. Ήπειρο απασχόλησε την τουρκική Διοίκηση άμεσα με την εκδήλωση κάποιων ενεργειών που θα χαρακτηρίζαμε ως ανταρσία. Όταν μάλιστα σημειώθηκαν κάποιες επιδρομές στα τουρκοχώρια του κάμπου, εκτιμήθηκε ότι πρέπει το ζήτημα να αντιμετωπισθεί άμεσα. Έτσι λοιπόν τουρκοαλβανική δύναμη, επιχειρεί να τους υποτάξει, πριν την συμπλήρωση της 4ης δεκαετίας του 17η αιώνα. Άλλωστε βρισκόμαστε 25-30 χρόνια μετά τα δραματικά γεγονότα της επανάστασης του Διονύσιου του Φιλόσοφου και κάθε κίνηση που μπορούσε να οδηγήσει σε εξέγερση των ραγιάδων αντιμετωπίζεται δυναμικά. Οι Τούρκοι επικεφαλής υποτίμησαν φαίνεται την ικανότητα των Σουλιωτών να διεξάγουν πόλεμο με ένα αντίπαλο πολυπληθές στρατιωτικό σώμα. Περ’ απ’ αυτά δεν γνωρίζουν καλά τα περάσματα όπως και τα επικίνδυνα σημεία, ούτε εκείνα που παρουσίαζαν πλεονεκτήματα μιας επιτυχούς δράσης. Αντίθετα οι Σουλιώτες ήταν άριστοι γνώστες του χώρου και μην περιμένοντας των εισβολέα αναλαμβάνουν σφοδρή επίθεση. Βρίσκονταν άλλωστε σε πλεονεκτική θέση αφού οι επιτιθέμενοι έπρεπε να ανέβουν πλαγιές ανηφορικές, ενώ οι ίδιοι είχαν κατήφορο και χρησιμοποιώντας ως όπλα ακόμη και βράχους, κέρδισαν τη μάχη (27).
Το γεγονός προκάλεσε έκπληξη στους πάντες και ανησυχία στους Τούρκους. Οι Σουλιώτες με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση, συγκροτούν νέες ακόμη πιο αξιόμαχες μονάδες. Κτίζουν παράλληλα παρατηρητήρια και φρούρια όπου τοποθετούν φρουρές.
Η φήμη τους φτάνει στους Βενετούς που τους προσεγγίζουν. Έτσι τους βλέπουμε να παίρνουν μέρος στον τουρκοβενετικό πόλεμο της περιόδου 1684-1694 (27).
-Τα γεγονότα αυτά δεν άφησαν πια αμφιβολίες στους Τούρκους: οι Σουλιώτες δεν είναι απλά μια περιοχή που αυθαιρετεί και μπορεί να στηρίζει την επιλογή της αυτή με τα όπλα, αλλά καθώς έρχεται σε συνεννόηση με μια Ευρωπαϊκή δύναμη (την Βενετία) μπορεί να εξελιχθεί σε μέγιστο πρόβλημα. Έτσι, το 1721, ο πασάς των Ιωαννίνων Χατζή Αχμέτ σχεδιάζει επιχείρηση για την εκδίωξη τους. Ο Αχμέτ, ανήκει στην οικογένεια των Ασλάν πασά που είχε εξουδετερώσει πριν ένα αιώνα την επανάσταση του Διονύσιου του Φιλόσοφου, Με 8.000 στρατό, κινείται κατά του ορεινού όγκου υποθέτοντας ότι και μόνο το μέγεθος της δύναμης αυτής θα οδηγήσει τους επαναστάτες εκείνους να υποταχθούν χωρίς μάχη. Όμως οι Σουλιώτες, εφαρμόζονται την τακτική του αιφνιδιασμού και επιχειρώντας νυχτερινή επίθεση (από δω και μετά θα χρησιμοποιούμε των όρο «νυχτομαχία») έτρεψαν σε φυγή τον πασά που υπέστη δεινή ήττα. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Σουλουλιωτών που τους δημιούργησε υψηλή αυτοπεποίθηση και ανέβασε το κύρος τους.
– Δέκα χρόνια περίπου αργότερα (1731-32) οι Σουλιώτες ξεσηκώνονται μαζί με τους Μαργαριτώτες και με υποκίνηση του Βενετών. Οι Βενετοί έστειλαν τότε όπλα και πολεμοφόδια στο Σούλι. Τα ντουφέκια που κατασκευάζονται στο εργοστάσιο «Carloe figbi» (Κάρολος και φίλιος=υίος) ονομάσθηκαν καριοφίλια. Είναι τα όπλα που αποτέλεσαν το μέσον αλλά και το σύμβολο των αγώνων των Ελλήνων και ειδικότερα των κλεφτών κατά την Τουρκοκρατία ! (28)
Tην δεκαετία του 1740, καταγράφεται ένα ακόμη περιστατικό, ήσσονος βεβαίως σημασίας από στρατιωτικής πλευράς, όμως ενδεικτικό της δύναμης που διαθέτουν οι Σουλιώτες να επιβάλλουν την θέλησή τους και να μην επιτρέπουν σε κανένα να παραβιάζει την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους: ο Ομέρ Βέλια, Μπέης του Μαργαριτίου συλλαμβάνει μια ομάδα Σουλιωτών και χαρακτηρίζοντας τους ληστές(όπως θα μπορούσε να ονομάσει τους Σουλιώτες συλλήβδην), τους στέλνει με στρατιωτική συνοδεία στα Γιάννενα για να δικαστούν και (σχεδόν βέβαιο αυτό) να εκτελεσθούν. Τότε μια ευέλικτη ομάδα από το Σούλι, επιτίθεται στο τούρκικο απόσπασμα, σκοτώνει τους περισσότερους και απελευθερώνει τους συμπατριώτες τους.
Το 1749, ο Μουσταφά πασάς, που έχει φιλοδοξίες και θέλει να αναδειχθεί σε στρατιωτικό παράγοντα του τόπου, αφού πέτυχε να συγκεντρώσει δυνάμεις 4.000 ανδρών επεχείρησε επίθεση χωρίς όμως να καταλάβει το Σούλι. Ωστόσο η δράση του εκτιμήθηκε θετικά απ’ την Τουρκική – Διοίκηση και ο Μουσταφά διορίζεται πασάς Ιωαννίνων. Τώρα, διαθέτοντας πολύ περισσότερα μέσα και στρατό, θα επαναλάβει την προσπάθεια του το 1754. Όμως το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: επέστρεψε ηττημένος.
Δύο ακόμη επιχειρήσεις ακολουθούν την τετραετία που ακολουθεί: Από τον Μουσταφά Κόκκα, με δύναμη 4.000 στρατιώτες που ηττήθηκε, και τον Μπεκίρ πασά με 5.000 άνδρες που είχε την ίδια τύχη.
Ο Ντοστ Μπέης θα κλείσει την δεκαετία με νέα εκστρατεία. Διακεκριμένος στρατιωτικός, φιλοδοξεί να αποκαταστήσει την τουρκική αξιοπρέπεια που επλήγη απ’ τις αποτυχίες των 2 προηγούμενων οθωμανικών παραγόντων. Με διπλάσια σχεδόν δύναμη (8.000) που απαρτίζουν εκλεκτοί Λιάπηδες και Δελβινακιώτες. Όμως οι Σουλιώτες αναδείχθηκαν και πάλι νικητές.
Στο μεταίχμιο της δεκαετίας (περί το 1760) διαδραματίζεται ένα ανάλογο περιστατικό με εκείνο του Ομέρ Βέλια. Ο κλεφταρματωλός Λάππας που έδρασε και στον Ασπροπόταμο μέχρι την Λάμαρη της Πρέβεζας, διατηρούσε φιλία με τον Αλβανό μπέη του Μαργαριτιού Σουλεϊμάν Τσαπάρι, με τον οποίο είχε και κουμπαριά. Υφίστατο ανάμεσα τους αμοιβαία αλληλοεκτίμηση καθώς ήταν και οι δυο τους ευθείς και τολμηροί. Τον χειμώνα του 1760, ο Λάππας βρισκόταν στον Τσαπάρι που τον φιλοξενούσε. Όμως οι Τουρκικές υπηρεσίες πληροφορήθηκαν το γεγονός. Ήδη, ο σουλτάνος είχε εκδώσει διαταγή σύλληψης του Λάππα και ήταν καταζητουμενος. Ο Τσαπάρι έλαβε διαταγή να παραδώσει τον Λάππα άμεσα, με την απειλή ότι αν δεν κάνει θα εκτελεσθεί ο ίδιος. Τότε εκείνος τον συνέλαβε και τον απέστειλε δέσμιο στα Γιάννενα. Όμως ο Λάππας, πρόφτασε να στείλει μήνυμα στους Σουλιώτες. Μια ομάδα τους τότε υπό τον Γεώργιο Μπότσαρη που γνώριζε καλά το δρομολόγιο για τα Γιάννενα, έστησε ενέδρα στη γέφυρα Μπουρλίσιας. Σκότωσαν τους Τούρκους στρατιώτες και απελευθέρωσαν τον Λάππα που τον μετέφεραν στο Σούλι. Από κει στον έστειλαν στην Βενετοκρατούμενη Πρέβεζα (29)
Δύο Δημοτικά τραγούδια μας σώθηκαν για τον Λάππα. Το πρώτο θα χαρακτήριζα μάλλον ρεαλιστικό – εδώ αναφέρεται η Λάμαρη που ήταν έδρα αρματωλικιού. Στο δεύτερο, περνάμε από το επικό στο λυρικό πεδίο:

Το 1ο:
Χρυσός αητός εκάθονταν στον έρημο τον Λούρο
και πάσα μέρα κυνηγάει αηδόνια και περδίκια.
Στις δεκαπέντε του Μαγιού κυνήγι δεν γυρεύει
μόν μαραμένος κάθονταν κι εχάλναε τη φωλιά του.
Τί έχεις καημένε σταυραητέ χαλνάς και τη φωλιά σου,
μήνα τ’ αυγά σου κλούβιασαν, μήνα βρωμά η φωλιά σου;
-Πετρίτη σαν μ’ ερώτησες, να σου το μολογήσω;
Ούτε τ’ αυγά μου κλούβιασαν, ούτε βρωμά η φωλιά μου,
απόψε είδα στον ύπνο μου, στο στρώμα που κοιμώμουν
σαματ’ επήγα στον πασά, στον κούρτη στο Μπεράτι,
κι άκουσα το μουσαβερέ,του Γιάχου των κουβέντα.
Πασά μου γύρεψε φλωριά και πάρε όσα θέλεις
για να με στείλεις βόϊβοντα στην Άρτα και στον Λούρο,
να διώξω τον δερβέναγα, το σκυλοχασνατάρη,
να δώσω και της Λάμαρης τ’ αρματωλίκι σ’ άλλου (30)

Το 2ο:
Ο Ζίδρος κάνει τη χαρά, χαρά (31) για τον υγιό του,
εκάλεσε την κλεφτουριά, τα δώδεκα πρωτάτα
τον Λάππα δεν εκάλεσε, το μαύρο ψυχοπαίδι.
Κι όλοι πηγαίνουν κέρασμα κριάρια με κουδούνια
κι ο Λάππας πάει ακάλεστος με ζωντανό αλάφι,
στ’ ασήμι και στο μάλαμα και στο μαργαριτάρι.
Κανένας δεν τον λόγιασε από τους καλεστάδες
η Ζίδραινα τον λόγιασε από τους καλεστάδες.
Καλώς τον Λάππα πόρχεται μ’ αλάφι στολισμένο,
στρώστε τον Λάππα στον οντά, του Τρίτσα στην κρεβάτα
στρώστε και των παλληκαριών απ’ όλα τα πρώτατα (32)

Ένας τόσο σημαντικός κλεφταρματωλός που η ζωή του γίνεται τραγούδι σε όλη την Βόρεια Ελλάδα και την Ήπειρο, όταν έχει προβλήματα απευθύνεται στους Σουλιώτες που συγκρούονται για χάρη του με την εξουσία!
Η απελευθέρωση του Λάππα θεωρήθηκε από το τουρκικό κράτος πράξη ανεπίτρεπτη και υβριστική: Εξεδόθη φιρμάνι που όριζε ότι το «ασί βιλαέτ» (απειθής επαρχία) «πρέπει να καταστραφεί: Οι πιστοί του Μωάμεθ πρέπει να χύσουν το αίμα των δια να το αφανίσουν» (33). Μάλιστα, η εκστρατεία ετοιμάσθηκε και πραγματοποιήθηκε χωρίς να γνωστοποιηθεί ευρέως για να μην υπάρξει παρέμβαση των Βενετών υπέρ των Σουλιωτών. Ετοιμασθηκαν δυο σώματα στρατού το ένα από τα Γιάννενα, δυνάμης 4.000 οπλοφορούν και η άλλη από την Τσαμουριά 5.000.
Οι Σουλιώτες όντας ολιγάριθμοι μπροστά σε δυνάμεις που υπερτερούν συντριπτικά, εφάρμοσαν μια τακτική που οδήγησε σε περιφανή νίκη: υποχώρησαν συντεταγμένοι και πολεμώντας. Όταν ο Τουρκικός στρατός βρέθηκε σε εδάφη και σημεία που δεν επέτρεπαν την προώθηση με συμπαγή τμήματα, οι Σουλιώτες ενήργησαν επίθεση από θέσεις πλεονεκτικές γι’ αυτούς και δυσμενείς για τους εισβολείς. Οι Τούρκοι υπέστησαν μια ακόμη ήττα και επέστρεψαν οι μεν στα Γιάννενα οι δε στις Βορειοδυτικές επαρχίες της Θεσπρωτίας.
Το 1762 ο Μαξούτ Αγάς, βοεβόδας (διοικητής της) Άρτας, θέλησε να αποκαταστήσει την πληγωμένη τουρκική περηφάνεια. Είχε την φήμη πολύ καλού στρατιωτικού, γι’ αυτό του δόθηκε ό,τι ζήτησε σε προσωπικό και εφόδια. Έτσι πραγματοποίησε εισβολή με 6.000 στρατό. Αρχικά είχε κάποιες επιτυχίες στης περιοχές «Λακοπούλα» όπου σήμερα βρίσκεται η κωμόπολη του Θεσπρωτικού. Όμως στις αμέσως επόμενες επιχειρήσεις, ηττήθηκε ενώ οι Σουλιώτες ανακατέλαβαν 20 χωριά. Έτσι αναγκάσθηκε να υποχωρήσει και να αποσυρθεί στην Άρτα.
Στην επανάσταση των Ελλήνων που έμεινε γνωστή με τον συνοπτικό όρο «Ορλωφικά» κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, συμμετείχαν και οι Σουλιώτες. Μάλιστα επεκτείνουν την κυριαρχία τους καταλαμβάνοντας, νέα χωριά στη Θεσπρωτία και τον σημερινό νομό Ιωαννίνων. Παράλληλα προβαίνουν σε μια σειρά διπλωματικών ενεργειών δίνοντας την εικόνα για το Σούλι ότι είναι ένα «κρατικό» μόρφωμα που κινείται σε πολλά παιδία δράσης. Ο Λευκαδίτης γιατρός Σωτήρης Λουϊζης ήρθε στο Σούλι με επιστολές του Ορλώφ και πολεμοφόδια. Έγιναν συζητήσεις και σχέδια για περαιτέρω δράση. Οι Σουλιώτες απάντησαν με επιστολή στην Αικατερίνη και δήλωναν ότι είναι έτοιμοι να πολεμήσουν μαζί για την απελευθέρωση των ελλήνων «Εις την των αρμάτων συμβοηθοί γινόμενοι της μεγίστης βασιλίσσης πάσης Ρουσίας και ημών» (5 Απριλίου 1771).
Ο Αλβανός αξιωματούχος του τουρκικού στρατού Σουλεϊμαν Τσαπάρι γνωστός μας από το επεισόδιο του Λάπα είχε συμμετάσχει στην κατάπνιξη της εξέγερσης των ελλήνων στην Πελοππόνησο. Επιστρέφει το 1772 στο Μαργαρίτι της Θεσπρωτίας. Διαπιστώνει ότι οι Σουλιώτες δεν σταμάτησαν τη δράση τους αλλά μην υπολογίζοντας την Οθωμανική εξουσία έφτασαν στο σημείο να φορολογούν αγάδες του κάμπου. Διακηρύσσει σε όλος τους πιστούς του Κορανίου ότι πρέπει το Σούλι να υποταχθεί «ντιν ουγουρουνά» (άμεση ανάγκη) «μέτι μουχαμέτ». Έρχεται σε συνεννόηση με τον Πασά των Ιωαννίνων ο οποίος αναθέτει την επιχείρηση στον Δερβέναγα των Αγράφων Μάλιο Κοζίνα Τόσκα. Έτσι σχηματίστηκαν και πάλι δυο στρατιωτικά σώματα που κατευθύνθηκαν προς το Σούλι, το ένα απ’ τα Γιάννενα και το άλλο από τη Θεσπρωτία. Οι Σουλιώτες, εφαρμόζοντας την τακτική «των εσωτερικών γραμμών» (34) επιτίθεται στην δύναμη που ήρθε πρώτη από τα Γιάννενα και την διέλυσαν. Την άλλη μέρα που εμφανίστηκε ο Τσαπάρι με τον γιό του Χασάν, μόνοι τους (αν και η δύναμή τους έφτανε τους 9.000 οπλίτες) ηττήθηκαν. Ο Τσαπάρι συνελήφθη αιχμάλωτος και απελευθερώθηκε με καταβολή λύτρων από το τουρκικό κράτος. Οι τουρκαλβανοί παραδέχθηκαν ότι «γιαγκλί αλντού» (έγινε λάθος) και έδωσαν «σάρτια» (όρκους) ότι δεν θα επαναληφθεί κάτι τέτοιο στο μέλλον. Οι Σουλιώτες θα συνέχιζαν να φορολογούν τα χωριά τους όπως και πριν.
Στα μετέπειτα χρόνια οι επιχειρήσεις εκ μέρος των Τούρκων δεν σταματούν. Διάφοροι στρατιωτικοί ηγέτες και αγάδες σε συνενόηση με τον πασά των Ιωαννίνων θέλουν να λύσουν το χρόνιο αυτό πρόβλημα αλλά όλες τους οι προσπάθειες αποτυγχάνουν.
• Ο Κόκα πασάς του Δελβίνου με 5.000 άνδρες
• Ο Μπεκίρ με ανάλογη δύναμη
• Ο Χασάν Ιμπραϊμαγα με περίπου ίδιο στράτευμα.
Την σειρά των αποτυχημένων επιθέσεων πριν από τον Αλή- πασά κλείνουν οι:
• Κολιό Πασάς του οποίουν ο γιός σκοτώθηκε. Οι Σουλιώτες πήραν τα πολύτιμα όπλα του και τα κράτησαν ως τρόπαια στο Σούλι. Θα δούμε πως θα τα ρίξουν κι αυτά αργότερα στην διπλωματική σκακιέρα!
• Οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας θεώρησαν προβληματική την «έκθεση» των όπλων του Κολιού πασά και κάνουν προσπάθειες για οργάνωση νέας εκστρατείας. Όμως ο πασάς των Ιωαννίνων δεν έδειξε προθυμία και έτσι η πρόταση δεν υλοποιήθηκε.
• Τελευταίος δακτύλιος της αλυσίδας αυτής είναι ο Κουρτ πασάς. Ο Κούρδος αξιωματούχος που ήλεγχε Ήπειρο και Αλβανία θέλησε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα, όμως δεν πέτυχε κάτι περισσότερο και έτσι η κατάσταση παραμένει ίδια.
• Το 1787 κηρύσσεται ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος (μέχρι το 1792). Οι Σουλιώτες δηλώνουν την απόφαση τους να συμμετάσχουν στην εξέγερση. Μάλιστα σε επιστολή τους, πως είναι και ένα επίσημο έγγραφο αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι θα είναι διαθέσιμοι «δια κάθε καιρόν όπου ήθελεν μας ζήτησει η βασιλεία και ακόμη ο υπεράτορας δια να νικήσομεν πόλεμον καθολικόν εναντίον των αγαρηνών». Στο έγγραφο αυτό που είναι ασφαλώς μεγάλης σημασίας αναφέρονται οι παρακάτω οπλαρχηγοί του Σουλίου με τους αντίστοιχους στρατιώτες που διαθέτουν:

Γεώργιος Μπότσαρης 1000
Λάμπρος Τζαβέλλας 300
Νικόλος Ζέρβας 300
Koτζονίκας 100
Χρ. Ζέρβας 100
Δημ. Μπότσαρης 100
Πάνος Τζίρας 100
Χρ. Φωτομάρας 100
Δημ. Δράκος 100

Διαπιστώνουμε ότι το σύνολο, 2.200 οπλοφόρων είναι αριθμός που βρίσκεται κοντά στην οροφή του Σουλιώτικου στρατού όπως αναφέραμε πριν (2500) (35) Μάλιστα, τον Αύγουστο του 1789 έστειλαν αντιπροσωπία στην Πετρούπολη (τους Πάνο Τζήρα και Χρίστο Λακκιώτη) (36) με αίτημα την παροχή βοήθειας ώστε να ελευθερωθούν οι απόγονοι των «αρχαίων Αθηναίων και Λακεδαιμονίων». Μάλιστα για να δείξουν την αποτελεσματικότητα των Σουλιωτών αγωνιστών πρόσφεραν τα όπλα του Κολιού Πασά στην Αικατερίνη!
Ο Σωτήρης Λουίζης επανεμφανίζεται και επικοινωνεί τόσο με τους Σουλιώτες όσο και με οπλαρχηγούς της Στερεάς (37) Την ίδια περίοδο (1789) ίσως και με την μεσολάβησή του 500 περίπου Σουλιώτες εντάχτηκαν στην δύναμη του Λάμπρου Κατσώνη και επιβιβάσθηκαν στα καράβια του.

* * *

– Το 1788 ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ πασαλίκι των Ιωαννίνων ο Αλή- Πασάς Τεπελενλής. Αρχή της πολιτικής του ήταν η απρόσκοπτη παγίωση της κυριαρχίας του στα όρια της επικράτειάς του και η βαθμιαία επέκταση της. Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν να ανεχθεί την ύπαρξη μια ανεξάρτητης εστίας όπως ήταν το Σούλι μέσα στον χώρο που διοικούσε. Έτσι η πρώτη του επιχείρηση ως πασάς των Ιωαννίνων ήταν η εκστρατεία κατά του Σουλίου που διενεργείται ένα χρόνο μετά τον ερχομό του στα Γιάννενα (1789). Ένας επί πλέον λόγος που τον οδήγησαν στην απόφαση αυτή ήταν και οι πληροφορίες που συγκέντρωσε σχετικά με τις διπλωματικές κινήσεις των Σουλιωτών και την προσπάθεια τους να έρθουν σε συνεννόηση με την Ρωσία. Οι Σουλιώτες που ενημερώθηκαν έγκαιρα για την επερχόμενη επίθεση, με εύστοχες και γρήγορες κινήσεις συνάπτουν συμμαχία με τους μπέηδες Αυλώνας- Δελβίνου και Αργυροκάστρου. Οι επιχειρήσεις κράτησαν 4 μήνες κι ο Αλής καθώς βρέθηκε ανάμεσα σε δύο αντιπάλους ηττήθηκε. Με τη λήξη των επιχειρήσεων υπεγράφη συνθήκη βάσει της οποίας ο Αλής αναγνώριζε το δικαίωμα των Σουλιωτών να αναλάβουν την «φύλαξη» της περιοχής – ό,τι δηλ. έκαναν μέχρι τώρα η Αρματωλοί. Ο ίδιος θα κατέβαλε του μισθούς γι’ αυτή τους την υπηρεσία.
-Το 1792, ο Αλή Πασάς θα οργανώσει δεύτερη επίθεση κατά του Σουλίου. Με δύναμη 10.000 στρατιωτών και έχοντας μαζί του τον φιλόδοξο Αλβανό αξιωματικό του Ομέρ Βριώνη εισβάλλει στα βουνά και φτάνει μέχρι την Κιάφα. Όμως οι υπερασπιστές τους κατορθώνουν να σταματήσουν την επίθεση και στη συνέχεια να τον αναγκάσουν σε υποχώρηση που μετετράπη σε άτακτη φυγή: Οι απώλειες ήταν μεγάλες, όμως και οι Σουλιώτες υπέστησαν ανάλογη φθορά: ο πολέμαχος τους Λάμπρος Τζαβέλλας τραυματίσθηκε και πέθανε λίγο αργότερα.
Το εντυπωσιακό στοιχείο ήταν ότι στις μάχες συμμετείχαν και οι γυναίκες με την γυναίκα του Λάμπρου Τζαβέλα Μόσχο, να αγωνίζεται στην «πρώτη γραμμή». Ο Αλής υπέγραψε συνθήκη ταπεινωτική γι’ αυτόν χωρίς αμφιβολία:
-Πλήρωσε 100.000 πιάστρα για απελευθέρωση αιχμαλώτων.
-Επεστράφησαν στους Σουλιώτες τα χωριά που είχαν στην δικαιοδοσία τους εδώ και μια σχεδόν δεκαετία.
-Οι όμηροι που είχε στα Γιάννενα επέστρεψαν στο Σούλι.
Το γεγονός προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην Ήπειρο και τη Νότια Ελλάδα. Δεν έμεινε στο πολιτικό – στρατιωτικό πλαίσιο, αλλά γρήγορα πέρασε στο καλλιτεχνικό πεδίο: τότε δημιουργήθηκε το Σουλιώτικο τραγούδι «Στη βρύση στα Τσερίτσιανα» που ακόμα χορεύεται στην Ήπειρο, 230 χρόνια μετά! Οι στίχοι του μας μεταφέρουν εκείνη την διάσταση της ιστορίας του Σουλίου που αναφέραμε πιο πάνω και είναι η πρωταγωνιστική εμπλοκή των γυναικών Σουλιωτισσών στις πολεμικές συγκρούσεις:

«Στη βρύση στα Τσερίτσιανα, πιο κάτω από το Σούλι
μπουλούμ πασιάδες κάθονταν κι όλο Μαργαριτιώτες
κι αγνάντευαν τον πόλεμο, πώς πολεμάει το Σούλι,
πώς πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παλληκάρι
σέρνει φουσέκια στην ποδιά…»
(φουσέκια ήταν οι σφαίρες της εποχής)

Ο χορός αυτός είναι μεικτός, όπως τονίσαμε πριν, και συνδυάζει τα βήματα του συρτού στα τρία και την κίνηση προς το κέντρο του κύκλου με επιστροφή στην περιφέρεια και ελαφρή κίνηση, δεξιά κατά τον τρόπο του χορού «Αχός βαρύς ακούγεται, Δημάκη…». Η φήμη των Σουλιωτών απλώνεται σε όλους τους Έλληνες. Ο Ρήγας Φεραίος τους αναφέρει στον «Θούριο» (1797):
«Σουλιώτες και Μανιάτες λιοντάρια ξακουστά». Έγραψε μάλιστα και ένα ποίημα ειδικά για τους Σουλιώτες που τους προβάλλει ως αντιπροσωπευτικό και αυθεντικό δείγμα του αγώνα όλων των Ελλήνων.

Καπιτανέοι- αδελφοί,
ήρωες, άνδρες θαυμαστοί,
καιρός είν’ πολεμείτε,
τυράννους μην αφήτε,
τ’ αδέλφια μας να γλύσουν.
Στη φωτιά μπρες παιδιά.

Όσ’ άστρα έχει ο ουρανός
κι όσες φωτιές ο κεραυνός,
τόσες φορές ομοίως
ο Μπότζαρης ανδρείως,
ενίκησε με δόξαν
την Τουρκιά, μπρε παιδιά!

Ο Δράκος είναι τρομερός,
κι ο Κάραϊσκος τολμηρός.
Ορμούν εις την Τουρκίαν
Χωρίς καμιά δειλίαν,
Σκοτώνουν τους Τυράννους,
Με χαρά στη φωτιά!

Να λάμψει πάλιν ο Σταυρός
ας έρχεται τώρα ομπρός,
να ίδωσι τα άστρα
τους πύργους και τα κάστρα
να πέφτουν των τυράννων.
Στη φωτιά μπρε παιδιά!

Εξήντα περίπου χρόνια αργότερα ο Αρ. Βαλαωρίτης έγραψε το ποίημα, «φυγή», με θέμα την άτακτη υποχώρηση του Αλή πασά καθώς οι Σουλιώτες τον κυνηγούν.
Δίνοντας μια θεατρική χροιά στους στίχους του, βάζει τον Αλή να ζητάει από τον Ομέρ Βρυώνη να τον βοηθήσει να σωθεί.

Τ’ αλογο! τ’ άλογο!
Ομερ Βρυώνη,
το Σούλι εχούμηξε
και μας πλακώνει.
τ’ άλογο ! τ’ άλογο!
Ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους
μας φοβερίζουν…

* * *

Ο Αλή – πασάς δεν μπορεί να αποδεχθεί το γεγονός αυτό. Μελετάει και.προετοιμάζει οχτώ σχεδόν χρόνια την επόμενη επιχείρηση. Τώρα αλλάζει τακτική: ξέρει ότι σε μάχη εκ παρατάξεως δεν μπορεί να βγει νικητής. Έτσι αποφασίζει να αποκλείσει τα βουνά και να κρατήσει την πολιορκία μέχρι εξάντλησης των κατοίκων από έλλειψη τροφών. Κτίζει λοιπόν πολλά καινούργια ισχυρά φρούρια και τα επανδρώνει με ενισχυμένες μονάδες. Έτσι του Σούλι απομονώνεται. Τρία χρόνια κράτησαν οι συγκρούσεις.
Τότε ο ύπατος των Ελλήνων λογίων, ο Αδαμάντιος Κοραής στέλνει επιστολή προς τους Σουλιώτες που τους αποκαλεί καύχημα του γένους. Μπορούμε να αντιληφθούμε την ικανοποίηση που νιώθουν οι ορεσείβιοι μαχητές όταν παίρνουν γράμμα του μεγάλου Κοραή που απευθύνεται αποκλειστικά σ’ αυτούς: Επίσης εξυμνεί την γενναιότητα και την μεγαλοψυχία τους και τους βεβαιώνει ότι ο Θεός θα είναι μαζί τους μέχρι του τελικού στόχου που είναι η απελευθέρωση:
«Ελπίζετε εις του Θεού την βοήθειαν. Έχετε ομόνοιαν και αγάπην και πίστιν αδελφικήν αναμεταξύ σας και ειθυμείσθε πάντοτε, ότι ο Θεός ποτέ δεν αφήνει αβοήθητους εκείνους, όσοι πολεμούν υπέρ πατρίδος των και προτιμούν τον θάνατον παρά την δουλείαν. Εκείνο δια το οποίον είσθε μάλιστα αξιοθαύμαστοι είναι ότι έχετε εις την καρδίαν σας την ευτυχίαν όλης της Ελλάδος. Η Ελλάς όλη με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς, εσάς βλέπει εις εσάς καυχάται, από σας παρηγορείται και από σας μετά τον Θεόν ελπίζει εις την ελευθερία των λοιπών αυτής τέκνων και αδελφών σας. Υγιαίνετε φίλτατοι, ήρωες και αδελφοί και σώζεστε, έως να φθάση της Ελλάδος η κοινή σωτηρία η οποία δεν είναι μακράν».
Αυτήν κυρίως την περίοδο μας δίνει λογοτεχνικά Μιχ. Περάνθης στο έργο του «Σουλιώτες». Ένα μυθιστόρημα που την λογοτεχνική του αυτοτέλεια και λειτουργία τροφοδοτούν δύο εστίες, η επική και η τραγική. Επισημαίνω δυο αντιπροσωπευτικά του σημεία:
α. Μονομαχούν ο Σουλιώτης Δράκος με τον Αλβανό Γκιουλέκα. Η διαμάχη είναι σκληρή και το φέρνει έτσι η περίσταση που σκοτώνονται και οι δυο: Ακολουθεί η ταφή των δυο μονομάχων: Αλβανοί θάβουν τον οπλαρχηγό τους με μοιρολόγια. Οι Σουλιώτες χορεύοντας ηρωικά τραγούδια γύρω απ’ τον νεκρό μαχητή!
β. Στο τέλος του μυθιστορήματος η αγαπημένη του Ζήκου Πανομάρα σκοτώνεται. Λίγο πριν την ταφή της ο Ζήκος της βάζει στο στόμα ένα νόμισμα για να πληρωθεί ο βαρκάρης του θανάτου που θα την οδηγήσει στον κάτω κόσμο, μέσω του διπλανού ρεύματος του Αχέροντα. Τα γεγονότα διαδραματίζονται δίπλα στο ποτάμι του Άδη.
Να τονίσω εδώ ότι οι αγώνες και η ιστορία του Σουλίου έγιναν γνωστοί στην Ευρώπη με την έκδοση του έργου του Χριστόφορου Περραιβού «Ιστορία του Σουλίου» που κυκλοφόρησε αρχικά στο Παρίσι το 1803 και μεταφράσθηκε και σε άλλες Ευρωπαϊκές γλώσσες.
-12 Δεκεμβρίου 1803 υπογράφεται η συνθήκη αποχώρησης των Σουλιωτών. Αξίζει να δούμε ένα της μέρος γιατί διατυπώνονται δεσμεύεις για την εφαρμογή της ασυνήθιστοι στην παγκόσμια διπλωματία. Ο Βελή πασάς λοιπόν γράφει:
«Βεβαιώνω μεθ’ όρκου ταύτην την συνθήκην, ιεράν και ακαταπάτητον, και ποτέ Σουλιώτης να μην ενοχληθεί, υβρισθεί η ζητηθεί κανείς από κανένα δια τα περασμένα. Αν βιάσω ή από τους ανθρώπους μου κανείς πατήσει τα συμπεφωνημένα, να μη είμεθα Μουσουλμάνοι μήτε εγώ μήτε οι περί εμέ. Αι γυναίκες μας να μας χωρίσουν και ορκιζόμενοι τρεις φορές τον μέγαν όρκον να μας κηρύξουν ξένους και τους του γάμου δεσμούς μας διαλυμένους. Εις ένδειξιν πίστεως ίσον της παρούσης συνθήκης θέλει δοθεί εις τους Σουλιώτες και ο Θεός να με καύσει με την φωτιά των αστραπών του, αν δεν την φυλάξω» (38)
Τέλη του 1803, το Σούλι αδειάζει. Ύστερα από 24 περίπου πολεμικές συγκρούσεις και 4 περιστασιακές επιχειρήσεις απελευθέρωσης αιχμαλώτων. Βέβαια στην μέτρηση αυτή θεωρούμε ότι οι συγκρούσεις της τελευταίας φάσης, 1800-1803, είναι ένα γεγονός. Στην πραγματικότητά όμως συμβαίνουν διαδοχικές επιθέσεις και αμυντικές ανάλογες αντικινήσεις που ανεβάζουν τον αριθμό αυτό ακόμη πιο ψηλά.
Στο Κούγκι, εκεί στην εκκλησία που βρίσκεται στην κορυφή, παρέμεινε ο καλόγερος Σαμουήλ με λίγους τραυματίες. Η συνθήκη περιελάμβανε κι αυτούς. Όμως οι στρατιώτες που έφτασαν εκεί, του ανήγγειλαν με αλαζονεία ότι δεν του αναλογεί παρά η μοίρα του δούλου και δεν μπορεί να περιμένει τίποτ’ άλλο. Εκείνος απάντησε περήφανα ότι η ψυχή κανενός δεν υποτάσσεται και ανατίναξε την εκκλησία και το φρούριο βάζοντας φωτιά στην μπαρούτη που δεν είχε χρησιμοποιηθεί. Μετάβαση στην ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»!
Το γεγονός πέρασε τόσο στην ιστορία, όσο και στην καθημερινότητα των Νεοελλήνων ως έκφραση κορυφαίας αξιοπρέπειας που περιφρονεί τον θάνατο – κοινός τόπος στην Ελληνική ιστορία. Όμως θα βρούμε το περιστατικό αυτό να αποτελεί και αφορμή δημιουργίας ενός έργου τέχνης: όπως και τα γεγονότα του 1792 έγιναν τραγούδι και ποίηση, έτσι και το Κούγκι στάθηκε αφορμή για σύνθεση ενός σύγχρονου καλλιτεχνικού και έργου της κινηματογραφικής ταινίας «Σουλιώτες» του Ελληνοαμερικανού Τζεϊμ Πάρις. Βεβαίως στηρίχθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Μ. Περάνθη όμως στο σημείο αυτό σημειώνεται μια ασυνήθιστη υπέρβαση: ο Σαμουήλ λίγο πριν την ανατίναξη με τρόπο και ύφος οριακής υπαρξιακής έντασης που ξεπερνάει τα φυσικά όρια, με βλέμμα που κατευθύνεται στα έσχατα βάθη του ουρανού, θεάται απολυτότητες ανέκφραστες, με κυρίαρχη την διάσταση της καθέτου. Αν την εικόνα την μεταθέσουμε στον χώρο της ζωγραφικής, θα σκαντήσομε τους πίνακες του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου που προαναγγέλλει τον εξπρεσιονισμό!

Οι Σουλιώτες χωρίστηκαν σε 3 φάλαγες: Η πρώτη με επικεφαλής τον Φώτο Τζαβέλλα (και τους, Δαγκλή, Βεϊκο, Δ. Δράκο, Πανομάρα) τράβηξε για την Πάργα και από κει πέρασε χωρίς απώλειες στην Κέρκυρα. Το γεγονός της εφαρμογής ενός σχεδίου γρήγορης αποχώρησης που εξασφάλισε την ακεραιότητα του συνόλου, οφείλεται στις ηγετικές και οργανωτικές ικανότητες του Φώτου Τζαβέλλα.
Η δεύτερη με τον Κίτσο Μπότσαρη κατευθύνθηκε προς την Πρέβεζα. Στη θέση Ζάλογγο τους πρόλαβε ο Αλή πασάς και του επετέθηκε προκαλώντας τους πολλές απώλειες. Ούτε οι όρκοι, ούτε ο φόβος των «αστραπών του Αλάχ» τον έκαναν να διστάσει. Εδώ θα διαδραματισθεί ένα παράλληλο του Κουγκίου γεγονός: Μια ομάδα Σουλιωτισσών, χόρεψαν τον τελευταίο χορό στο βράχο «Στεφάνι» και έπεσαν μια-μια στο γκρεμό με τα μικρά ακόμη παιδιά που κρατούσαν στην αγκάλη τους. Είναι εκείνο το «πιο γρήγορο απ’ τη φθορά άλμα» που συντελείται στα όρια της αίσθησης και της μεταφυσικής («χορός του Ζαλόγγου»). Από τα παιδιά που έπεσαν στο χάσμα των βράχων σώθηκαν μόνο δυο κοριτσάκια πέντε και οκτώ χρονών. Τα περιμάζεψε την επόμενη μέρα κάποιος κάτοικος του γειτονικού χωριού Καμαρίνα, και τα ανάθρεψε. Η μια παντρεύτηκε στο ίδιο χωριό τον Κ. Καρρά και η άλλη έγινε καλόγρια στην μονή του Ταξιάρχη(38).
Εδώ επίσης καταγράφεται μια ακόμη ανάλογη επιλογή, από την Δέσπω Μπότση, γυναίκα του Γεωργάκη Μπότση, από την οικογένεια των Σεχαίων. Οι Τούρκοι την πολιόρκησαν με άλλα μέλη της οικογένειας της στον Πύργο του Δημουλά (ή κάστρο της Ρηνιάσας). Για να μην συλληφθούν από τους Τουρκαλβάνους του Αλή, ανατίναξε τον πύργο βάζοντας φωτιά στην μπαρούτη: Το γεγονός πέρασε στο ομώνυμο τραγούδι της Δέσπως, ένα απ’ τα πιο γνήσια και αυθεντικά Σουλιώτικα τραγούδια αλλά και τυπικό δείγμα της δομής των κλέφτικων τραγουδιών:

Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ούδε σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι,
η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο
-Γιώργαινα, ρίξε τ΄ άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι,
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων»
-Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα
Η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες, δεν έκανε, δεν κάνει.
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
«Σκλάβες τούρκων μην ζήσομε, παιδιά μαζί μου ελάτε».
Και τα φουσέκια άναψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν (39).

Τέλος οι Μποτσαραίοι κατευθύνθηκαν στην Άρτα και το Βουλγαρέλι. Εκεί συνέβησαν ανάλογα γεγονότα, αφού ο Αλής θέλει να εξοντώσει όσους περισσότερους Σουλιώτες μπορεί. Στη μονή Σέλτσου δόθηκαν οι τελευταίες μάχες. Η ομαδική δράση (άμυνα στο μοναστήρι) βρίσκεται σε αντίστιξη με ατομικές κινήσεις» υψηλού πάθους και ανυποχώρητης θέλησης: η Λένω Μπότσαρη, κόρη του Νότη, κοπέλα 20 χρονών εξαιρετικής ομορφιάς, δεν δέχεται να παραδοθεί και πνίγεται στον Αχελώο ποταμό:

– Κόρη για ρίξε τ’ άρματα, γλύτωσε τη ζωής σου.
– Τι λέτε μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
– Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη
– Και ζωντανή δεν πιάνομαι εις των Τουρκών τα χέρια (40)

Όταν το μεγαλύτερο μέρος των Σουλιωτών πέρασε στην Κέρκυρα τα Επτάνησα βρίσκονται υπό την Κυριαρχία των Ρώσων (1800-1807). Το ετοιμοπόλεμο εκείνο στρατιωτικό σώμα προσλαμβάνεται απ’ την Ρώσικη διοίκηση και εντάσσεται στην δύναμη φύλαξης των νησιών. Μάλιστα συμμετείχε σε μια σειρά επιχειρήσεων που φανερώνει απ’ τη μια το αξιόμαχο της μονάδας αυτής αλλά προϋποθέτει και το αντίστροφο: εκπαιδεύεται διαρκώς και είναι διαθέσιμη σε κάθε περίπτωση που πρέπει να επέμβει. Έτσι οι Σουλιώτες θα συμμετάσχουν στις εξής επιχειρήσεις:
Το 1805, στη Νάπολη
Το 1806, στην Τένεδο
Το 1806 επίσης, στην Δαλματία
Και το 1807 στην υπεράσπιση της Λευκάδας
Όταν οι Γάλλοι επανέρχονται (1807-1815) οι Σουλιώτες αξιοποιούνται ανάλογα απ’ τους κυρίαρχους των νησιών. Το ίδιο θα συμβεί και με τους Άγγλους μετά το 1815. Στο στρατό των Άγγλων θα ενταχθεί και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τον βαθμό του ταγματάρχη. Εκεί θα γνωρίσει τον Μάρκο Μπότσαρη με τον οποίο θα δεθεί με στενή φιλία. Αν και είχαν 20 χρόνια διαφορά, θα γίνουν αδελφοπηνοί (βλάμηδες)! Αυτό δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε, ο «Γέρος του Μωριά» γι’ αυτόν. Σημειώνει μάλιστα στα απομνημονεύματά του
«Ο Μάρκος Μπότσαρης είχεν πολλήν νοημοσύνη»(40)
Για τον Φώτο Τζαβέλα, η κρίση του ήταν θετικότατη:
«Ο Φώτος τζαβέλας ήτο το τέλειον»! (41)
Η δεύτερη αυτή κρίση του συμφωνεί με την γενική γνώμη των Σουλιωτών που έφτασαν να ορκίζονται στου « Φώτου το σπαθί». (42)
Εδώ θα βρεθεί και ο Χριστόφορος Περραιβός που θα εργασθεί ως δάσκαλος ενώ θα ενταχθεί στον Γαλλικό στρατό. Θα γνωρίσει Σουλιώτες οπλαρχηγούς και θα τον δούμε μετά την έναρξη της επανάστασης στο Σούλι να πολεμά μαζί τους και να συνεργάζεται στις διάφορες διπλωματικές τους κινήσεις.
Β.γ. Δεκαεπτά περίπου χρόνια θα μείνουν οι Σουλιώτες, στα επτάνησα. Όμως δεν αποδέχθηκαν ποτέ ότι η εγκατάστασή τους εκεί θα είναι μόνιμη. Ζούσαν πάντα με το όνειρο της επιστροφής. Δια-τήρησαν την συνοχή τους όπως και την υψηλή στρατιωτική τους ετοιμότητα όπως τονίσαμε. Έτσι ο Σουλτάνος, όταν αποφάσισε να εξουδετερώσει των Αλή-Πασά, καλεί ως συμμάχους του στην επιχείρηση και τους Σουλιώτες. Ο διοικητής του τουρκικού στόλου (καπεταν μπέης- δηλ. υποναύαρχος) όταν έφτασε στο λιμάνι των Συβότων κάλεσε τους Σουλιώτες να τον επισκεφθούν για συνομιλίες. Πράγματι ήρθε τετραμελής αντιπροσωπια και ανάμεσα στα δύο μέρη επήλθε συμφωνία: οι Σουλιώτες θα συνεργασθούν με τον Ισμαήλ πασά που ήταν ο επικεφαλής του τουρκικού εκστρατευτικού σώματος, κι εκείνος θα τους επιστρέψει το Σούλι που ως τότε το κατείχε ο Αλή-πασάς. Έτσι και έγινε. Ένα μέρος των οπλιτών – Σουλιωτών πέρασε στη Θεσπρωτία. Κατευθύνθηκαν στα Γιάννενα μέσω του Σουλίου. Μόλις πάτησαν το έδαφος τους «κατεφίλουν αυτό και κατέβρεχαν με δάκρυα χαράς και δοξολογίας προς τον Θεόν» (43).
Το σώμα αυτό στρατοπέδευσε στα Γιάννενα. Όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα σχεδιάζουν: οι Αλβανοί οπλαρχηγοί του Ισμαήλ που γνώριζαν καλά τους Σουλιώτες και έτρεφαν πατροπαράδοτο μίσος εναντίον τους, προτρέπουν τον αρχιστράτηγο, τώρα που οι Σουλιώτες βρίσκονται εδώ απροστάτευτοι εν μέσω τόσο μεγάλου στρατού, να τους εξοντώσει (οι τουρκικές δυνάμεις σύμφωνα με μαρτυρίες αγγίζουν τις 50.000 άνδρες). Οι Σουλιώτες, που είχαν μάτια και αυτιά παντού, πληροφορήθηκαν για τις εισηγήσεις αυτές. Όταν μάλιστα ο Μοσχοπολίτης Έλληνας γιατρός Ναούμ που βρισκόταν δίπλα στον Ισμαήλ πασά τις επιβεβαίωσε (44α) άλλαξαν πολιτική: ήρθαν σε επικοινωνία με τον Αλή-πασά και υπεγράφη μεταξύ τους συμφωνία που προέβλεπε:
1.Ο Αλής έδωσε έγγραφο με το οποίο διέταζε τον διοικητή του Σουλίου Μουρτζοτζιάλη να παραχωρήσει την περιοχή στους Σουλιώτες.
2. Θα πλήρωνε τον κάθε Σουλιώτη μαχητή με 100 γρόσια τον μήνα.
3. Μαζί με τους Σουλιώτες θα πήγαιναν στο Σούλι τρεις τουρκαλβανοί αξιωματικοί του, που με στρατό που θα συγκέντρωναν κυρίως από την Θεσπτρωτία, θα συνεργάζονταν μαζί τους στον πόλεμο κατά των πολιορκητών. Ως εγγύηση για τήρηση των όρων έγινε ανταλλαγή ομήρων.
– Το Σουλιώτικο στρατιωτικό σώμα, χωρίς κανείς να αντιληφθεί αναχώρησε από τα Γιάννενα νύχτα και ξημερώνοντας η 6η Δεκεμβρίου, έφτασε στο Σούλι. Ο Λάμπρος Κουτσονίκας υποστήριξε ότι αυτή την ημέρα, «ένδοξον και αξιομνημόνευτον δια το Ελληνικόν Έθνος» πρέπει να θεωρήσομε ως αρχή της Ελληνικής Επανάστασης (44β).
Η δράση των Σουλιωτών με την συνεργασία των τριών Αξιωματικών του Αλή-Πασά που συγκέντρωσαν στρατό 1500 οπλοφόρων, είναι ταχεία και άκρως αποτελεσματική: πάνω στον δρόμο προς την Άρτα υπήρχε το ισχυρό φρούριο των Βαριάδων. Βάζουν λοιπόν στόχο την άμεση άλωσή του. Βεβαίως η επιχείρηση δεν ήταν εύκολη. Οι υπερασπιστές του είχαν όλα τα μέσα για μακροχρόνια πολιορκία. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει. Μόλις ο στρατός των Ιωαννίνων πληροφορούταν τις εξελίξεις θα έστελνε για ενίσχυση σημαντική δύναμη και το πρόβλημα θα ήταν μεγάλο. Έτσι οι Σουλιώτες μηχανεύτηκαν το εξής: Συνεννοήθηκαν με τους κατοίκους του χωριού που ήταν γύρω από το κάστρο. Προσποιήθηκαν ότι τους επιτίθενται την νύχτα, οι νυχτομαχίες αυτές των Σουλιωτών ήταν γνωστές στους Τούρκους και προκλήθηκε φοβερή ένταση. Οι κάτοικοι «τράπηκαν σε φυγή» και «ζήτησαν» απ’ τους φρουρούς να ανοίξουν για λίγο τις πύλες ώστε να βρούν προστασία και καταφύγιο. Εκείνοι πείσθηκαν όμως μαζί τους, μπήκε και ένας αριθμός Σουλιωτών που έχουν ντυθεί όπως και οι κάτοικοι του χωριού και θεωρήθηκαν κι αυτοί κυνηγημένοι. Μόλις βρέθηκαν στο εσωτερικό του τείχους σκότωσαν του φρουρούς και αμέσως, αφού άνοιξαν όλες τις πύλες εισέβαλε ολόκληρη η δύναμη των Σουλιωτών και το φρούριο καταλείφθηκε σε λίγο χρόνο και με ελάχιστο κόπο και απώλειες. Το γεγονός βεβαίως θυμίζει τον Δούρειο ίππο του Τρωικού πολέμου.
Η αντίδραση των Τούρκων από τα Γιάννενα υπήρξε άμεση: σχεδιάστηκε και οργανώθηκε διπλή επίθεση: ένα σώμα από την Θεσπρωτία δύναμης 8000 ανδρών κινείται πρώτο, ενώ ακολουθεί ένα δεύτερο από τα Γιάννενα, 7.000. Οι Σουλιώτες από το δίκτυο πληροφοριών που ανέπτυξαν, είχαν πλήρη εικόνα των κινήσεων των αντιπάλων. Καθώς πρώτα πλησίασαν οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας τους επετέθηκαν και τους διέλυσαν. Την άλλη μέρα στράφηκαν προς το σώμα των Ιωαννίνων που δεν είχαν γνώση των εξελίξεων και βάδιζαν εντελώς ανυποψίαστοι προς το Σούλι. Η ίδια τύχη περίμενε κι αυτούς.
Μετά από αυτά τα γεγονότα, παραδόθηκαν το Σούλι και η Κιάφα λίγο αργότερα και έτσι η θέση των Σουλιωτών στα βουνά παγιώθηκε.
Μια απ’ τους πρώτες τους φροντίδες ήταν η προσωρινή ρύθμιση του θέματος της Διοίκησης. Έτσι υπό την προεδρία του Νότη Μπότσαρη, οι εκπρόσωποι αρχηγοί των 8 μεγαλύτερων πατριών συγκροτούν την κυβέρνησή τους, ενώ αρχηγός του στρατού (πολέμαρχος ) τοποθετήθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης.
Μετά την «ρύθμιση των πολιτικών τους πραγμάτων, οι Σουλιώτες προχώρησαν σε δυο διπλωματικές κινήσεις: απέστειλαν αντιπρoσωπία στην Πίζα της Ιταλίας τους Κίτσο και Γεώργιο Τζαβέλα όπου συνάντησαν τον πρώην μητροπολίτη Άρτας και Ουγγροβλαχίας, Ιγνάτιο, κορυφαίο φιλικό: Εκείνος τους συμπαραστάθηκε και έστειλε ένα καράβι με πολεμοφόδια, το μισό για το Σούλι και το υπόλοιπο για τη Μάνη. Παράλληλα επικοινωνούν με τους φιλικούς των επτανήσων από τους οποίους ζητούν να τους ενημερώνουν για την πορεία των ζητημάτων του Έθνους. Βεβαίως, όπως θα δούμε αργότερα (1821-22) βρίσκονται σε επικοινωνία και με την ελληνική κυβέρνηση στην Πελοπόννησο. Χωρίς παρατεταμένες συζητήσεις και σχεδιασμούς, 20 Δεκεμβρίου κιόλας, δύναμη υπό τον Νικόλαο Τζαβέλα και τον Φώτου Παναγιώτη από την Παραμυθιά, κατέλαβαν το χωριό Θεριακίς (νότια της Δωδώνης, ανατολικά του Τομάρου), σημείο απ’ όπου περνούσαν τα ζώα και τα κάρα που μετέφεραν εφόδια στους Τούρκους των Ιωαννίων. Υπογραμμίζουμε εδώ ότι στο σώμα του Ζώη Πάνου εντάχθηκαν νεαροί Σουλιώτες που ήρθαν από την Ιταλία εθελοντικά, όπου είχαν λάβει μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις ως μισθοφόροι. Η επιχείρηση αυτή είναι ενδεικτική ως προς την τακτική πολέμου που ακολουθούσαν οι Σουλιώτες: ξεκίνησαν νύχτα, περπάτησαν ώρες, και επετέθηκαν πάλι νύχτα διεξάγοντας μια «νυχτομαχία». Η επιθετική αυτή τακτική αφαιρούσε απ’ τους υφιστάμενους την προσβολή κάθε δυνατότητα και διάθεση αντίστασης.
Παράλληλα ο Μάρκος Μπότσαρης, στις 22 Δεκεμβρίου επετέθηκε στην επίσης ισχυρή θέση Κομψάδες (κοντά στον σημερινό Αμμόλοφο, σε μεγάλη εφοδιοπομπή τούρκων που μετέφερε πολεμικό υλικό και τρόφιμα στα Γιάννενα. Σκοτώθηκαν η καταδιώχθηκαν οι συνοδοί Τούρκοι και όλα εκείνα τα εφόδια μεταφέρθηκαν στο Σούλι. Η φήμη που σαν άνεμος διαδόθηκε στις γύρω περιοχές για τους σχεδόν ανίκητους μαχητές έκανε την φρουρά των Πέντε Πηγαδιών (κοντά στη σημερινή Κλεισούρα Πρέβεζας) να εγκαταλείψει τη θέση της και να την καταλάβουν οι Σουλιώτες χωρίς αγώνα ή απώλειες. Το γεγονός, όπου αναφέρει ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων, προξένησε ενθουσιασμό στον Αλή Πασά, που βλέπει να δικαιώνεται η συμμαχία του με τους Σουλιώτες και δικαιολογημένη αναστάτωση στους πολιορκητές του.
Ο Πασόμπεης αντελήφθηκε άμεσα τις συνέπειες της απώλειας του φρουρίου των «Πέντε Πηγαδίων». Έτσι θέτει άμεση προτεραιότητα την ανακατάληψή του. Τέλη Δεκεμβρίου του 1820, έστειλε δυο πασάδες οι οποίοι θέλησαν να ακολουθήσουν την πολεμική τακτική των αντιπάλων: κατευθύνθυκαν νύχτα προς το Σούλι (για να μην γνωστοποιηθεί η παρουσία τους) στις παρυφές του Σουλίου και πριν ακόμη χαράξει, ήταν, έτοιμοι για επίθεση. Όμως οι Σουλιώτες τους πρόλαβαν. Ειδοποιήθηκαν μέσω του δικτύου πληροφοριοδοτών για την προσέγγιση του Τουρκικού στρατού και τους περίμεναν πανέτοιμοι. Η φθορά των τούρκων απ’ την μάχη που ακολούθησε ήταν μεγάλη. Οι νεκροί των επιτιθέμενων ξεπέρασαν τους πεντακόσιους, ενώ τα λάφυρα ήταν πολλά: τουλάχιστον 1.500 όπλα συγκεκτρώθηκαν, εμπλουτίζοντας το οπλοστάσιο των Σουλιωτών.
Ύστερα απ’ αυτές τις εξελίξεις, ο σουλτάνος αντικαθιστά τον Πασόμπεη στη διοίκηση του στρατού των Ιωαννίνων, με τον Χουρσίτ πασά της Πελοποννήσου. Εκείνος αρχές Ιανουαρίου του 1821 φεύγει απ’ την Τρίπολη και φτάνει στα Γιάννενα. Έτσι βλέπουμε, οι Σουλιώτες με τους αγώνες τους προξενούν εσωτερικές εντάσεις και εξελίξεις στον στρατό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1821 είναι ένα έτος αλλεπάλληλων επιτυχών σχεδόν στο σύνολο τους, στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται παράλληλα με τα επαναστατικά γεγονότα στην Στερεά και την Πελοπόννησο. Οι Σουλιώτες τώρα, αποτελούν μια δύναμη που στην αντίληψη του μέσου Ηπειρώτη αλλά και των τουρκαλβανών αντιπάλων θεωρείται σχεδόν ανίκητη!
Στο Νότιο τμήμα του σημερινού Νομού Ιωαννίνων, ανάμεσα στους νομούς Θεσπρωτίας και Πρέβεζας, υπήρχαν τα χωριά Τζεριτζιανά και Γρατζενά, θέσεις σημαντικές στρατηγικές καθώς από τα μέρη εκείνα περνούσαν οι γραμμές συγκοινωνίας με τα παράλια του Ιονίου και την Αιτωλοακαρνανία. Αρχές Απριλίου πραγματοποιείται επιχείρηση εναντίον τους. οι Σουλιώτες με την γνωστή του επιμονή και αντοχή (η μάχη κράτησε σχεδόν οχτώ ώρες), ανάγκασαν τους Τσάμηδες- Αλβανούς να αποχωρήσουν από το πρώτο κατόπιν συμφωνίας. Οι σύμμαχοι των Σουλιωτών- μονάδα που όπως σημειώσαμε πριν, την είχε παραχωρήσει ο Αλή- πασάς, δεν κατόρθωσε να καταλάβει κάποια θέση σημαντική. Θα λέγαμε ότι περισσότερο λειτούργησαν διασπαστικά στην συνεργασία των αμυνόμενων των δύο χωριών. Ύστερα όμως απ’ την παράδοση των Τζεριτζιανών, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους στα Γρατζενά και Πλέσα ενώ η περιοχή Λέλοβου περιέρχεται στους Σουλιώτες. Ο Οθωμανός επικεφαλής του στρατού, Μπεκίρ Αγάς Τζογαδόρος (δες σελ.14) που πήρε το μέρος του σουλτάνου), κατέφυγε με τα υπολείμματα της δύναμής του στην Άρτα.
Σ’ αυτές τις επιχειρήσεις σημειώνονται δυο σημαντικές απώλειες: σκοτώθηκαν οι Μάρκος Κουτσουνίκας αρχηγός της φάρας του, όπως και ο Πάνος απ’ τους Σεχαίους. Μια γραμμή κεριών που σβήνουν με τα χρόνια, έτσι που θα μείνουν ένας στους δέκα σχεδόν για να φέρουν στο μαυσωλείο του Γένους, τις τεφροδόχους εκείνων που πίστεψαν και έδειξαν ότι «εύδαιμον το Ελεύθερον».
Σ’ αυτή τη χρονική φάση έρχεται στο Σούλι ο Χριστόφορος Περραιβός τον οποίον οι Σουλιώτες είχαν γνωρίσει στα Επτάνησα, ως εκπρόσωπος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Το γεγονός δείχνει την μεγάλη σημασία που, απέδιδαν οι Φιλικοί στους Σουλιώτες και τον ρόλο που τους αναλογούσε στην επανάσταση. Έφερε μάλιστα και την παρακάτω επιστολή του στρατιωτικού ηγέτη της Εταιρείας:
«Ανδρείοι αρχηγοί των Ελληνικών στρατευμάτων Εγγίζει πλέον ο καιρός τον οποίον τοσούτους αιώνας επροσμέναμεν! Η προσκλητική σάλπιγξ της πατρίδος εντός ολίγου μέλλει να ηχήσει. Δια τούτο σας στέλλω τον ανδρείον και γενναίον Περραιβόν, τον παλαιόν συνασπιστήν σας, με τον οποίον πολλάκις συνηγωνίσθητε κατά των εχθρών της πίστεως και πατρίδος, και εμοιράσατε ευτυχίας και ταλαιπωρίας. Αυτός θέλει σας εξηγήσει τους σκοπούς μου και σας δώσει τας διαταγάς μου. Ακούσατε λοιπόν τους λόγους του, ακολουθήσατε τα συμβουλάς του και δείξατε εις όλον τον κόσμο, ότι το όντι είσθε απόγονοι των λαμπρών ηρώων τους Μαραθώνος και των Θερμοπυλών και ότι καταφρονείτε και σεις το θάνατον ως κει εκείνοι. Η δε ευγνώμων πατρίς θέλει ανταμείψει τας ανδραγοθιάς σας με τας πλουσιάς της δωρεάς, δόξαν, ευγένειαν, τιμάς και αξιώματα.
Την 7η Οκτωβρίου 1820, Ισμαήλ – Αλέξανδρος Υψηλάντης».
Με την συνεργασία του Περραιβού συντάχθηκε ένας κανονισμός λειτουργίας της Σουλιώτικης Πολιτείας:
«Η Αναφορά προς τους Σουλιώτες συνοδευομένη με ένα σύντομον οργανισμόν πολιτεύματος» (45)

***

Ο Απρίλιος του 1821 υπήρξε περίοδος έντονης αγωνιστικής δράσης, όπως είχε συμβεί και τον Δεκέμβριο του 1820: την κατάληψη των Γρατζενών και Τζεριτζιανών ακολουθεί, 18 Απριλίου η κατάκτηση της Μπογόριτζας οχυρής τοποθεσίας επι του Αχέροντα (στον σημερινό Νόμο Πρεβέζης) πέντε ώρες οδοιπορία από το Σούλι. Επισημαίνω κάποια στοιχεία της επιχείρησης που παρουσιάζουν ενδιαφέρον:
Στον σχεδιασμό της επίθεσης υπήρξε κάποια διαφοροποίηση ανάμεσα στον Γεώργιο Δράκο και τον Μάρκο Μπότσαρη. Τότε ο πρώτος είπε: «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Οδηγούμαστε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι οι Σουλιώτες διδάσκοταν αρχαία Ελληνικά απ’ όπου ο Γ. Δράκος γνώρισε το απόσπασμα αυτό και το χρησιμοποίησε (46)
Η σύγκρουση κράτησε δύο μέρες την πρώτη, οι αμυνόμενοι θέλησαν να αντιμετωπίσουν τους Σουλιώτες έξω απ’ τα τείχη αλλά γρήγορα κλείσθηκαν μέσα σ’ αυτά. Οι επιτιθέμενοι χρησιμοποίησαν κάθε τρόπο και μέσο: άλλοι γκρέμιζαν μέρος του τείχους, μερικοί πυροβολούσαν όποιον πρόβαλε σε κάποιο σημείο. Κάποιοι αναρριχήθηκαν και μετά ξίφη απωθούσαν τους τοποθετημένους εκεί. Με πέτρες μάλιστα έφραξαν κάποιες πολεμίστρες έτσι που οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να πυροβολήσουν. Οι αμυνόμενοι έφτασαν να πετάνε και κομμάτια από βράχο η λιθάρια, σαν μικρές μπάλες που χρησιμοποιούσαν ως αμυντικά μέσα, και προξένησαν σημαντική ζημιά στους επιτιθέμενους. Στην εξέλιξη της μέρας και της μάχης έπιασε βροχή και η δράση έπαυσε. Την δεύτερη μέρα οι Σουλιώτες έθαψαν τους νεκρούς τους, αφού κάλεσαν τον παπά του διπλανού χωριού: ΜΑΛΙΣΤΑ, η θέα των τάφων ήταν τέτοια ώστε οι νεκροί να «αντικρίζουν» την Μπογόριτζα και την άλλη μέρα που θα των καταλάμβαναν, να τους βλέπουν (οι νεκροί) να μπαίνουν στο χωριό και να παίρνουν εκδίκηση, για το αίματους! Επική σύλληψη, Ομηρική σκηνή!
Αφού έστειλαν τους τραυματίες στο Σούλι για περίθαλψη, αποφάσισαν, το στράτευμα να κοιμηθεί για λίγο, γιατί όλη τη νύχτα την πέρασαν άγρυπνοι. Οι σκοποί παρατηρούσαν με επιμονή να καταγράψουν της κινήσεις των αμυνόμενων. Κάποια στιγμή διαπίστωσαν ότι κανείς δεν εμφανίζεται στο τείχος. Κατευθύνθηκαν στη άλλη πλευρά της περιτείχισης και βρήκαν κάποιες πύλες ανοιχτές! Οι τουρκαλβανοί φρουροί, τη νύχτα είχαν εγκαταλείψει το φρούριο γιατί κατάλαβαν ότι δεν μπορούν να αντέξουν την επίθεση και έτσι προτίμησαν να σωθούν. Ανάλογη εξέλιξη είχαμε στο κοντινό χωριό Τριβιζανά του οποίου οι υπερασπιστές παραδόθηκαν αφήνοντας βεβαίως και τα όπλα τους.
Οι εξελίξεις μέχρι το τέλος Απριλίου κινούνται από την επιτυχία στις αξεπέραστες δυσκολίες και από των ενθουσιασμό στην σώφρονα επιφυλακτικότητα. Τρίτο δεκαήμερο Απριλίου και μια ισχυρή μονάδα Σουλιωτών υπό τους Νότη Μπότσαρη και Ζυγούρη Τζαβέλλα κατέλαβαν το φρούριο της Γλυκής που ήλεγχε το πέρασμα από Παραμυθιά και βουνά του Σουλίου προς το Κανελλάκι και τις εκβολές του Αχέροντα. Αντίστοιχα ο Βασίλειος Ζέρβας κυρίεψε το φρούριο του χωριού Περιχάτες, νότια της Γλυκής κοντά στο Τσεκούρι. Η τελευταία εξέλιξη ανησύχησε τον φρούραρχο της Πρέβεζας Ταχίρ Παπούλια που έβλεπε την τουρκική κυριαρχία να χάνει κρίκους της συνοχής της. Έτσι επετέθηκε στους Σουλιώτες της περιοχής στη θέση Καντζά. Οι τελευταίοι όχι μόνο νίκησαν αλλά τον συνέλαβαν και αιχμάλωτο και του μετέφεραν στο Σούλι όπου του υποχρέωσαν να σκάβει στα άγονα χωράφια τους, για να δικαιολογήσει την τροφή που του παρείχαν! Αργότερα απελευθερώθηκε με την καταβολή λύτρων. Η νίκη αυτή οδήγησε τους Σουλιώτες σε επιχείρηση κατάληψης της Πρέβεζας η απόκτηση της οποίας θα είχε μεγάλη σημασία για τον αγώνα τους όμως η καθυστερημένη έναρξη της, έδωσε την δυνατότητα στους Τούρκους να ενισχύθουν. Έτσι η υλοποίηση της ματαιώθηκε. Να επισημάνομε ότι την επιβράδυνση της έναρξης αυτής προκάλεσαν οι Τουρκοαλβανοί σύμμαχοι των Σουλιωτών υπό τον Μουχουρδάρη. Απ’ το χρονικό αυτό σημείο εκδήλωνονται ρήγματα στην μεταξύ τους συμμαχία.
Η επιχείρηση κατά της Πρέβεζας δεν ευοδώθηκε όμως η εντύπωση που δημιουργήθηκε στους Τούρκους της Νοτιοδικής Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας ήταν ότι κανένα φρούριο, όσο καλά και αν είχε ενισχυθεί δεν είναι ασφαλές! Ο Μάιος του 1821 κλείνει με την κατάληψη των Λελόβων, που είναι το σημερινό Θεσπρωτικό: Μετά από ολιγοήμερη πολιορκία, ο επικεφαλής της άμυνας της κωμόπολης, Σουλεϊμάν αποχώρησε αφήνοντας όλα τα πολεμοφόδια και τις τροφές στους Σουλιώτες. Αυτό το τελευταίο στοιχείο πρέπει να το συνυπολογίζουμε σε κάθε επιχείρηση των Σουλιωτών.
Όπως είδαμε, μια απ’ τις πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις των Σουλιωτών όταν επανήλθαν στο Σούλι αρχές Δεκεμβρίου του 1820, ήταν η κατάληψη των Βαριάδων. Όμως, επειδή δεν εγκατέστησαν επαρκή φρουρά οι Τούρκοι το ανακατέλαβαν τοποθετώντας ισχυρή δύναμη 1600 Αλβανών. Έπρεπε λοιπόν να εκδιωχθούν από κει γιατί αποτελούσαν σοβαρό πρόβλημα στην ελεύθερη συγκοινωνία με τις παραλιακές νότιες περιοχές, Η επιχείρηση δεν ήταν εύκολη. Ύστερα όμως από στενή πολιορκία και εφαρμογή σχεδίων που οι αμυνόμενοι αδυνάτησαν να εξουδετερώσουν παραδώθηκαν. Οι Σουλιώτες για να μην απασχολούν εκεί μέρος των δυνάμεων τους κατεδάφισαν το οχυρό λύνοντας έτσι το πρόβλημα μια κι έξω!
Ένα ακόμη ισχυρό φρούριο, το Τόσκεσι το υπεράσπιζαν τουρκαλβανοί και αποτελούσαν ένα διαρκή κίνδυνο που μπορούσε να εκδηλωθεί με επιθετική δράση ανά πάσα στιγμή. Η θέση του εκεί που βρίσκομε το σημερινό χωριό Αχλαδιές, 46 χιλιόμετρα από τα Γιάννενα. Έπρεπε αυτή η εχθρική εστία να σβήσει. Έτσι ο Λάμπρος Βεϊκος, Γεώργιος Δράκος, Τούσιας Ζέρβας και ο Ζυγούρης Τζαβέλας, κατευθύνθηκαν εκεί και την πολιόρκησαν στενά. Όμως οι Τουρκαλβανοί που είχαν πληροφορήθηκαν ότι έρχονται ενισχύσεις από τα Γιάννενα, παρέτειναν τις συνομιλίες και δεν προχωρούσαν σε κάποια συμφωνία.
Πράγματι, ο Χουρσίτ έστειλε ένα ισχυρό στράτευμα 3000 υπό τον Μουσταφά πασά. Όμως οι Σουλιώτες τους κατανίκησαν στη θέση Πέντε Πηγάδια.
Έτσι και οι τουρκαλβανοί του Τόσκεσι αποχώρησαν για την Παραμυθιά αφήνοντας πίσω τους πολεμοφόδια, τροφές αποσκευές και ζώα.
Ενώ το Τόσκεσι καταλήφθηκε (πρώτο δεκαήμερο Ιουλίου) οι Μάρκος Μπότσαρης και Λάμπος Βεϊκος αποφάσισαν ότι πρέπει να κυριέψουν με κάθε τρόπο τα Δερβιζιανά. Εδώ υφίστατο και ένα ζήτημα που θα το χαρακτηρίζαμε συμβολικό: Όλοι οι κάτοικοι ήταν Μουσουλμάνοι. Ήταν λοιπόν ένα απ’ τα ελάχιστα, αμιγώς Τουρκαλβανικά χωριά, είτε γιατί κάποιοι παλιοί του κάτοικοι ακολουθώντας το παράδειγμα των σπαχίδων εξισλαμίσθηκαν για να κρατήσουν τις περιουσίες τους, είτε γιατί είχαν μεταφερθεί εδώ Μουσουλμάνοι από την Αλβανία. Τώρα ακολουθήθηκε ένα ανάλογο τέχνασμα όπως και στην 1η κατάληψη των Βαριάδων (6-7 Δεκεμβρίου 1820):
Ξεκίνησε η πολιορκία. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα για τους Σουλιώτες γιατί και τα Δερβιζιανά διέθεταν ισχυρό κάστρο. Οι Σουλιώτες πληροφορήθηκαν ότι έρχεται υπό τον Καλπάν Μπέη στράτευμα για βοήθεια από τα Γιάννενα. Ο Λάμπρος Ζάρμπας τότε με τον Μάρκο Μπότσαρη, κατέστρωσαν και εφάρμοσαν το έξης σχέδιο: ντύθηκαν όπως οι κάτοικοι των Δερβιζιανών, δηλ. με ρούχα που έφεραν Τούρκοι κι Αλβανοί. Τράβηξαν προς τους τόπους που θα αντάμωναν τον στρατό που πλησίαζε. Συνάντησα τον επί κεφαλής και ισχυρίσθηκαν ότι είναι Τούρκοι της Πρέβεζας και ήρθαν με δική τους πρωτοβουλία να βοηθήσουν στην διάλυση της πολιορκίας απ’ τους Σουλιώτες γιατί έχουν συγγενείς μέσα στο Δερβιζιανά. Έτσι έγιναν δεκτοί ως σύμμαχοι. Οι Σουλιώτες πήραν θέση στην πορεία (που λόγω του στενού δρόμου γινόταν «κατ’ άνδρα») ανά ένας ανάμεσα σε 2-3 Τούρκους. Την κατάλληλη στιγμή – σε μια ευθεία στενή, ο τελευταίος Σουλιώτης φώναξε το προσυμφωνημένο σύνθημα, «σπαθί». Τότε όλοι οι Σουλιώτες τράβηξαν τα σπαθιά. Με την κραυγή «σπαθί» εξόντωσαν τους Τούρκους που προηγούνταν ή έπονταν. Ανυποψίαστοι εκείνοι αιφνιδιάστηκαν και όλοι άρχισαν να φωνάζουν: «Μπαμπές – μπαμπές». (άπιστοι – άπιστοι).Το κοντρτάστ των κραυγών (σπαθί – μπαμπές) και των συναισθημάτων συνθέτουν την «φρικτή αρμονία» του Ανδρέα Κάλβου που ακριβώς στην «ωδή εις Σούλι» συνέλαβε ο ποιητής.(47)
Εκείνο που δύσκολα κατανοείται από τον σημερινό αναγνώστη της ιστορίας αλλά και τον μελετητή είναι ότι οι συγκρούσεις είναι διαρκείς και δεν ενοπίζονται σημάδια που να προμηνύουν την λήξη τους παρά, μόνο αν ο ένας απ’ τους αντιπάλους εξουδετερωθεί. Είδαμε μόλις ότι το φρούριο των Βαριάδων πέρασε απ’ τον ένα στον άλλο και επανήλθε στους Σουλιώτες οι οποίοι το ανατίναξαν και να λυθεί το πρόβλημα της κατοχής τους. Σε κείνο τον αγώνα συχνά τέτοιες δυναμικές – ακραίες πρωτοβουλίες έδιναν την «λύση». Μια αντίστοιχη περίπτωση έχουμε με το κάστρο της Ρινιάσας στα παράλια του Νομού Πρέβεζας ανάμεσα στην εκβολές του Αχέροντα και την πόλη κοντά στο σημερινό χωριό «Ριζά». Είχε κτισθεί τον 14ο αιώνα από τον Θωμά- δεσπότη της Ηπείρου και ήλεγχε τα περάσματα από Πρέβεζα και Νικόπολη προς Πάργα τις ακτές της Θεσπρωτίας και εν γένει τους θαλάσσιους δρόμους προς τα Επτάνησα. Ήταν «ο πύργος του Δημουλά» που είχε ανατινάξει η Δέσπω το 1803. Οι τούρκοι το είχαν ξανακτίσει και το είχαν οχυρώσει. Τώρα οι Σουλιώτες με την Μάρκο Μπότσαρη το ανακατέλαβαν και τοποθέτησαν εδώ τον Χριστόφορο Περραιβό με αξιόμαχη δύναμη. Ο Περραιβός ήταν τότε 48 χρόνων, λίγο μικρότερος από τον «Γέρο του Μωριά» και πολεμάει ακόμα στη πρώτη γραμμή! Ένας ζωντανός θρύλος αφού αποτελεί τον κρίκο ανάμεσα στον προεπαναστάτη οραματιστή της Ελευθερία Ρήγα Φεραίο και τους σύγχρονους μαχητές που υλοποιούσαν εκείνα τα οράματα του Εθνομάρτυρα. Ο Περραιβός δεν περιορίστηκε στα αμυντικά του καθήκοντα: Εγκατέστησε και οργάνωσε δύο στρατόπεδα στο Μιχαλίτσι και την Νικόπολη. Μπορεί η Πρέβεζα να μην καταλήφθηκε, όμως μ’ αυτό τον σχεδιασμό του Περραιβού είναι σχεδόν πολιορκημένη και σταμάτησαν οι έξοδοι στρατιωτών Τούρκων από την πόλη με στόχο την λεηλασία των χωριών του κάμπου.
Ο Ιούλιος του 1821 καταγράφεται ως μια περίοδος που οι συγκρούσεις αυξάνονται και είναι πράγματι απορίας άξιον πως οι Σουλιώτες αντέχουν και δεν διαλύονται μέσα σ’ αυτή την υψηλή συχνότητα των επιθέσεων. Είδαμε μόλις ότι οι δυνατότητα των Τούρκων της Πρέβεζας είναι περιορισμένες. Βρίσκουν όμως ευκαιρία οι τσάμηδες του Μαργαριτίου- αν και τυπικά είχαν συνάψει συμφωνία μη επίθεσης με τους Σουλιώτες να κάνουν λεηλασίες σε χωριά που ανήκουν στην Σουλιώτικη δικαιοδοσία. Να προσθέσομε ότι υπήρχε και αγανάκτηση για την αντιμετώπιση του αρχηγού τους Ταχίρ που οι Σουλιώτες όταν τον συνέλβαν τον έβαλαν από διοικητή της Πρέβεζας, εργάτη στα χωράφια για να δικαιολογεί την τροφή του, μέχρι την απελευθέρωση του με καταβολή λύτρων! Οι Σουλιώτες με γρήγορη επίθεση υπό τους Κώστα Μπότσαρη, Χριστόφορο Περραιβό και Χρήστο Τζαβέλλα, τους απέκλεισαν στο σημείο «Καστρακιά» και καθώς βρέθηκαν σε χώρο δάσους (ήταν και καλοκαίρι) τους απείλησαν ότι θα βάλουν φωτιά και θα τους κάψουν ζωντανούς. Εκείνοι παραδόθηκαν και αφού εγκατέλειψαν τα όπλα τους, οι Σουλιώτες του άφησαν να φύγουν.
Οι Τούρκοι βεβαίως δεν έμεναν απαθείς σ’ αυτό. Ασφαλώς πρώτο τους μέλημα ήταν η εξόντωση του Αλή πασά, όμως η δράση των Σουλιωτών συνιστούσε μείζον πρόβλημα. Έτσι συχνά έστελναν δυνάμεις είτε για ενίσχυση πολιορκημένων πόλεων (όπως συνέβη με την Πρέβεζα) είτε για περιορισμό των επιθέσεών τους.
Έτσι στα μέσα του Ιουλίου, ένα σώμα 2000 Τούρκων από τα Γιάννενα κατευθύνεται προς τα βουνά. Οι Σουλιώτες που πληροφορήθηκαν έγκαιρα για την κίνηση αυτή, δεν περίμεναν αλλά κινήθηκαν εκείνοι εναντίον τους. Είναι χαρακτηριστικά τα λίγα που είπε ο Μάρκος Μπότσαρης στους συμμαχητές του εκθέτοντας το σχέδιο δράσης : «Να πιάσομε εμείς πρώτοι τους Δραμασούς και ο θεός βοηθός. Κάλιο να χαθούμε εμείς οι εξήντα παρά να χαθεί τόσος λαός. Εμπρός παλικάρια (48)». Εξήντα με δύο χιλίάδες! Είμαστε στο 1821 η στον κόσμο των Ακριτών;
Η νίκη εκείνη ήταν πράγματι μεγαλειώδης. Ο απομνηματογράφες Σπύρος Τζίπης τελείωσε την περιγραφή της με την φράση: «Οι Τούρκοι φεύγοντας εσέρνανε τους σκοτωμένους ωσάν νάσερναν προβιές στον κατήφορο από δυο τη φορά»!(49).
Ο Μάρκος Μπότσαρης, με ενισχυμένο το σώμα που έδωσε τη μάχη στους Δραμασούς, καταδιώκει τους Τούρκους στη 14 Ιουλίου μέχρι το χωριό Κοσμηρά, μόλις 2 ώρες από τα Γιάννενα! Απ’ εκεί μάλιστα εκτόπισε μια τούρκικη μονάδα και την καταδίωξε μέχρι την, Ραψίστα, μια μόλις ώρα από την έδρα του πασά της Ηπείρου! Τώρα τα πράγματα αντιστρέφονται: δεν είναι οι Τούρκοι που εκστρατεύουν στο Σούλι αλλά οι Σουλιώτες που φτάσαν στις παρυφές των Ιωαννίνων.
Η επόμενη σύγκρουση (18 Ιουλίου) λίγο έλειψε να είναι καθοριστική για το Σούλι και την επανάσταση. Ο Χουρσίτ, ετοίμασε μια δύναμη πάνω από 5.000 στρατιώτες υπό τον Τοπάλ Αλή και τους στέλνει για την Πελοπόννησο να ενισχύσουν την πολιορκημένη Τρίπολη. Επειδή όμως την διάβαση των «Πέντε Πηγαδιών» την κατείχαν οι Σουλιώτες, σκέφθηκε να περάσει το στράτευμα από την Πλάκα. Ο Μάρκος Μπότσαρης όπως οδήγησε την δική του μονάδα, εκεί και κατέλαβε τις πιο επίκαιρες και ισχυρές θέσεις. Πριν ακόμη χαράξει, επιτέθηκε με τους Σουλιώτες και ένα σώμα Αιτωλοακαρνάνων που ήρθε για ενίσχυση, στα κέντρα της τουρκικής δύναμης και την διέσπασε Γρήγορα το στράτευμα τράπηκε σε φυγή και επέστρεψαν όσοι μπόρεσαν, στα Γιάννενα. Κανόνια, ζώα μεταφορικά και πλήθος εφοδίων περιήλθαν στους Σουλιώτες. Όμως στη μάχη τραυματίσθηκε Μάρκος που τον βρήκαν ανάμεσα στους σκοτωμένους Τούρκους ημιλιπόθυμο. Ύστερα από νοσηλεία τριών μηνών στο Σούλι, η υγεία του αποκαταστάθηκε. Η μεγάλη απώλεια απεφεύχθη, οι ελπίδες δεν σβήνουν.
Ο Χουρσίτ, ξέρει ότι όσο οι διαβάσεις προς Νότο δεν είναι ασφαλείς, τόσο το έργο του δυσχεραίνεται. Έτσι ανήθεσε τον στρατηγό του, Σουλεϊμάν πασά να ανακαταλάβει το πέρασμα οπωσδήποτε. Διεξήχθησαν δυο μάχες στην 27 Ιουλίου η πρώτη από τον ίδιο τον Σουλεϊμάν και η άλλη από τον υφισταμενό του Σούλτσα Κόρτσα. Και στις δυο οι μονάδες του Χουρσίτ ητήθηκαν και τα στενά εξακολούθησαν να ελέγχονται απ’ τους Σουλιώτες. Την περίοδο αυτή, οι περιοχές: Νότιο τμήμα σημερινού νομού Ιωαννίνων, η Θεσπρωτία κάτω απ’ τον Καλαμά, και οι σημερινός νομός Πρέβεζας και Άρτας είναι ελεύθερες. Ετσι εξασφαλίζεται η επικοινωνία με της Δυτικές ακτές της Ηπείρου και την Αιτωλόακαρνανία. Έχομε λοιπόν εδώ ένα μέρος της αγωνιζόμενης Ελλάδας ελεύθερο, όμως κάποια ισχυρά φρούρια παραμένουν στους Τούρκους, που είναι: Τα Γιάννενα, η Πάργα, η Πρέβεζα, το Μαργαρίτι και η Άρτα. Αναφερθήκαμε στην επιχείρηση κατάληψης της Πρέβεζας. Στα τέλη του Ιουλίου του 1821, επιχειρήθηκε απ’ τους Πάργιους η απελευθέρωση της πόλης τους και γι’ αυτή την επιχείρηση ζητήθηκε η βοήθεια των Σουλιωτών. Εκείνοι απάντησαν ότι δεν αρνούνται κάτι τέτοιο όμως οι συνθήκες τώρα επιβάλουν να βρίσκονται σε άλλους τομείς του αγώνα. Έτσι οι Πάργοιοι επεχείρησαν μόνοι τους με τη συνεργασία μόνον του Περραιβού (που διέθετε μόλις 50 άνδρες), την υλοποίηση του σχεδίου, που απέτυχε. Στην απροθυμία των Σουλιωτών δεν πρέπει να αποδώσουμε αδιαφορία ή αποστασιοποίηση από τα προβλήματα των Παργίων που διαμένουν με πολλές δυσκολίες στην Κέρκυρα. Οι περιπτώσεις της Πάργας και Πρέβεζας δε αποτελούσε απλά θέμα αντιπαράθεσης Ελλήνων – Τούρκων. Με διάφορους τρόπους εμπλέκονται και οι Άγγλοι που βρίσκονται τόσο κοντά – δίπλα στα Επτάνησα και δεν θέλουν επιχειρήσεις στον θαλάσσιο τομέα του Ιονίου: Άλλωστε, τα 2 πρώτα χρόνια της επανάστασης, μέχρι την ανάληψη του υπουργείου εξωτερικών της Αγγλίας απ’ τους Γεώργιο Κάνινγκ η αγγλική εξωτερική πολιτική ήταν φιλοτουρκική. Έτσι, η παρουσία των Ελλήνων στα παραθαλάσσια φρούρια της Ηπείρου εξαιρτώταν και από την Αγγλική στάση και οι Σουλιώτες δεν θέλουν να βρεθούν με κανένα τρόπο σε θέση οποιασδήποτε μορφής «αντιπαράθεσης». Όμως η Άρτα αποτελούσε διαφορετική περίπτωση. Έτσι αποφασίστηκε η κατάληψη της. Συμμετείχαν και Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγοί, και αναμεσά τους ο Γεώργιος Καραϊσκάκης που για πρώτη φορά είδε τους Σουλιώτες από κοντά και ειδικότερα τον Μάρκο Μπότσαρη που τον θαύμασε για την γενναιότητά του. Η ελληνική επίθεση ξεκίνησε καλά. Καταλήφθηκε μάλιστα ένα προάστειο της πόλης, το Μαράτι. Όμως λόγω της ισχυρής Τουρκικής παρουσίας στο φρούριο της πόλης (4.000 περίπου στρατός) της εκτροπής πολλών Ελλήνων (που εισέβαλαν) στην λεηλασία, της έλλειψης πυρομαχικών και της αποστολής απ’ τα Γιάννενα βοήθειας για ενίσχυση των πολιορκημένων, η κατάληψη της πόλης δεν επετεύχθη.
Το ίδιο αυτό διάστημα η συμμαχία των Σουλιωτών με τους Τουρκαλβανούς που είχε διαθέσει ο Αλή – Πασάς, έσπασε. Οι τελευταίοι εγκαταλείπουν τον μέχρι τώρα φίλο και χρηματοδότη τους και συνάπτουν συμφωνία με τον αντίπαλό του Χουρσίτ.
Ο Αλή πασάς μέσα στο δεύτερο μισό του 1821, καταστρώνει ένα πολύ φιλόδοξο αλλά και εντυπωσιακό σχέδιο για λύση της πολιορκίας των Ιωαννίνων αλλά και συνεργασίας του με τους Έλληνες επαναστάτες. (50) Για το ζήτημα αυτό, αν και δεν εντάσσεται στο θέμα μας απόλυτα, είναι ενδιαφέρον να κάνομε μια σύντομη αναφορά γιατί δεν είναι γνωστό σε πολλούς. Προτείνει λοιπόν:α) να βγει απ’ το κάστρο των Ιωαννίνων και να κατευθυνθεί στην Στερεά. β) Να συγκεντρώσει Αλβανούς στρατιώτες αποσπώντας όλους όσους είναι ενταγμένοι στον τουρκικό στρατό και αποτελούν τον κύριο κορμό του γ) Να συμπολεμήσουν Έλληνες και Αλβανοί κατά των Τούρκων. δ) οι επιχειρήσεις να επεκταθούν προς βορρά και να απελευθερωθεί ο Ελλαδικός χώρος μέχρι Αλβανία και Αξιό ε) Σε επόμενη φάση να κατευθύνουν στην Κωνσταντινούπολη και να εκθρονίσουν των Σουλτάνο.
Μάλιστα δεσμεύεται να διαθέσει 15.000.000 γρόσια!
Για την προώθηση του σχεδίου προσπαθεί να έρθει σε επαφή (στέλνοντας επιστολές) με τους: Καποδίστρια, μητροπολίτη Ιγνάτιο, Ι. Καρατζά (υψηλόβαθμο στέλεχος της φιλικής Εταιρείας), Μ. Μποτσαρη, Αλ. Μαυροκορδάτο, Δημ. Υψηλάντη και Θ. Κολοκοτρώνη. Ο Αλ. Μαυροκορδάτος όμως που κατανόησε τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν τον Αλή στην πρόταση αυτή, διείδε ότι πρόκειται για ένα τυχοδιωκτικό πλάνο που απέβλεπε μόνο στη σωτηρία του και ότι αν (μιλάμε βεβαίως υποθετικά) κάποτε πετύχαινε, ο Αλής θα έφερνε και πάλι τους Έλληνες στη θέση των ραγιάδων. Έτσι φρόντισε ώστε να μην υλοποιηθεί σε κανένα του σημείο. Καμία επιστολή δεν έφτασε στον προορισμό της.
25 Ιανουαρίου 1822 ο Αλή θανατώνεται από στρατιώτες του Χουρσιτ στο νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων.
Η τεράστια Τούρκικη δύναμη των Ιωαννίνων ήταν τώρα έτοιμη να κατευθυνθεί προς Νοτο για να υποτάξει τους εξεγερμένους Έλληνες. Και σ’ αυτή την φάση, με την αισιοδοξία που συνόδευε τον νικητή Χουρσίτ, τις δεδομένες ικανότητες του και την ύπαρξη εκείνου του επιτελείου με τους καλύτερους Τούρκους αξιωματικούς, οι τούρκοι είχαν με το μέρος τους όλες τις προϋποθέσεις για επιτυχή έκβαση της επιχείρησης. Όμως η Τουρκαλβανοί οπλαρχηγοί, των οποίων ο αρχιστράτηγος εκτιμούσε την εμπιστοσύνη που του έτρεφαν αλλά και την παλληκαριά τους, τον έπεισαν να μείνει μέχρι να υποτάξει του Σουλιώτες. Δεν ήταν δυνατόν, είπαν, να παραμείνει μια επαναστατική εστία που θα αναστάτωνε όλη την Ήπειρο. Μάλιστα υποστήριξαν ότι αν έφευγαν μαζί τους, κινδύνευαν οι περιουσίες τους και οι οικογένειες τους απ’ τους Σουλιώτες. Εκείνος πείσθηκε θεωρώντας τα επιχειρήματα τους σωστά. Άλλωστε η επιχείρηση ήταν εύκολη. Σαράντα με πενήντα χιλιάδες στρατός, θα καθάριζε τον βουνό με τους 2000 περίπου σουλιώτες οπλοφόρους, σε 2-3 βδομάδες. Έπεσε λίγο έξω. Η υλοποίηση των σχεδίων του κράτησε 5 μήνες και 1 βδομάδα! Οι μεγάλες συγκρούσεις διεξήχθησαν σε 2 φάσεις:

Α. Μέσα Μαΐου σημειώθηκαν οι μάχες:
* Αγίου Δονάτου: σχεδόν 17 ώρες κράτησε η σύρραξη με συμμετοχή 6.000 τούρκους που υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Υπήρξαν 800 περίπου νεκροί.
* Ζαβρούχου: Κι εδώ είχαμε ανάλογη εξέλιξη. Το τουρκικό σώμα με τις 9.000 στρατιώτες απέτυχε να εισβάλει στο Σούλι και επέστρεψε στην βάση του,
* Στρέθιζας: ολοήμερη μάχη όπου οι Ομερ Βριώνης και Άγο Μουχουρδάρης δεν κατώρθωσαν να ανατρέχουν την άμυνα του Σουλιώτων. Κι εδώ ο τούρκικος στρατός ανέρχεται σε 8.000 άνδρες.
* Μαμάκου: Οι Γεώργιος Δράκος, Γιώτης Δαγκλής και Πήλιο Γούσης ανέκοψαν με 200 οπλοφόρους 5.000 Γκέκηδες και Λιάπηδες:

Ο Χουρσίτ δεν μπορεί να δεχθεί αυτή την αποτυχία. Αυτός που τώρα μετά την εξόντωση του Αλή πασά είναι ο επικεφαλής των Σουλτανικών δυνάμεων όλου του Ελλαδικού χώρου αδυνατεί να υποτάξει μια μικρή ομάδα επαναστατών! Τα λόγια του είναι χαρακτηριστικά: «Δεν ήλπιζα ποτέ με τόσα πολυάριθμα και ανδρεία στρατεύματα, οδηγούμενα και από τοιούτους εμπειροπολέμους αρχηγούς να μην είχετε κατασφάξει και σκλαβώσει έως τώρα μόλις δύο χιλιάδες ραγιάδες. Δεν υποφέρω πλέον να βλέπω ζωντανούς τους υβριστές του βασιλέως μου, αλλά με μίαν μόνην απαφασίν επιθυμώ, κατά του όρκου μου, να τους περάσω όλους από το οθωμανικό σπαθί (51). Ύστερα από πολεμικό συμβούλιο, αποφασίσθηκε να προσβάλουν τη θέσεις που αποτελούσαν για τους Σουλιώτες ζωτικής σημεία δηλ αμυντικές θέσεις και πηγές απ’ όπου έπαιρναν νερό. Όλη την υπόλοιπη ορεινή περιοχή των άφησαν έξω από τον σχεδιασμό τους. Έτσι από 27 Μαΐου μέχρι 2 Ιουνίου διαδραματίζονται οι συγκρούσεις:

* στην Κιάφα: Εδώ αντιστάθηκαν 300 μαχητές υπό τους Ζυγούρη Τζαβέλα και Νάση Κουτσονίκα. Η άμυνα δεν ήταν μόνον υπόθεση των ανδρών. Όπως είχε συμβεί και στο παρελθόν (για παράδειγμα το 1792) οι γυναίκες με λοστούς έβγαζαν βράχους που τους κυλούσαν στον κατήγορο προκαλώντας μεγάλη φθορά στους επιτιθέμενους που αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν.
* στα Χώνια: όπως δηλώνει και η λέξη (χωνί) εδώ υπήρχαν πηγές απ’ όπου οι Σουλιώτες έπαιρναν νερό. Η λέξη χώνη (με την μετατροπή του –ω σε –ου, όπως για παράδειγμα η λέξη κώδων- κουδούνι) στην Ήπειρο σημαίνει χαράδρα ή ρεματιά που την διαρρέει συνήθως νερό. Την άμυνα των πηγών είχαν αναλάβει οι Λάμπρος Βεϊκος, ο Θανάσης Δράκος και ο Χριστόφορος Περραιβός με 110 μαχητές. Η νίκη έκλινε προς τους Σουλιώτες. Στο τέλος της μάχης, οι γυναίκες μάζεψαν όπλα σπαθιά και άλλα αντικείμενα υπ’ τους σκοτωμένους Τούρκους.
*στο Ναβαρίκο: οι Ι. Μπιθηφίκος και Γ. Δράκος, με 50 περίπου συμπολεμιστές (οι άλλοι 100 της μονάδας τους είχαν τοποθετηθεί σε κοντινά σημεία για να αποτραπούν πλαγιοκοπήσεις κράτησαν την άμυνα, αντίθετα σε κάθε λογική ερμηνεία και ανέτρεψαν τις επιθέσεις του Ομέρ Βριώνη. Ο ιστορικός του Σουλίου Ν.Ασημακόπουλος χαρακτηρίζει την σύγκρουση και κυρίως την επιτυχή άμυνα ως «γιγαντομαχία». Βεβαίως μιλάμε με ιστορικούς όρους και δίνουμε ερμηνεία με βάση τα στοιχεία: διαπιστώνομε εδώ αναλογίες με τις μάχες των Θερμοπυλών (και την ναυμαχία της Σαλαμίνας): η είσοδος στο οχυρό του Ναβαρίκου όπου βρίσκονταν η καρδιά της άμυνας, ήταν στενή. Από τις εκατοντάδες και χιλιάδες που βρίσκονταν απέναντι, λίγες δεκάδες μπορούσαν να εισχωρήσουν. Οι Σουλιώτες απ’ την άλλη, εφάρμοζαν τακτική του απόλυτου συγχρονισμού των πυρών τους. Με την εκφώνηση ενός συνθήματος, πυροβολούσαν όλοι μαζί, ο καθένας στο «δικό του σημείο». Έτσι καμία σφαίρα δεν πήγαινε χαμένη. Και βεβαίως το φράγμα πυρός ήταν τόσο πυκνό που δεν διασωζόνταν κανείς αντίπαλος. Όμως με το να μένει κάποιος στη θέση του και να αμύνεται ώρες, χωρίς να τον κλονίζει το πλήθος των αντιπάλων, αντίθετα να τους βλέπει από θέση περήφανου απτόητου και ακατάβλητου αγωνιστή, δημιουργείται η αίσθηση μιας «Καζαντζακικής υπέρβασης», εκεί, όπου ο Οδυσσέας του κρητικού νέο-επικού με τους συντρόφους του ξεπερνάνε όλα τα ανθρώπινα όρια: Έτσι όταν η Καστροπολιτεία που δημιούργησε ο πολύτροπος ταξιδευτής καταρρέει από σεισμό, ο συνεργάτης του ο Κένταυρος, κρατάει τις τεράστιες πέτρες της εξόδου, έτσι που βγαίνουν όλοι οι άλλοι και σώζονται. Ο ίδιος, βουλιάζει στο έδαφος και χάνεται μαζί με υπέρθυρο χωρίς καθόλου να λυγίζει (52)
* Με το τέλος των μαχών Ναβαρίνου και Χωνίων, οι Σουλιώτες άντρες συγκεντρώθηκαν σε ένα ψηλό σημείο της περιοχής και τραγούδησαν τους παρακάτω στίχους το Ρήγα Φεραίου:

«Αυτούς που βλέπ’ αντικρύ.
είναι Δουδούμηδες χοντροί.
Χωρίς πιλάφι δεν μπορούν
Μιαν ώραν δεν προσμένουν,
Χωρίς καφέ πεθαίνουν»! (53)

Η διαχρονική συνάντηση των γενεών πάνω στην σύνθεση Αγώνων και Λόγου!

Ο Μάρκος Μπότσαρης, το κρίσιμο αυτό διάστημα βρίσκεται στο Μεσολόγγι για να ζητήσει απ’ την κυβέρνηση αποστολή βοήθειας ώστε το Σούλι να σωθεί. Οι αντίπαλοι είναι τόσο ισχυροί και καθώς ανανεώνουν τις δυνάμεις τους διαρκώς, τελικά θα υπερισχύσουν.
Αν λοιπόν ήθελαν οι αρμόδιοι (που βεβαίως ήθελαν) να σώσουν το Σούλι βοηθώντας παράλληλα την Επανάσταση να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί, έπρεπε να βοηθήσουν. Το αίτημα δεν χρειαζόταν επιχειρήματα να στηριχθεί. Έγινε δεκτό. Ετοιμάσθηκε λοιπόν εκστρατευτικό σώμα από Μανιάτες, επτανησίους και φιλέλληνες. Επί κεφαλής του οποίου μπήκε ο Μαυροκορδάτος. Άπειρος από στρατιωτική οργάνωση και πολεμική δράση, ενήργησε εντελός αντίθετα από τον Καποδίστρια όταν αρνήθηκε την στρατιωτική ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας (όπως τονίσαμε στην αρχή της εργασίας αυτής). Δόθηκαν τρεις μάχες στην Πλάκα (29 Ιουνίου) Σπλάντζας και Πέτα (4 Ιουλίου). Στην Σπλάντζα πολέμησε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης ο οποίος αρχικά προσορμίστηκε στο λιμάνι των Συβότων. Όμως οι Αγγλική Διοίκηση των Επτανήσων παρενέβη και του παρήγγειλε να αποχωρήσει από κει γιατί η περιοχή ανήκε στην δική τους επικράτεια. Έτσι κατευθύνθηκε στη Σπλαντζα. Τονίζουμε την λεπτομέρεια αυτή για να καταλάβουμε και πόσο δύσκολο ήταν για τους Σουλιώτες η ανάληψη επιχειρήσεων στην παραθαλάσσια αυτή ζώνη και τον ρόλο της Αγγλίας. (είμαστε ακόμη στα μέσα του 1822. Η αλλαγή της Αγγλικής πολιτικής με τον Κάνιγκ θα σημειωθεί κατά το τέλος του έτους αυτού).

Εκεί στη Σπλάντζα σκοτώθηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Την άλλη μέρα το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα υπέστη δεινή ήττα στο Πέτα: Ύστερα απ’ αυτό το γεγονός, οι Σουλιώτες αποχωρούν και το Σούλι παραδίδεται στους Τούρκους. Αναμεσά τους υπεγράφη η παρακάτω συνθήκη:
«Α. Να στείλουν εκάτερα τα μέρη γράμματα και ανθρώπους προς τον διοικητήν της Επτανήσου δια να πληροφορηθούν οι Σουλιώτες αν τους δέχονται εις τας νήσους.
Β. Όσα αναγκαία τροφής, πολέμου και κάθε περιττόν κινητόν πράγμα έχουν κοινά και μερικά, να τ’ αγοράσουν οι Τούρκοι με την τιμήν την οποίαν πολιτεύονται εις τα πέριξ.
Γ. Να ναυλώσουν οι Τούρκικοι πλοία υπό Ιονικήν σημαίαν με έξοδα των
Δ. Να φέρουν οι ίδιοι φορτηγά ζώα δια να μετακομίσουν οι Σουλιώται τα αδύνατα μέλη και τα σκεύη των εις την Σπλάντζαν (λιμένα).
Ε. Τα οθωμανικά στρατεύματα τα οποία στρατοπεδεύουν είς το Γλυκή, από το οποίο μέλλουν να διαβώσιν οι οικογενειαι, να μετατοπίσουν εις άλλο μέρος μακράν.
Στ. Να πάρουν ομήρους τους πλησιεστέρους συγγενείς των σημαντικών Τούρκων, τόσο των πασάδων, μπέηδων και αγάδων, οίτινες ευρίσκονται εις την πολιορκία της Κιάφιας, όσον και των γειτόνων αγάδων. Αυτούς δε τους ομήρους να τους έχουν μαζί των οι Σουλιώτες έως ότου να εμβούν εις τα πλοία όλοι,
Ζ. Χωρίς να συναχθούν τα αναγκαία πλοία εις Σπλαντζαν και χωρίς να λάβουν τους ομήρους οι Σουλιώτες εις τας χείρας των, να μην εβγάλουν ούτε πράγματα ούτε ανθρώπους έξω του κάστρου» (54). Οι Τούρκοι κατέβαλαν και 150.000 γρόσια για την απελευθέρωση ενός πασά που ήταν αιχμάλωτος στο Σούλι.
Η Β’ αυτή έξοδος του Σουλιώτων γίνεται στη 2 Σεπτεμβρίου του 1822.

Για την μεγάλη σημασία των αγώνα τους που κράτησε μέχρι τον Σεπτέμβριο, ο Διανύσιος Κόκκινος γράφει:
«Το κέρδος του Ελληνικού αγώνος εκ της ηρωικής εκείνης και αποτελεσματικής αμύνης των Σουλιωτών ήταν μεγάλο. Εχρονοτρίβησεν ο Χουρσίτ και δεν εκκίνησεν εγκαίρως δια την Πελοπόννησο, οπότε αρχηγός της μεγάλης εκστρατείας κατά της επαναστάσεως θα ήταν αυτός και όχι ο Δράμαλης… Και με την έμπειρον και ικανόν Χουρσίτ επικεφαλής τόσου στρατού… τα αποτελέσματα της εκστρατείας πιθανόν να ήσαν διαφορετικά» (55)

* * *

Β.γ. Όπως είδαμε, ο Μάρκος Μπότσαρης την κρίσιμη και δραματική αυτή τελευταία περίοδο, δεν βρισκόταν στο Σούλι αλλά στο Μεσολόγγι. Από κει οργάνωσε την εκστρατεία στην Ήπειρο της οποίας όμως δεν είχε την ευθύνη σχεδιασμού και υλοποίησης. Τώρα επιστρέφει πάλι στην πόλη και μαζί του βρίσκονται οι:
Κίτσος Τζαβέλλας
Νότης Μπότσαρης
Κώστας Μπότσαρης
Γιώτης Νταγκλής (Δαγκλής)
Λάμπρος Βεϊκος
Γεώργιος Δράκος
Ζερβαίοι
Κώστας Ζήσης

Οι Τούρκικες δυνάμεις υπό τον Ομέρ Βρυόνη ακολουθούν και φθάνουν στην περιοχή μετά την 20ή Οκτωβρίου. Μαζί του και ο Κουταχής που πρωτοεμφανίζεται στις επιχειρήσεις του Οθωμανικού στρατού. Σίγουρα οι αμυντικές συνθήκες δεν ήσαν επαρκείς: ευάλωτο τείχος, μικρά αποθέματα τροφίμων, στρατιωτικές δυνάμεις περιορισμένες. Η αρχηγία της άμυνας δόθηκε στον Μάρκο Μπότσαρη ο οποίος προέβη σε όλες τις αναγκαίες κινήσεις για ενίσχυση των αμυνόμενων. Όπως συνέβη και σε προηγούμενες περιπτώσεις, ο Σουλιώτης αγωνιστής δεν έδρασε ως στρατιωτικός μόνον αλλά και ως διπλωμάτης: παρέσυρε τον Ομέρ Βριώνη σε ατέρμονες συζητήσεις για παράδοση της πόλης. Πέρασε έτσι το διάστημα που ο πολυπληθής τουρκικός στρατός μπορούσε να καταλάβει την πόλη εξ εφόδου. Ο Αλβανός πασάς είχε και επιφυλάξεις για την επιτυχία μιας επίθεσης, με βάση την πείρα του από τις παλιές συγκρούσεις με τους Σουλιώτες. Στο διάστημα αυτό ήρθαν ενισχύσεις και προμήθειες Παράλληλα άρχισαν οι βροχές και η κατάσταση αποτελματώθηκε κυριολεκτικά (νερό, λάσπη, ρέματα, ομίχλη, βροχοπτώσεις) και μεταφορικά! Τότε ο Μάρκος έστειλε το μήνυμα στους πολιορκητές: «όσο ζει ο Μάρκος και βρίσκεται στο Μεσολόγγι, χωρίς σπαθί δεν θα το πάρετε… Δεν μπορούμε να αποχωριστούμε από το έθνος μας και την κυβέρνηση μας» (56). Η επίθεση που έκαναν οι Τούρκοι, νύχτα Χριστουγέννων το 1820, απέτυχε και όσο στράτευμα είχε απομείνει αποχώρησε.
Τότε ήρθε στο Μεσολόγγι ο Λόρδος Βύρων ο οποίος με δικά του έξοδα συντήρησε το στρατιωτικό σώμα των Σουλιωτών δημιουργώντας έτσι ένα αμυντικό πυρήνα για υπεράσπιση της πόλης σε ενδεχόμενη νέα προβολή.
Να διευκρινίσομε εδώ ότι με την συμπλήρωση του 1822, η Αγγλική Εξωτερική πολιτική διαφοροποιείται. Η φιλοτουρκική γραμμή που ίσχυε εγκαταλείπεται. Έτσι και ο Άγγλος αρμοστής των Επτανήσων δεν παρακολουθεί, δεν ελέγχει ούτε εμποδίζει Έλληνες και βεβαίως Σουλιώτες να έρθουν στην επαναστατημένη Ελλάδα της οποίας οι αγωνιζόμενες δυνάμεις, μ’ αυτό της τρόπο, ενισχύονται.
Η αποτυχία κατάληψης του Μεσολογγίου οδήγησε τους Τούρκους επιτελείς (επειδή δεν μπορούσε να γίνει εκείνη την περίοδο μεγάλη εκστρατεία) να επιχειρήσουν με μικρότερης κλίμακας στρατιωτικές μονάδες (από ό,τι το Χουρσίτ και το Δράμαλη) την κατάπνιξη των εξεγέρσεων ταυτόχρονα σε τέσσερις περιοχές: ο Μουσταής Πασάς της Σκόδρας με τον Όμερ Βρυόνη να δράσουν στην Δυτική Ελλάδα. Ο Γιουσούφ πασάς των Πατρών, να κάνει στρατολόγιση στη Νότια Ήπειρο και να περάσει στην Πελοπόννησο. Ο Κιουταχής στη Θεσσαλία (Μαγνησία) και ο Γιουσούφ Περκόφσταλης με τον Σελίμ πασά στην Ανατολική στερεά και από εκεί να κατευθυνθούν στην Πελοπόννησο. Η πιο αξιόλογη δύναμη ήταν του Μουσταή ο οποίος προϊστατο, εμπειροπόλεμων Αλβανών και ο ίδιος διέθετε μεγάλο κύρος. Ο Μάρκος Μπότσαρης έκρινε ότι δεν πρέπει να περιμένουν στο Μεσολόγγι. Η νίκη του προηγούμενου χρόνου δεν ήταν εύκολο να επαναληφθεί. Γι’ αυτό αποφάσισε να κατευθυνθεί προς το Καρπενήσι κι εκεί να αιφνιδιάσει τον Μουσταή. Πριν ξεκινήσουν, οι μαχητές ακολουθώντας συνήθεια των παλιοτέρων κλεφτών, πλύθηκαν στα νερά του Καμπύσου παραποτάμου του Αχελώου και «χτένισαν τας κυματοειδείς κόμας των… Ο Μάρκος ενδεδυμένος κυανήν χλαμύδα σημείον διακριτικόν των στραταρχών μεταξύ των Ελλήνων, εξέθηκε το σχέδιον του (57) θα διενεργούσαν μια ακόμη νυχτομαχία για να αποτρέψουν τον επερχόμενο κίνδυνο. Έχοντας μαζί του και τον Κίτσο Τζαβέλα, με τους Σουλιώτες να αποτελούν την βάση του εξτρατευτικού αυτού σώματος έδωσε την κρίσιμη μάχη τη νύχτα της 9ης Αυγούστου. Η νύχτομαχία ήταν τρομερή. Το στράτευμα του Μουσταφά Σκόρδα υποχώρησε σε κατάσταση αποσύνθεσης και η εκστρατία ανεστάλη προσωρινά. Η ψυχολογική διάσταση της ήττας αυτής για τους Τούρκους ήταν μεγάλη, αφού όταν είχε αναγγελθεί ότι ο αξιωματικός αυτός ανάλαβε αρχιστράτηγος, οι τούρκοι «άπαντες επίστευον μετά πολλής πεποιθήσεως ότι εκστρατεύοντος του πασά της Σκόδρας κατά της Ελλάδος βεβαίως αυτή τετέλεσται (58).
Από τους Σουλιώτες σκοτώθηκαν 60. Όμως ανάμεσα τους και ένας που ισοδυναμούσε με «μυρίους» κατά την έκφραση του Ηράκλειτου: Ο Μάρκος Μπότσαρης που δέχθηκε σφαίρα στο μέτωπο. Έπεσε στη μάχη, την ώρα που ορμούσε στο εχθρικό στρατόπεδο με την αίσθηση της Νίκης. Και ανήκει σε κείνους για τους οποίος ο Περικλής είπε ότι πέθαναν βιώνοντας τον απόλυτο θρίαμβο και τον Σόλωνα που κατέταξε στους ελάσσονες ευτυχείς.

«Ο μετά ρώμης και κοινής ελπίδας άμα
γιγνόμενες αναίσθητος θάνατος».

Ο θάνατος του προκάλεσε αντίκτυπο όχι μόνο, πανελλήνιο αλλά πανευρωπαικό και παγκοσμιο! Ο Σολωμός έγραψε το ποίημα, «εις Μάρκο Μπότσαρη», ο Κάλβος αναφέρεται στον ήρωα στην Ωδή του «εις Σούλι».
Ο Βίκτωρ Ουγκώ τον κατατάσσει σε κορυφαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας (ιστορίας), ενώ θα τον συναντήσουμε και στο έργο του Ιουλίου Βέρν, «20.000» λεύγες κάτω από τη θάλασσα) δίπλα στον Γ. Ουάσιγκτον, «ο Λεωνίδας της νεότερης Ελλάδας.
Και στην Αμερική έφθασε η φήμη του ήρωα: ο Fitz Greene Halleck (1795-1861) έγραψε ποίημα «Μάρκος Μπότσαρης».
Την κρίση των Ελλήνων αγωνιστών της εποχής εκφράζει ο Γεώργιος Καραϊσκάκης: «Μήτηρ άλλη δεν έγεννησεν εις την Ελλάδα δεύτερον Μάρκον. Ούτε είδα ούτες θέλω ιδεί τοιούτον πολεμάρχην.»
Ο Αθανάσιος Ψαλλίδας αναφέρει ότι κυκλοφόρησε μενταγιόν με την μορφή του, στην Γαλλία, ενώ οι σπουδαστές είχαν το πορτρέτο του στα δωμάτια τους, όπως συνέβη στην Ευρώπη και τον κόσμο όταν φοιτητές κυρίως είχαν την φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα μετά το 1967! Βεβαίως όλη αυτή η κινητοποίηση βοήθησε την επανάσταση με την ενίσχυση του φιλελληνισμού κινήματος παγκόσμια!
Oι μεγάλες προσωπικότητες επηρεάζουν την ιστορία όχι μόνο εν ζωή αλλά και νεκροί.

Ο Μουσταής, παρά την φθορά που υπέστη, ανασυντάχθηκε και με ενισχύσεις που έλαβε, επεχείρησε επίθεση στη θέση «Καλιακούδα» όπου είχαν παραταχθεί Ελληνικές δυνάμεις υπό τον Ζυγούρη Τζαβέλλα. Ενώ αρχικά οι επιχειρήσεις ήταν επιτυχείς για τους Έλληνες, η διείσδυση εχθρικής δύναμης σε σημείο που η φύλαξη ήταν πλημελής και βρισκόταν στα νώτα των μαχόμενων οδήγησε στην ήττα. Εδώ σκοτώθηκε ο επικεφαλής της επιχείρησης Ζυγούρης Τζαβέλας. Ο Μουσταής κατευθύνθηκε προς το Αιτωλικό, ενώ ο Κώστας Μπότσαρης μετακινήθηκε γρήγορα στο Μεσολόγγι και ανέλαβε την άμυνα της πόλης. Ο Τούρκος πασάς απέτυχε να καταλάβει το Αιτωλικό. Υπέστη μάλιστα μια ακόμη ήττα από τον Κίτσο Τζαβέλλα στις 7 Νοεμβρίου του 1823, στη θέση «Σκαλί» της Αιτωλοακαρνανίας. Καθώς ήρθε και ο χειμώνας που δυσχέραινε τις προσπάθειές του, ενώ δεν πέτυχε κανένα απ’ τους στόχους του (κατάληψη Αιτωλικού- Μεσολογίου) αποσύρθηκε προς Βορρά. Οι Σουλιώτες εδώ ματαίωσαν τα σχέδια των Τούρκων στην Δυτική Ελλάδα!
Να τονίσομε ότι μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα πολεμάει και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ο οποίος δεν είχε ακόμα δικό του στρατιωτικό τμήμα. Τους δυο ακατάβλητους αγωνιστές θα τους συνδέσει στενή φιλία και θα βρεθούν συμπολεμιστές σε σειρά μαχών μέχρι τον θάνατο του δεύτερου το 1827 (59)
Στην αναφορά μας στον σχεδιασμό των Τούρκων την περίοδο αυτή συναντήσαμε τους Γιουσούφ Περκόφτσαλη και τον Σελίμ πασά. Οι δυο τους στα μέσα του 1824 υπό την αρχηγία του Δερβίς Πασάς, συγκροτούν ισχυρή δύναμη περίπου 15.000 ανδρών (60) και διεξάγουν επιχειρήσεις στης Ευρυτανία. Οι Έλληνες, 2.000 περίπου οχυρώνονται στην Άμπλιανη υπό τους: Γ. Δράκο, Γιώτη Δαγκλή, Διαμάντη Ζέρβα, Κ. Τζαβέλλα, Γεώργιο Ζήκου Τζαβέλλα, Τούσα Ζέρβα και Λάμπρο Βέϊκο. Η σύγκρουση αυτή αναφέρεται απ’ τους ειδικούς πολεμικούς αναλυτές ως ένα παράδειγμα όπου η τακτική και το πάθος επιφέρουν νικηφόρο αποτέλεσμα κόντρα στην ισχύ των αριθμών. Τότε ο Κίτσος Τζαβέλας για την γενναιότητα που επέδειξε χαρακτηρίσθηκε «ήρωας της Άμπλιανης».
Να προσθέσω ότι μαζί με τους Σουλιώτες πολέμησε και ο οπλαρχηγός Δροσίνης πρόγονος του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη, διευθυντή του περιοδικού «Εστία» και συνεργάτη του Κωστή Παλαμά.
Το 1824 κλείνει με μια ακόμη σημαντική σύγκρουση, τη νικητήρια μάχη της Πανάσσαρης. Οι ίδιοι οπλαρχηγοί της μάχης της Άμπλιανης, όταν πληροφορήθηκαν ότι οι αντίπαλοι εγκατέστησαν στρατόπεδο στο ερειπωμένο χωριό Πανάσσαρη, στους πρόποδες του Παρνασσού, δεν περίμεναν να δεχθούν επίθεση, αλλά πριν καλά- καλά οργανωθούν τους προσέβαλαν στις 14.9.1824. Μετά από σκληρή σύγκρουση ο Οθωμανικός στρατός υποχώρησε, ενώ οι Έλληνες συγκεντρώσαν και πλήθος λαφύρων: όπλα, μεταφορικά ζώα, τρόφιμα και είδη ένδυσης.
Αναφέρω 2 ατομικές περιπτώσεις ηρωισμού και τόλμης: Ο Σουλιώτης Θανασούλας Σαϊνης κατόρθωσε με 10 μόνο συντρόφους να κρατήσει μια θέση μεγάλης σημασίας μέχρι που ήρθε αρωγός του ο Δαγκλής. Ο συμπατριώτης του Ιωάννης Ψάρρος, τη νύχτα όταν υπήρχε άκρα ησυχία, πλησιάζοντας τις σκηνές των τούρκων, με βροντερή φωνή τους ζήτησε να μείνουν λίγες μέρες ακόμα εκεί και θα δουν να γίνονται πράγματα που ούτε να τα φαντασθούν δεν μπορούν. Εκείνοι εκλαμβάνοντας τα λεγόμενα ως αναγγελία ερχομού ισχυρής δύναμης για βοήθεια αναχώρησαν όλοι την επόμενη νύχτα, εγκαταλείποντας βεβαίως όλα τους τα υπάρχοντα που περιήλθαν στους Έλληνες!
Το 1825 είναι μια απ’ τις κρισιμότερες χρονιές της Επανάστασης. Τον φεβρουάριο αποβιβάζεται στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ και αρχίζει επιχειρήσεις άμεσα εναντίον όλων των επαναστατικών εστιών. Η πρώτη σημαντική μάχη δόθηκε στο Κρεμμύδι (μεταξύ Μεθώνης και Ναβαρίνου) στις 7 Απριλίου 1825.Εδώ τα κυριότερα πολεμικά ελληνικά σώματα ήταν του Κίτσου Τζαβέλα (μαζί του κι ο Γ. Καραϊσκάκης) και του Κώστα Μπότσαρη. Βλέπομε λοιπόν ότι οι Σουλιώτες είναι παντού: στη Δυτική Στερεά, της Κεντρική και την Ανατολική και τώρα στο Νότο, στη Μεσσηνία. Εδώ οι Έλληνες υπέστησαν ήττα που τους οδήγησε στο πικρό συμπέρασμα ότι ο νέος αντίπαλος είναι ο πιο δύσκολος απ’ όσους γνώρισαν ως τώρα. Παρά την καταστροφή και τα δυσοίωνα σημάδια για την εξέλιξη της Επανάστασης που προέβαλλαν απειλητικά και που, μόνον ένας «τυφλός» δεν μπορούσε να διακρίνει (αλλά ο εμφύλιος πόλεμος δεν τυφλώνει;) η εθνοκτόνα αντιπαράθεση υφίστατο χωρίς διάθεση συνδιαλλαγής. Όπως και ο Κολοκοτρώνης, έτσι και ο Ανδρούτσος ήταν φυλακισμένος στην Ακρόπολη. Οι Σουλιώτες με τον Καραϊσκάκη αποφάσισαν να πάνε στην Αθήνα και να τον απελευθερώσουν με τη βία. Όμως ο Γκούρας που πληροφορήθηκε το σχέδιο αυτό, για να «προλάβει» δολοφόνησε τον Οδυσσέα (5-6-1825). Ένα χρόνο αργότερα σκοτώθηκε κι αυτός στην ίδια θέση, στην Ακρόπολη, από Τούρκικο βόλι. Ήταν και οι δυο περίπου 35-37 χρόνων…
Δυο νίκες που ακολούθησαν, θα λέγαμε ότι «αντιστάθισαν την ήττα στο Κρεμμύδι, όμως επί των Τούρκων, όχι του Ιμπραήμ:
α. Στην μονή «προφήτου Ηλιού» κοντά στην Άμφισσα: Κώστας Μπότσαρης, Γεώργιος Δράκος, Διαμάντης Ζέρβας, Γιώτης Δαγκλής, Τούσας Ζέρβας, μαζί τους και ο Χριστόφορος Περραιβός. Παρά την έλλειψη τροφίμων { «εβιάσθησαν να συνάξωσι σταφύλια εκ των αμπελώνων καίτοι αώρων όντων» για να φάνε (61)} κατανίκησαν το στράτευμα του Σουλτζε Κόρτζα, στις 27 Ιουλίου.
β. Στη «Σκάλα» μεταξύ Άμφισσας, και Άμπλιανης οι προηγούμενοι οπλαρχηγοί – εδώ είναι και ο επίσης Σουλιώτης Γιαννούσης Πανομάρας- ύστερα από νικηφόρα σύγκρουση, κατέλαβαν προσωρινά την Άμφισσα (3 Αυγούστου 1821).

* * *

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΛΟΓΙΟΥ αναδείχθηκε σε ένα γεγονός που συμβολίζει τον Παναθρώπινο αγώνα για ελευθερία και Ηθική ολοκλήρωση (62) Στα δύσβατα μονοπάτια εκείνης της χρονιάς (15.4.1825-10.4.1826) συναντούμε τους ακατάβλητους Σουλιώτες μαχητές άγρυπνους στα καραούλια του Μεσολογγίου και με τα μάτια τους σαν πύρινες βέργες να εποπτεύουν την πορεία της ιστορίας! Αναφέρω κάποιους που καταχωρίσθηκαν στα κείμενα της εποχής (63)
*Βαργιαδίτης Κ, Χιλιάρχος. Σκοτώθηκε Αύγουστο 1825
* Βαρούχας
*Βεϊκος Λάμπρος: ηγετική φυσιογνωμία. Τον αναγνώριζαν και οι πολιορκητές ως ένα από τους εξέχοντες εκπροσώπους των αμυνομένων. Σ’ αυτόν απευθύνθηκε με επιστολή του ο Χουρσίτ, μέσω του στρατηγού του Ταχίρ, που ήταν παλιός γνωστός του Βέϊκου, να μεσολαβήσει ώστε η πόλη να παραδοθεί, χωρίς περαιτέρω συγκρούσεις και αιματοχυσίες. Η απάντηση του Λάμπρου Βεϊκου ήταν η εξής: «Ενδοξότατε Ταϊραγα. Ημείς είμεθα φίλοι και η υπεράσπισις της θρησκείας το έφερε να πολεμήσωμεν, όμως πάντοτε η φιλία μας, να τρέχη. Φίλε μου βλέπω ότι τον θεόν τον έχομεν μαζί και η ελπίδα μας κρέμαται από εκεί όθεν ως φίλον σ’ αφήνω να στοχασθής ότι ένα κάστρον με Τζεμπιχανέδες, με ζαϊρέν, με νερό και καθεξής όλα τα χρειαζούμενα, εις αυτόν τον καιρόν και ημείς εδώ μέσα, να το παραδόσουμεν, θα έχωμεν πρώτον την συνείδησιν του θεού και δεύτερον την κατηγορίαν όλου του κόσμου και χωριστά εσένα του φίλου μας όπου και εις αυτό είμεθα βέβαιοι ότι όχι μόνον δεν θα εύρωμεν εις τα το εξής τόπον να ζήσωμεν, παρά ούτε δια το όνομά μας θα ερωτήση κανένας, τόσον μισητοί θα είμεθα, όσον από τον θεόν και την ανθρωπότητα, μπιλέμ και από τους ιδικούς μας και φίλους μας. Όθεν του Ρούμελη χώρησέ τον παστρικά, καθώς μας γνωρίζεις να ηξεύρη καλά, χωρίς να κάμη γιουρούσι να εμβή με το σπαθί του, το Μεσολόγγι δεν το παίρνει.
1825 Ιουλίου 20 Μεσολόγγι
Ταύτα και μένω (64)
Λάμπος Βεϊκος.
Προς τούτοις λάβε και τέσσαρες μποτίλιες ρούμι να τες δώσεις τους μπαϊρακτάρηδες όταν θα κάνουν γιουρούσι (65)»!
– Γιώτης Ζήκο – Λάμπρου- (ο Παναγιώτης του Ζήκου, εγγονός του Λάμπρου).
– Γκέλης Γιάννης: ο Βαγγέλης του Γιάννη. (Έτσι ακριβώς ονομάζαμε ένα χωριανό μου: Γκέλη- Γιάννης!)
– Γκιώνης Γιώτης: πληγώθηκε 16 Ιουλίου και πέθανε 10 Οκτωβρίου 1821
– Γούσης Πύλιος: σκοτώθηκε στην Έξοδο
– Δαγκλής Γεώργιος: σκοτώθηκε το Αύγουστο 1825
– Δαγκλής Λάμπρος:
– Δαγκλής Ζήκας
– Δαγκλής Γιώτης: σκοτώθηκε στην Έξοδο.
(το επώνυμο Δαγκλής) το βρίσκουμε και «Νταγκλής»
– Δράκος Γεώργιος: σκοτώθηκε το Νοέμβριο 1826
– Ζέρβας Τούσιας: σκοτώθηκε 20 Μαρτίου 1826
– Ζέρβας Αθανάσιος
– Ζέρβας Γεώργιος
– Ζέρβας Γιαννάκης.
– Ζέρβας Νικόλαος με το στρατιωτικό του σώμα.
– Καραματζής Κωνσταντίνος
– Καραματζής Νικόλαος
– Καραμπίνης Αναστάσιος: σκοτώθηκε τον Αύγουστο 1825
– Καραμπίνης Γεώργιος
– Καραμπίνης Κωνσταντίνος
– Κάσκαρης
– Κίτσιος Γεώργιος
– Κίτσιος Κωνσταντίνος σκοτώθηκε 2 Αυγούστου 1825
– Κίτσιος Αναστάσιος: σκοτώθηκε 9-10 Απριλ.1825
– Κόλιας Αναστάσιος : σκοτώθηκε 9 Σεπτεμβρίου 1825
– Κουτσονίκας Αθανάσιος (Νάσης)
– Μαλάμος Γεώργιος
– Μαλάμος Παναγιώτης
– Μαλισσόβας – σημαιοφόρος Λάμπρου Βεϊκου.
– Μαρκαντώνης Κίτσιος
– Μπαϊρακτάρης Γιάννης.
– Μπιθηφίκος Φώτιος: σκοτώθηκε στην πολιορκία.
– Μπόμπορης Φώτης: σκοτώθηκε στην Έξοδο
– Μπότσαρης Αθανάσιος.
– Μπότσαρης Νκόλαος
– Μπότσαρης Νότης: θείος του Μάρκου Μπότσαρη. Εξαιρετική προσωπικότητα. Εξελέγη αρχηγός της άμυνας της πόλης. «Εφάμιλλος του στρατηγού Καραϊσκάκη εις τα στρατηγήματα» (66). Η παρουσία των επική: «Είδα και τον γερο-Νότη Μότσαρη. Μας εφαίνετο ωσάν θεός» (67)
– Στην πρόταση παράδοσης της πόλης μέσω του Ταχίρ (δες και Λάμπρος Βέϊκος) μεσολάβησε και ο Αυστριακός πλοίαρχος ενός δικρότου που βρισκόταν στα νερά του Μεσολογγίου. Πέραν της γραπτής απάντησης του Βέϊκου, ο Νότης Μπότσαρης απευθυνόμενος στον Αυστριακό πλοίαρχο, του είπε: «Προτιμότερος είναι ο έντιμος θάνατος παρά η αισχίστη ατιμία της παραδόσεως της ιεράς αυτής γης ην ποταμοί αιμάτων των Ελλήνων επότισαν» και πρόσθεσε: «Εφ όσον, εις μόνον Σουλιώτης υπάρχει εντός του Μεσολογγίου, πάσα περί παραδόσεως συνθήκη εστίν απαράδεκτος» (68)
– Μπότσης Κωνσταντίνος
– Μπότσης Μάρκος
– Νίκας Νάσιος
– Πανομάρας Τούλιας (με 50 οπλοφόρους)
– Πανταζής: χιλίαρχος. Σκοτώθηκε 2 Αυγούστου 1825.
– Πάσχου Κίτσος: σκοτώθηκε 27 Φεβρουαρίου 1825
– Πασχούλης Κόλιας: Πληγωθηκε στην πολιορκία
– Πασχούλης Χρήστος.
– Ρινιάσας Δήμος «ατρόμητος υποσωματάρχης» (69) τραυματίστηκε 16 Ιουλίου και πέθανε στις 29 του ίδιου μήνα το 1825. «Όλοι κατέβρεξαν το λείψανόν του με δάκρυα πικρότατα. Αιωνία η μνήμη σας γενναιότατε συμπατριώτη» (70)
– Σίψας Ιωάννης: σκοτώθηκε στης 7 Ιουλίου 1825
– Σολομών
– Τασούλας Χ.: Εκατόνταρχος
– Τζαβέλλας Γεώργιος: Υποσωματάρχης. Τραυματίστηκε 27 Ιουλίου 1821.
– Τζαβέλλας Ιωάννης (ή Μπακατσέλος)
– Τζαβέλλας Κιτσάκης : σκοτώθηκε στις 25 Ιουλίου 1825
– Τζαβέλλας Κώστας,- Διαμαντής, πληγώθηκε 17-9-1825
Τζαβέλλας Κίτσος (Κυριάκος). Γιός τον Φώτου. Συμπολεμιστής και φίλος του Γ. Καραϊσκάκη. Στις 25 Ιουλίου 1825, επεχείρησε νυχτερινή επίθεση κατά τον Κιουταχή (τότε βρισκόταν έξω από την πόλη) ενώ ταυτόχρονα κινήθηκαν και οι πολιορκημένοι, δείχνοντας έτσι ότι το Μεσολόγγι δεν είναι εύκολη λεία για τους φαινομενικά πανίσχυρους Οθωμανούς. Μπήκε στην πόλη 7 Αυγούστου με το σώμα του από 850 άνδρες, ύστερα από σχεδιασμό και ανάλυση της όλης στρατιωτικής κατάστασης με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος έμεινε έξω για να κάνει πόλεμο φθοράς στον Κιουταχή. Η τόλμη και η ταχύτητας που ενεργούσε, έδιναν στον Κίτσο Τζαβέλα των εικόνα «λευκού αγγέλου» για τους αμυνόμενους και του «μαύρου θεριστή» για τους πολιορκητές: «Αυτήν την ημέραν, ωσάν λιοντάρι ώρμησεν εις μιαν σκηνή όπου ήταν ο Πεβλιάν αγιάνης. Το αστείον ήτο ότι έγινε τόσον ταχύ το κίνημα και έκτακτον από όλα τα μέρη της φρουράς, ώστε οι τούρκοι δεν επρόφθασαν ούτε ένας των άλλον να ιδούν καν, αλλά ούτε το παραμικρόν από τα όπλα των να λάβουν, αλλά έφυγαν ωσάν αγέλη από όπισθεν και παραδιδόμενοι. Ο Πεβλιάναγιάνης καθήμενος και πίνων τον ναργκιλέν του, μόλις πρόσθασεν να του ειπή ο υπηρέτης του, «Τζικτιλιάρ καλιαντά» (έβγήκαν από το φρούριον) κ’ εκεί πίπτει ως αετός ο Τζαβέλλας με το σπαθί εις το χέρι, ομού με τον Στέφανον Χειμαργιώτη σωματοφύλακάν του. Ο μεν τον αρπάζει από τα μαλλιά, ο δε του κόπτει την κεφαλήν πριν βγάλει τον ναργκελέν από το στόμα…». Περιστατικά προχωρημένου νατουραλισμού.
Ο Σουλιώτης αρχηγός έδειξε με τους στρατιώτες του απαράμιλλη ανδρεία στη μάχη της Κλείσοβας, 25 Μαρτίου 1825: βρισκόταν στην πόλη για να κοιμηθεί λίγο, ύστερα από ώρες συνεχούς αγώνα. Τον ειδοποιούν ότι γίνεται επίθεση στην Κλείσοβα της οποίας είχε την άμυνα. Με ένα πλοιάριο και άλλους 8, τράβηξε αμέσως στο νησάκι. Η άμυνα με τους υπόλοιπους 131 που αποτελούσαν την φρουρά, ήταν μια απ’ τις σπάνιες περιπτώσεις της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας! Όλες οι επιθέσεις των πολιορκητών, αποκρούστηκαν – οι νεκροί έφθασαν τους 1500. Εδώ σκοτώθηκαν και ο γαμπρός του Ιμπραήμ, Χουσεϊν. Ο Κασομούλης (72) χαρακτηρίζει τους υπερασπιστές της Κλείσοβας και τον Κ. Τζαβέλλα, «γενναίους, ατρόμητους και αθάνατους» τους οποίους ολόκληρη η φρουρά «εσεβάσθη» για την γενναιότητα και την αυταπάρνησή τους.
• Τζελίκης Κίτσος.
• Τζιάνης Κ., πληγώθηκε 1 Οκτωβρίου 1825
• Φωτομάρας Γιαννούσης
• Φωτομάρας Λάμπρος, σκοτώθηκε στην Έξοδο.
• Φωτομάρας Χρήστος. Είχε μπει στο Μεσολόγγι με τον κ. Τζαβέλα.
Στην έξοδο σχηματίσθηκαν 3 φάλαγγες. Υπεύθυνοι επι κεφαλής στις δυο απ’ αυτές, ήταν ο Κ. Τζαβέλλας και ο Νότης Μπότσαρης.

***

Μετά την πτώση του προπύργιου της Δυτικής Ελλάδας, το θέατρο των επιχειρήσεων μεταφέρεται στην κεντρική και ανατολική Στερεά. Εδώ θα κάνει τα πάντα ο Καραϊσκάκης για ανατροπή της αρνητικής αυτής εξέλιξης. Αρχικά δεν θα έχουμε κάποια θετικά αποτελέσματα: στη δυο μάχες στο
• Χαϊδάρι (6-7 Αυγούστου 1826), όπως και στη
• Δόμβραινα (16 Οκτ. 1826) Δεν καταγράφεται κάποια επιτυχία. Όμως στον θρίαμβο της Αράχωβας (18-24 Νοεμβρίου 1826), οι Σουλιώτες αποτελούν την βασική ομάδα που υλοποιεί τον σχεδιασμό του Καραϊσκάκη: παρόντες παντού, κρατάνε την άμυνα όπου πρέπει, επιτίθεται και ανατρέπουν τις τάξεις των Τούρκων, αιφνιδιάζουν ομάδες που βρίσκονται σε επίκαιρες θέσεις, καταδιώκουν εκείνους που προσπαθούν να σωθούν με τη φυγή: Στην αναφορά που έστειλε ο Καραϊσκάκης μετά την μάχη, στην κυβέρνηση, περιλαμβάνονται 23 Σουλιώτες,οπλαρχηγοί σε σύνολο 94 ελλήνων. Ένας στους τέσσερις αγωνιστές του Γένους- στελέχη, είναι Σουλιώτης! (73).
• Θα ακολουθήσουν οι επιχειρήσεις του Τουρκοχωρίου και της Φοντάνας (7 Δεκεμβρίου 1826) όπου ο Καραϊσκάκης με τους Γεώργιο Ζήκο Τζαβέλλα, Γιαννούση Πανομάρα, Γιώτη Δαγλή και Νάση Κουτσονίκα, διασκόρπισαν τουρκική εφοδιοπομή, φέρνοντας στον ελληνικό στρατόπεδο τρόφιμα και πολεμοφόδια που προορίζονταν για τον Κιουταχή. Ακολούθησε η νίκη στο Δίστομο στην οποία συνέβαλαν όλοι οι προηγούμενοι Σουλιώτες οπλαχηγοί (17 Ιανουαρίου 1827): 300 Σουλιώτες διέλυσαν τον στρατό των Όμερ πασά και Μουστάμπεη που διέθεταν 2.000 πεζούς και 500 ιππείς. Οι επιτυχίες αυτές αναζωπύρωσαν την επαναστατική διάθεση των Ελλήνων και ανέτρεψαν το σκηνικό. Οι Τούρκοι διαπίστωσαν ότι τίποτα δεν τελείωσε με την κατάληψη του Μεσολογγίου. Μια ακόμα σύγκρουση αναπτερώνει το ηθικό των ελλήνων και θα δημιουργήσει ερωτήματα στους Τούρκους. Στο Κερατσίνι, (4-5 Μαίου 1827) αντιπαρατίθνεται Καραϊσκάκης- Κιουταχής. Εδώ θα αναβιώσουν μνήμες από νικηφόρες στιγμές παλιότερων συγκρούσεων που ενίσχυσαν ψυχολογικά τους σχεδόν εξουθενωμένους Έλληνες: Ο Καραϊσκάκης με 250 μαχητές κυρίως Σουλιώτες, υποχρεώνει 4.000 πεζούς και 2.000 ιππείς Τούρκους σε υποχώρηση αφού είχαν μεγάλες απώλειες : 300 νεκροί και 500 τραυματίες. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν 3 και τραυματίστηκαν 20 (74). Όμως οι εξελίξεις, όσο δεν φτάνομε σε οριστική λύση του Ελληνικού ζητήματος, κινούνται σε όλο το φάσμα της κατάληξης των προσπαθειών και των συναισθημάτων που τις συνοδεύουν, από τον θρίαμβο στον όλεθρο, και από την απόγνωση στον εθνουσιασμό. Η ιστορική καμπύλη απ’ το κατώτατο σημείο που διαγράφει, με την πτώση του Μεσολογγίου και την θετική κορύφωση στην Αράχωβα, θα καταλήξει πάλι στο ναδίρ : 23 Απριλίου 1827, στο Κερατσίνι τραυματίζεται και πεθαίνει ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Την επόμενη στον Ανάλατο ο αφανισμός γενικεύεται. Πικρή μέρα για τους μαχητές Έλληνες συνολικά και τους Σουλιώτες ειδικότερα. Αυτοί, που πέρασαν την «Ερυθρά θάλασσα» του πολέμου και της φωτιάς, μια σχεδόν οχταετία (από τον Δεκέμβριο του 1820) και έδωσαν τόσες μάχες νικηφόρες, οι «δυνατοί και αδάμαστοι» Κάλβιοι ήρωες …έπεσαν στην Αττική γη. Μακριά απ’ την πατρίδα τους – το Σούλι, στο οποίο δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν. Όμως ο λόγος που ακούσθηκε σ’ εκείνο τον τόπο, τον 5ο αιώνα. π.χ., αναφέρεται και σ’ αυτούς:
«Ανδρών επιφανών, πάσα γη τάφος».

Τώρα, δίπλα στην μαρμάρινη πλάκα των θριαμβευτών της Αράχωβας, αναρτάται η επιτύμβια στήλη του Ανάλατου. Χάθηκαν εδώ οι:
Λάμπος Βεϊκος
Φώτος Βεϊκος
Γεώργιος Δράκος
Κίτσος Κοσμάς
Πάσχος Κοσμάς
Τούσιας Μπότσαρης
Νικολής Νιανούρης
Κώστας Διαμάντης Τζαβέλλας.
Γεώργιος Ζήκου Τζαβέλλας
Νούτσος Τσάτσης
Φώτος Φωτομάρας

Νικόλαος Κασομούλης συνοψίζει τις απώλειες των Σουλιωτών με την εξής αναφορά: «Ο Κώστας Βότζιαρης, ο Κίτζος Τζιαβέλλας και οι Ζερβάται έχασαν όλους σχεδόν τους συγγενείς των ομού και τα στηρίγματα, τους ανδρείους αξιωματικούς των» (75).
Στο τέλος του 1827 σημειώνονται κινήσεις ανασύνταξης του στρατού. Τώρα οι ελπίδες των Ελλήνων αναπτερώνονται μετά την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο Ναβαρίνο στις 8 Οκτωβρίου. Έτσι ο Ριχάρδος Τσώρς, Άγγλος αξιωματικός που ορίσθηκε από την συνέλευση της Τροιζίνας ως αρχιστράτη-γος, σχεδιάζοντας την ίδρυση τακτικού στρατού, εγκαθιστά στρατόπεδο στη θέση Δραγαμέστο της Αιτωλοακαρνανίας (σημερινή ονομασία «Καραϊσκάκης»). Η θέση βρίσκεται 4 χιλιόμετρα βόρεια του Αστακού και 58 από το Μεσολόγγι. Από την αρχική δύναμη των 1400 ανδρών, οι μισοί σχεδόν 600 είναι Σουλιώτες.
Τον Ιανουάριο του 1828, έρχεται ο Καποδίστριας στην Ελλάδα. Κινούμενος πάνω σε έναν ολικό σχεδιασμό βάζει τα θεμέλια όλων των κρατικών δομών. Μια απ’ αυτές, και μάλιστα καθοριστική ήταν η συγκρότηση τακτικού στρατού όπως τον είχε σχεδιάσει ο Τσωρς. Αξιοποίησε αγωνιστές που αναδείχθηκαν μέσα από τις συγκρούσεις της δεκαετίας του 1820 και βεβαίως τους Σουλιώτες. Στις πρώτες χιλιαρχίες που δημιουργήθηκαν τοποθετήθηκαν οι:
• Κίτσος Τζαβέλλας, χιλίαρχος με πεντακοσίαρ-χους τους: Χρήστο Φωτομάρα και Γιαννούση Πανομάρα. Όλοι σχεδόν, αξιωματικοί και οπλίτες ήταν Σουλιώτες.
• Διαμάντης Ζέρβας, χιλίαρχος, με πεντακοσίαρχους τους: Γεώργιο Δ. Ζέρβα και Γιάννη Κώστα
• Νάσης Κουστονίκας χιλίαρχος
Αρχηγός του στρατού με τον βοηθό του «στρατάρχη» τοποθετήθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης.
Ο Καποδίστριας γνώριζε πολύ καλά πόσο δύσκολη ήταν η δημιουργία ενός κράτους που θα είχε τη δυνατότητα να πορευτεί με επάρκεια οικονομική και στρατιωτική στο πεδίο της Ευρωπαϊκής σύγχρονης του πραγματικότητας. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η εδαφική του πληρότητα, όπως εκείνος την ευνοούσε και η πραγματικότητα υποδείκνυε. Έτσι βάζει στόχο ώστε τα σύνορο να εκτείνονται από τον Παγασητικό στον Αμβακικό κόλπο θέλει δηλαδή, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα να περιλαμβάνεται σ’ αυτό. Μια σύντομη ανασκόπηση των διπλωματικών εξελίξεων, μας φανερώνει το πόσο δύσκολος ήταν αυτός ο στόχος (που σε μας φαίνεται ίσως αυτονόητος και απλός):
• Με τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1827, προβλέπεται η δημιουργία αυτόνομου, όχι ανεξάρτητου κράτους, χωρίς καμιά αναφορά στα σύνορα.
• Στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1828 προτείνεται σύσταση κράτους που θα περιλαμβάνει μόνον την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.
• Καινούριο Πρωτόκολλο του Λονδίνου 1929: προβλέπεται κράτος από τον Παγασητικό στον Αμβακικό, αλλά αυτόνομο. (θα πληρώνει δηλαδή φόρο στον Σουλτάνο)
• Τέλος με το νέο «Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, μιλάμε για ανεξάρτητο κράτος αλλά τα όρια να εκτείνονται από τον Σπερχειό στον Αχελώο.
Ο Καποδίστριας για να πετύχει και ανεξάρτητο κράτος, και συνοριακή γραμμή Παπασητικού Αμβρακικού, αναθέτει στον στρατό την εκκαθάριση ολόκληρης της Στερεάς από τουρκικές μονάδες που κατείχαν ακόμη πόλεις και φρούρια. Έτσι ο Κίτσος Τζαβέλλας κυρίως αλλά και ο Νάσος Κουτσονίκας με τον Διαμάντη Ζέρβα, θα οργανώσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης που παρουσίασε την εξής πορεία σε γενικές γραμμές:
– 11 Αυγούστου 1828, ο Κίτσος Τζαβέλας αναχώρησε με την χιλιαρχία του και την πεντακοσιαρχία του αδερφού του Νικόλαου και κατευθύνθηκε προς το Λιδωρίκι και Μαλανδρίνο (περιοχές) του σημερινού νομού Φωκίδας. Στόχος να κόψει τις οδούς επικοινωνίας με τον Ιμπραήμ, που από την Στερεά μέσω Ναυπάκτου τον εφοδίαζαν οι Τούρκοι. Καταλήφθηκε η Αρτοτίνα ενώ ο Τζαβέλλας συνέστησε στους κατοίκους να εκλέξουν τοπικούς άρχοντες και να οργανωθούν πολιτικά στα πλαίσια της Νέας Πολιτείας. Αντίστοιχα οργανώθηκε πολιτικά όλη η επαρχία Σαλώνων. Οι Τούρκοι συγκεντρώθηκαν στην Λαμποτινά με σκοπό να αντιμετωπίσουν τις ελληνικές επιθέσεις. Όταν όμως την βοήθεια που τους στάλθηκε, διέλυσε ο Τζαβέλλας στο Μυρμηγκάρι και την Γραμμένη Οξυά (76) αποφάσισαν να φύγουν από την Λαμποτινά νύχτα. Όμως ο Τζαβέλλας που έβαλε παρατηρητές στην περιοχή αντελήφθηκε την κίνησή τους και τους επετέθηκε προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή: το ένα τρίτο σχεδόν του στρατεύματος που αριθμούσε 3.000 άνδρες, ήταν νεκροί και τραυματίες. Υπήρξαν 150 αιχμάλωτοι και πολλά λάφυρα.
Τέλος Οκτωβρίου είναι ελεύθερες οι επαρχίες που αναφέραμε πριν, όπως και οι περιοχές Κραβάρων και Αποκούρου. Τέλος, καταλήφθηκε απ’ τον Κ. Τζαβέλλα και η πόλη των Σαλώνων στις 17 Νοεμβρίου 1822. Λίγο αργότερα, 23 Νοεμβρίου απελευθερώνεται από τον ίδιο το Καρπενήσι. Το 1828 ολοκληρώνεται με την απελευθέρωση της Βόνιτσας στις 15 Δεκεμβρίου, στην οποία συμμετείχε ο Διαμάντης Ζέρβας.
1829: Η τελευταία χρονιά της επανάστασης στο στρατιωτικό πεδίο. Οι Σουλιώτες που πρώτοι ουσιαστικά τον ξεκίνησαν όταν έφυγαν απ’ τα Γιάννενα τον Δεκέμβριο του 1820, αυτοί οι «έμπυροι αρματηλάτες» αφού διήνυσαν το τόξο του Μέγιστου Κύκλου του Αγώνα κι έφτασαν εκεί που υψώνεται «αμάργαρος και αυτάγγελτος» στο «καθαρόν του Ουρανού» η Ελευθερία, απόλυτα δικαιωμένοι στην συνείδηση των Ελλήνων, συνέχισαν μέχρι την τελευταία μέρα των μαχών να είναι παρόντες: Στην Κορωνησία, το θαυμάσιο νησάκι του Αμβακικού- μια άλλη έκφαση της Σολωμικής Μεσολλογίτικης λιμνοθάλασασας στις 5 Μαρτίου ο Σουλιώτης χιλιάρχος Νάσης Κουτσονίκας, νίκησε και ανάγκασε σε οπισθοχώρηση, τον στρατό του Κιουταχή που σχεδίαζε να εισβάλει στην Αιτωλοακαρνανία. Στις 13 Μαρτίου, ο επίσης χιλίαρχος Νικόλαος Ζέρβας κατέλαβε την Βόνιτσα και το Μακρυνόρος. Και αφού ο Κιουταχής δεν πέρασε απ’ την Κορωνησία να βοηθήσει τα πολιορκούμενα κάστρα, αυτά ένα-ένα έπεσαν στους Έλληνες: ο Γιάννης Τζαβέλλας –Μπακατσέλος, απελευθέρωσε το Αντίρριο, ο Κ. Τζαβέλλας τη Ναύπακτο και στις 3 Μαϊου περιέρχεται στους Έλληνες το Μεσολόγγι, 3 χρόνια μετά την κατάληψή του από τους Κιουταχή- Ιμπραήμ. Η τελευταία αυτή εξέλιξη συγκίνησε Έλληνες και φιλέλληνες: Ο Σπυρίδων Τρικούπης εκφώνησε λόγο στην Αίγινα για την πόλη που ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο στρατηγός Τσώρς την επεσκέφθηκε για να δει από κοντά το σπίτι που έζησε και πέθανε ο Λόρδος Βύρων. Πρώτος φρούρχος του Μεσολογγίου, διορίστηκε ο Σουλιώτης, Λάμπρος Κουτσονίκας, της ένδοξης οικογένειας, μέλη της οποίας πρωτοστάτησαν τόσο στους αγώνες υπεράσπισης του Σουλίου, όσο και της απελευθέρωσης της χώρας. Εκεί λοιπόν θα βρεθεί ο Λάμπρος , ανάμεσα στους τάφους των συμπατριωτών του και δίπλα στους πύργους που είχαν ονόματα Σουλιωτών, όπως του Μάρκου Μπότσαρη.
Ο αγώνας εκείνος φαινόταν ατελείωτος. 1829 και ακόμα τα πράγματα δεν είχαν ξεκαθαρίσει. Ενώ φαινόταν ότι στην Ανατολική Στερεά, η ελληνική κυριαρχία παγιώθηκε και ότι τα προβλήματα υφίσταντο στην Δυτική όπου βήμα-βήμα απεκαθίστατο η Ελληνική κυριαρχία, νέο ζήτημα προκύπτει: τουρκικός στρατός κατευθύνεται προς την Αττική! Όμως κι εδώ, βλέπουμε την σημασία των απρόβλεπτων διεθνών γεγονότων και πώς επηρεάζουν της εξελίξεις σε μικρότερες κλίμακες τόπους και πεδία: οι Ρώσοι κέρδισαν τον πόλεμο κατά των Τούρκων (1828-29) και φτάνουν μέχρι την Αδριανούπολη. Ο Τούρκος στρατηγός Καπλάν Μπέης που επεχείρησε την κατάληψη της Αττικής και της Ανατολικής Στερεάς, επιστρέφει ευσπευσμένα, γιατί υπήρχε πλέον θέμα υπεράσπισης και της ίδιας της Κωνσταντινούπολης! Ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης τον περίμενε στην Πέτρα της Βοιωτίας. Εκεί δόθηκε η τελευταία σύγκρουση του Αγώνα, νικηφόρα για τους Έλληνες. Στο στρατιωτικό Σώμα του Υψηλάντη βασική θέση είχε ο Σουλιώτης Γιάννης Μπαϊρακτάρης με τους Σουλιώτες που αποτελούσαν την μονάδα του. Μάλιστα για διάφορους λόγους, κάποιοι οπλαρχηγοί δεν παρουσιάστηκαν στην πρόσκληση του Στρατάρχη. Ο Μπαϊρακτάρης με τους Σουλιώτες ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν και οι στερνοί που κλείνουν τον εννιάχρονο Αγώνα.
Το 1830 υπογράφεται το πρωτόκολλο του Λονδίνου που όπως σημειώσαμε προτεινόταν η συνοριακή γραμμή Αχελώου Σπερχιού. Τέλος με το νέο πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Σεπτέμβριο 1831 δίνεται η οριστική λύση στο ελληνικό ζήτημα όπως το οραματιζόταν ο Καποδίστριας: δημιουργία ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους με σύνορα από τον Παγασητικό στον Αμβρακικό.
Πρωτεργάτες σ’ αυτόν τον τιτάνιο αγώνα οι Σουλιώτες, των οποίων τους αγώνες , την προσφορά την αυταπάρνηση και τις θυσίες γνωρίσαμε αναλυτικά.

Η μνήμη τους στην Βίβλο του Γένους, ανεξίτηλη.
Κι «όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν.
Τέτοιους βγάζει το Έθνος μας θα λένε.
Έτσι θαυμάσιος είναι και ο έπαινος τους»! (77)

 

 

Υποσημειώσεις

1. Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε σε εκδήλωση της «Πανηπειρωτικής Ένωσης Νομού Δράμας» που έγινε σε συνεργασία με τον Δήμο Δράμας την 5η Ιουλίου 2021. («ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 2021). Εκεί βεβαίως δόθηκε ένα της μέρος, ενώ εδώ παρουσιάζεται στην πλήρη της μορφή.

2. Η ομιλία είχε μια διάσταση αμεσότητας και «διαλόγου» με το ακροατήριο. Εξ ου και το β’ πληθυντικό πρόσωπο.

3.Τάσος Λειβαδίτης: «ο τυφλός με το λύχνο».

4. Το κόμμα του Ντε-Γκώλ προέκυψε περισσότερο ισχυρό μετά τις εκλογές που ακολούθησαν.

5. «Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές». Έκτο κεφάλαιο, 1. Η Ευρωπαϊκή διπλωματία έναντι του Ελληνικού ζητήματος κατά την έναρξη της επανάστασης. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1979.

6. Εμμανουήλ Ξάνθος: «Απομνημονεύματα περί της φιλικής Εταιρίας».

7. Μπορούμε να δούμε και μια άλλη πτυχή της αρνητικής απάντησης του Καποδίστρια: ένας πολιτικός που δεν έχει πιάσει ποτέ όπλο, δεν ήταν σίγουρα κατάλληλος για μια τέτοια επιχείρηση. Στην ιστορία είδαμε και μια δεύτερη αντίστροφη εξέλιξη που επιβεβαιώνει την πρώτη: όταν στρατιωτικοί παίρνουν την πολιτική ευθύνη μιας χώρας στα χέρια τους (δικτατορίες) συχνά τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά.

8. Διονύσιος Κόκκινος: «ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος». Κεφάλαιο Β, Η αποστολή του Ξάνθου» εκδοτικός οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ.

9. Εμμανουήλ Πρωτοψάλτη: Δες, Google: «Σουλιώτες, με αγώνες και αυτοθυσία για την ελευθερία και την πατρίδα». Ο Εμ. Πρωτοψάλτης, καθηγητής της νεώτερης Ελληνικής ιστορίας στην Πάντειο, διετέλεσε και Δ/ντής των Γενικών Αρχείων του κράτους. Επιμελήθηκε την έκδοση της σειράς «Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21», συνολικά 23 τόμους.

10. Δες, Google: Παλαιοχώριον Τυμφρηστού (ΟΜΙΛΙΩΝ –ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ)

11. Ψιμούλη Βάσω: το εμπόλεμο Σούλι, η ανυπότακτη τοπική εξουσία. Google, Ανάρτηση με αυτό τον τίτλο , 2 Σεπτεμβρίου 2000 (Από το βιβλίο της, «Σούλι και Σουλιώτες» εκδ. ΕΣΤΙΑ)

12. «Θέματα Νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές»- Β τεύχος, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1984.

13. Γραπτή μαρτυρία του 1794. Δες, Google: «Σουλιώτες, αγώνες με αυτοθυσία για την ελευθερία και την πατρίδα».

14. «Μνήμη Σουλίου», τόμος Δεύτερος- έκδοση του «ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ, ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ», ΑΘΗΝΑ 2008.

15. Κι εγώ θυμάμαι στο χωριό μου (Πολύδροσο- Σουλίου- Θεσπρωτίας) όταν ήμουν παιδί, να μιλάνε οι γέροι για Αλβανούς με όνομα η επώνυμο «Σούλιος»

16. Κολιούση Ειρήνη: «Τα ιστορικά τραγούδια του Σουλίου. Ιστορική και τοπική ταυτότητα». (Διδακτορική διατριβή, επιβλέπων καθηγητής, Λάμπρος Λιάβας). Η εμπρόθετη γενική ως προσδιορισμός τύπου, είναι συχνή στην Θεσπρωτία: «στου Ζιανάγγα», «στου Γιακείμη» «στου Μπαλάσκα», «στου Φωτεινού», «στου αγρίμι το λάκκο». Όλες ονομασίες του χωριού μου. Ανάλογα εδώ, «στου Σούλι (ου)».

17. Και στο χωριό μου (όπως και στην υπόλοιπη Θεσπρωτία) ο Σπύρος αποκαλείται «Πύλιος».

18. Google: Οι Σουλιώτες και η αντίσταση τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

19. Google, ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, Σουλιώτες.

20. α. Google: Το ιστορικό Σούλι της Ηπείρου και η κυριαρχία των Σουλιωτών (Geohistory)
β. Δημήτριος Τζήκας: Η πολιορκία και η πτώση του Σουλίου- Ο καλόγηρος
Σαμουήλ στο Κούγκι.

21. «Το Δοβλέτι απεφάσισεν να βάλει σπαθί εις τους Έλληνας… και ημείς… προκρίνομεν μυριάκις ν’ αποθάνωμεν εις την αρχήν με τιμή και δόξαν, παρά να αμαυρώσωμε το όνομά μας εις το τέλος με το αιώνιον όνειδος της προδοσίας». (Αρνητική απάντηση στην πρόταση του Χουρσίτ, στις 5 Μαϊου 1822, να παραδοθούν). Ο Χρ. Περραιβός συμπληρώνει: «Εις τόσον βαθμόν συγχύσεως και οργής κατήντησεν ο Χουρσίτ όταν ανέγνωσε την ανέλπιστον απόκρισιν των Σουλιωτών ώστε… έδωκεν διαταγάς εις τους αρχηγούς να κινηθώσι κατά των Σουλιωτών και να περάσουν όλους συν γυναιξί και τέκνοις) εν στόματι μαχαίρας… Πολύ δε περισσότερον τον ετάραττεν η λέξις «Έλληνες», της οποίας την έννοια αγνοών το πρώτον, πληροφορηθείς δε, ούτ ήθελεν πλέον να την ακούσει.. (Χρ. Περραιβός – Απομνημονεύματα πολεμικά, κεφάλαια Ζ).

22. Με επιστολή τους, οι Σουλιώτες στην κυβέρνηση που προέκυψε απ’ την εθνοσυνέλευση Δεκ. 1821- Ιανουαρίου 1822, ζητούν βοήθεια για αντιμετώπισι του Χουρσιτ, γιατί, σε περίπτωση του Σουλίου, «το έθνος μετά ταύτα πιθανόν να υποφέρει τα πάνδεινα» (Χριστόφορος Περραιβός, ο π, Κεφάλαιον ΣΤ.)

23. Ε.Γ. Πρωτοψάλτης: το ημερολόγιον της αιχμαλωσίας του Φώτου Τζαβέλλα (1792-1793)- Μνήμη Σουλίου, τόμος Δεύτερος – έκδοσις του εν Αθήναις Συλλόγου, «οι φίλοι του Σουλίου» 1973.

24. Λάμπρος Κουτσονίκας: Γενική ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, Αθήνα 1863-64

25. Εiuseppe pecchio: Ιταλός λόγιος και φιλέλληνας (1783-1837). Επεσκέφθηκε την Ελλάδα το 1825. Το 1826 δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στο έργο «έκθεση για τα γεγονότα στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1825.

26. Ειρήνη Κολιούση: «Τραγούδια του Σουλίου. Ιστορικότητα και τοπική κοινωνία» 2009, – Διδακτορική διατριβή. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Μουσικών Σπουδών.

27. Η πληροφορία από τον Σαλαμπάντα (Δημ. Τ, Νότη Μπότσαρη: Σούλι, αγώνες από τις ιδρυσεώς του μέχρι της απελευθέρωσεως το 1912 – Μνήμη Σουλίου, ο.π.

28. «Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΑ: Οι Βενετοτουρκικές συγκρούσεις στις ελληνικές χώρες (1684-1698) – Εκδοτική Αθηνών.,

29. Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τόμος Α, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ.

30. Αθανάσιος Χ. Γιάγγας: Ηπειρώτικα Δημοτικά τραγούδια- (αριθμός τραγουδιού 121). Εκδόσεις ΠΥΡΡΟΣ, Αθήνα, 1952

31. «Χαρά» στην Ήπειρο είναι ο γάμος

32. «Το Δημοτικό τραγούδι, Κλέφτικα, επιμέλεια Αλέξης Πολίτης- εκδοτική ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1973.

33. Δημ. Τ. Νότη Μπότσαρης: «Σούλι: Αγώνες από της ιδρύσεως του μέχρι της απελευθερώσεως το 1912». Μνήμη Σουλίου, τόμος Δεύτερος, έκδοση του εν Αθήναις» Συλλόγου «οι φίλοι του Σουλίου» Αθήνα 1973.

34. Δημ. Τ. Νότη Μπότσαρης, ο.π.

35. «Το ημερολόγιον της αιχμαλωσίας του Φώτου Τζαβέλλα» (1792-1793) – Μνήμη Σουλίου, ό.π.

36. Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΑ: Συγκρούσεις Σουλιωτών- Αλή πασά μεταξύ των ετών 1789-1790.

37. Ιστορία του ελληνικού έθνους, ό.π.: Ρώσοι πράκτορες στον Ελληνικό χώρο.

38. Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: «Το Σούλι, και το Ζάλογγο». Μνήμη Σουλίου, ό.π.

39. Μιχάλης, Περάνθης, «οι Σουλιώτες», – Σημειώσεις- (βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1952.

40. Γιώργου Ιωάννου: Τα Δημοτικά μας Τραγούδια, αριθμός 73

41. Αθανάσιος Γιάγγας, ό.π. αριθμός τραγουδιού 34 –

42. α, β, γ,: Ε.Γ. Πρωτοψάλτης: Το ημερολόγιο της αιχμαλωσίας του Φώτου Τζαβέλλα, ό.π.

43. Χριστόφορος Περραιβός, ό.π. κεφάλαιον ΙΒ

44. α. Λάμπρος Κουτσονίκας: Εξιστόρησις των εν Ηπείρω συμβάντων κατά τας παραμονάς της Ελληνικής Επαναστάσεως», ό.π.:
44β.: Λάμπρος Κουτσονίκας: η κατά της Οθωμανικής τυρρανίας περί την Ήπειρον υπό των Σουλιωτών κινηθείσα Ελληνική Επανάστασις. ό.π. —– Οι όροι της συμφωνίας Αλή- πασά – Σουλιωτών: Νικόλαος Χ. Ασημακόπουλος: Η συμβολή των Σουλιωτών στην επανάσταση του 1821- Επιστροφή των Σουλιωτών από την Κέρκυρα και σύμπραξη με το Ισμαήλ Πασόμπεη κατά τον Αλή- πασά. Εκδόσεις Βεργίνα 2021.

45.Το κείμενο του κανονισμού αυτού, παραθέτει ο Περραιβός στα Απομνημονεύματα του, Κεφάλιον ΙΓ! Θεωρώ ότι πρέπει να περιλαμβάνεται στα τοπικά συνταγματικά κείμενα του Αγώνα μαζί με τα:
1. Οργανισμός της προσωρινής Διοικήσεως της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος.
2. Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος.
3. Οργανισμός Πελοποννησιακής Γερουσίας
4. Προσωρινό πολίτευμα της νήσου Κρήτης,

46. Η δική μου γενιά διδάχθηκε το σχετικό κείμενο από το «Αναγνωστικόν της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσης», του Γεωργίου Μ. Ζούκη: αρ. κειμένου 93, «Ανήρ κομπαστής».

47. Ανδρέας Κάλβος, εις Σούλι, κ.δ.

48. Νικόλαος Χ. Ασημακόπουλος, Μάχη στους Δραμασούς, ο.π.

49. Νικόλαος Χ. Ασημακόπουλος ο.π.

50. Νικόλαος Χ. Ασημακόπουλος: Πανούργο σχέδιο του Αλή πασά να συμπράξει με τις ελληνικές δυνάμεις της Ρούμελης και της Πελοποννήσου κατά των Σουλτανικών στρατευμάτων. ο.π.

51. Χριστόφορος Περραιβός, ό.π. Κεφάλαιον Κ.Α.

52. Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσσεια, Ραψωδία Ο

53. Χριστόφορος Περραιβός, ό.π. Κεφάλαιον ΚΒ.

54. Χριστόφορος Περραιβός, ό.π. Κεφάλαιον, Κ.Ε.

55. Διονύσιος Κόκκινος, η ελληνική επανάστασις, τόμος 3ος, Εκδοτικός οίκος Μέλισσα.

56. Λάμπρου Κουτσουνίκα Α΄ εκστρατεία κατά του Μεσολογγίου υπό των Ομέρ Βρυώνη και λοιπών ό.π.

57. Βασίλης Κραψίτης: «Ο θάνατος και ο τάφος του Μάρκου Μπότσαρη». Μνήμη Σουλίου, ό.π. Ο Κραψίτης εδώ ακολουθεί τον Πουκεβίλ: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρασις Ξέν. Ζυγούρα, εν Αθήναις, 1891», τόμος Δ.

58. Λάμπρου Κουτσονίκα ό.π., Σκόνδρας

59. Κασομούλης, ό.π. τόμος Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ

60. Λάμπρου Κουτσονίκα: Ανατολική Ελλάς, ό.π.

61. Χριστόφορος Περραιβός: Μάχη του προφήτη Ηλιού υπερκειμένου βουνού και μετοχίου Αμφίσσης, ό.π.

62. Πάνω σ’ αυτά τα δύο αξιακά μεγέθη οικοδόμησε ο Διονύσιος Σολωμός το έργο του, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι».

63. Ακολούθησα τους:
α. Νικόλο Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τόμοι Α,Β.
β. Αρτέμιο Ν. Μίχο: Απομνημονεύματα
γ. Δημοσιεύσεις των «Ελληνικών Χρονικών»

64. Χαρακτηριστική φράση με την οποία έκλεινε μια επιστολή: θυμάμαι ανάλογες περιπτώσεις από γράμματα συγχωριανών μου την δεκαετία του 1960.

65.Αρτέμιος Μίχος: Απομνημονεύματα, μέρος πρώτον.

66. Αρτέμιος Μίχος, ό.π. μέρος δεύτερον

67. Νικόλαος Κασομούλης, ό.π. τόμος Β, Κεφάλαιον Εικοστόν Δεύτερον

68. Λάμπρου Κοτσονίκα, ό.π. Στερεά Ελλάς, η κατά τουν Μεσσολογγίου εκστρατεία των Οθωμανών.

69. Αρτέμιος Μίχος, μέρος πρώτον, ό.π.

70. «Ελληνικά Χρονικά» 29 Ιουλίου 1825.

71. Νικόλαος Κασομούλης, Β., Κεφάλαιον 19ο, ό.π.

72. Νικόλαος Κασομούλης, Β., Κεφάλαιον 20ο, ό.π.

73. Νικόλαος Ασημακόπουλος: Η μάχη της Αράχωβας και η μεγάλη συμβολή των Σουλιωτών στη θρυλική αυτή μάχη. ό.π.

74. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: τόμος ΙΒ: Η μεγάλη νίκη του Καραϊσκάκη στο Κερατσίνι (ό.π.)

75. Νικόλαος Κασομούλης, Β, κεφάλαιον Τριακοστόν Πρώτον.

76. Το επίθετο «γραμμένος» στην Ήπειρο και την Στερεά σημαίνει ωραίος – πανέμορφος.

77. Κωνσταντίνος Καβάφης: Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ