Άσκηση και θεραπεία του διαβήτη τύπου 2

0
7111

Του Κωνσταντίνου Αθ. Βόλακλη
Ph.D., Κλινικού Εργοφυσιολόγου


 

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ τύπου 2) αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας που λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις ευθυνόμενος για μεγάλο αριθμό θανάτων και ακρωτηριασμών. Στην Ελλάδα περίπου 800.000 άνθρωποι πάσχουν από διαβήτη και άλλοι 400.000 εκτιμάται ότι έχουν τη νόσο αλλά δεν το γνωρίζουν. Οι προβλέψεις για το 2030 είναι αρκετά δυσοίωνες, κάνοντας λόγο για 366 εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως, και το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας είναι έντονα εστιασμένο στην εξεύρεση αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και θεραπείας με τη συστηματική άσκηση να αποτελεί ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό μέσο.

Η άσκηση ως μέσο πρόληψης
Εδώ και αρκετές δεκαετίες γνωρίζουμε ότι υπάρχει υψηλή αρνητική σχέση μεταξύ του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 και του επιπέδου φυσικής δραστηριότητας ή/και της φυσικής κατάστασης του ατόμου. Η σχέση αυτή παραμένει σημαντική ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη των βασικών προδιαθεσικών παραγόντων όπως η κληρονομικότητα, η παχυσαρκία και η υπέρταση. Σε πρόσφατη μελέτη 6.249 γυναικών, ηλικίας 20-79 ετών διαπιστώθηκε ότι όσες είχαν μέτρια και καλή φυσική κατάσταση παρουσίασαν μείωση του σχετικού κινδύνου για εκδήλωση ΣΔ τύπου 2 κατά 14% και 39% αντίστοιχα, στη διάρκεια 17 ετών παρακολούθησης. Στις δυο κλασικές τυχαιοποιημένες μελέτες πρόληψης του ΣΔ τύπου 2 (Finnish Diabetes Prevention Study & U.S. Diabetes Prevention Program) όπου συμμετείχαν 522 και 3.234 ασθενείς με μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη αντίστοιχα, βρέθηκε ότι οι μεταβολές του τρόπου ζωής (έχοντας ως βασικό συστατικό τη συστηματική άσκηση) οδήγησαν σε μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 58%. Ως εκ τούτου άτομα με μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη (το προστάδιο του διαβήτη) προτείνεται να εκτελούν τουλάχιστον 150 min μέτριας-έντονης φυσικής δραστηριότητας την εβδομάδα ως ελάχιστο αερόβιο ερέθισμα προκειμένου να μειώσουν αισθητά την πιθανότητα εκδήλωσης διαβήτη στο μέλλον.

Προσαρμογές και οφέλη της άσκησης
Η άσκηση συστήνεται ανεπιφύλακτα ως αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπείας γεγονός που τονίζεται σε όλες τις συστάσεις της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας (2002 & 2006 και εξής). Βελτίωση της σύστασης σώματος (μείωση λιπώδους και αύξηση άλιπης μάζας) και του λιπιδαιμικού προφίλ, βελτίωση της ανοχής στη γλυκόζη και αύξηση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη καθώς και βελτίωση της φυσικής κατάστασης (καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας, μυϊκής δύναμης και ευκαμψίας) έχουν αναφερθεί κατ`επανάληψη στη διεθνή βιβλιογραφία. Προσφάτως έχει αποδειχτεί ότι η άσκηση συντελεί στη μείωση της μεταγευματικής υπερτριγλυκεριδαιμίας και υπεργλυκαιμίας και του οξειδωτικού στρες, ενώ ευεργετική φαίνεται να είναι η δράση της άσκησης στη μείωση γλυκοζυλίωσης των πρωτεϊνών, στους φλεγμονώδεις (CRP, ινωδογόνο, TNF-a) και αντιφλεγμονώδεις παράγοντες (IL-6, IL-10) καθώς και στην αγγειογένεση (VEGF, TGF-β1). Με την συστηματική άσκηση αυξάνεται η αντιπονεκτίνη, η οποία σχετίζεται με αυξημένη ευαισθησία ινσουλίνης και βελτίωση της λειτουργίας του ενδοθηλίου καθώς και η μεταβλητότητα της καρδιακής συχνότητας, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνητότητας. Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν με σαφήνεια την ευρεία και αδιαφιλονίκητη δράση της άσκησης στο σύνολο των φυσιολογικών μηχανισμών που εμπλέκονται στην παθογένεση αλλά και στην εξέλιξη της νόσου.
Δε θα πρέπει επίσης να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η βελτίωση της ανοχής στη γλυκόζη και η αυξημένη ευαισθησία των ιστών στην ινσουλίνη παραμένουν για πολλές (ως και 48) ώρες μετά τη λήξη της τελευταίας συνεδρίας άσκησης, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για τον γλυκαιμικό έλεγχο των ασθενών. Επιπλέον, η προκαλούμενη μέσω της άσκησης αύξηση της VO2peak (σε πρόσφατη μετα-ανάλυση αποδείχτηκε μια μέση βελτίωση κατά 12.0%) έχει ιδιαίτερη κλινική αξία δεδομένου ότι σχετίζεται με μειωμένη θνησιμότητα, μικρότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών και γενικότερα καλύτερη έκβαση. Πράγματι σε δείγμα 1.263 ανδρών με διαβήτη τύπου 2, όσοι είχαν μέτρια-καλή φυσική κατάσταση παρουσίασαν κατά 60% μικρότερο κίνδυνο θνησιμότητας συγκριτικά με όσους είχαν κακή φυσική κατάσταση στη διάρκεια 11.7 ετών παρακολούθησης.

Άσκηση με βάρη
Τα τελευταία χρόνια στα προγράμματα άσκησης διαβητικών εφαρμόζεται όλο και περισσότερο η άσκηση με βάρη (ή αντιστάσεις) λόγω των ειδικών προσαρμογών που προκαλεί στο μυϊκό σύστημα αναφορικά με την ενεργοποίηση του καταρράκτη σηματοδότησης της ινσουλίνης και αύξηση των GLUT-4, γεγονός που επιφέρει καλύτερη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης. Το εντυπωσιακό εδώ έγκειται στο ότι αυτές οι προσαρμογές λαμβάνουν χώρα ανεξάρτητα από την αύξηση ή μη της μυϊκής μάζας. Ως επιστέγασμα των σύγχρονων επιστημονικών εξελίξεων στις τελευταίες οδηγίες της Αμερικανικής Αθλητιατρικής Εταιρείας και της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας προτείνεται ότι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα άσκησης θα πρέπει να περιλαμβάνει, παράλληλα με την αερόβια, και άσκηση με βάρη σε συχνότητα τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα.

Συνάγεται ότι η άσκηση μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 αλλά και να συμβάλει καθοριστικά στην καλύτερη θεραπευτική αντιμετώπισή του. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να συστήνουν την άσκηση κατά κάποιο τρόπο «υποχρεωτικά» και να μη την θεωρούν ένα μέσο που θα επαφίεται στην προαιρετική επιλογή του ασθενούς, δεδομένου ότι είναι οικονομική, αποτελεσματική και στερείται σημαντικών παρενεργειών. Γυμναζόμενοι συστηματικά οι ασθενείς αποδεδειγμένα θα πετύχουν καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, θα μειώσουν τις μακροχρόνιες επιπλοκές του διαβήτη και θα έχουν καλύτερη έκβαση και ποιότητα ζωής.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ