Εμείς και η Χούντα: Οι ήρωες δεν έχουν χρώμα

24 Ιουλίου 1974: 45 χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας

0
1321

Του Τίμου Παπαδόπουλου

Όλη η περίοδος της δικτατορίας είναι ακόμα ζωντανή μέσα μου. Έντονα τα συναισθήματα και σε υπερθετικό βαθμό. Το ίδιο συναντώ και στους συγκρατούμενους μου. Ποτέ όμως δεν χάθηκε το μέτρο. Σπάνια κάποιος από εμάς χανόταν σε γραφικότητες. Αυτά γίνανε από άλλους στη μεταπολίτευση. Εκεί είναι που δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Αξιοπρέπεια, σοβαρότητα, μετριοφροσύνη όλα ισοπεδώθηκαν. Και ύστερα από 47 χρόνια μεταπολίτευσης, η Δημοκρατία που οικοδομήσαμε δε θα θέλαμε να ήταν έτσι. Τώρα είναι όλα μικρά και άχρωμα.
Τα αξιώματα ντύσανε φτηνούς και ασήμαντους. Πριν, το να είσαι βουλευτής ήταν υπέρτατη τιμή. Σήμερα έφτασε να είναι άσυλο για ανεπάγγελτους, ημιμαθείς και σουλατσαδόρους. Το κακό ξεκίνησε από νωρίς. Στις πρώτες εκλογές αμέσως μετά τη δικτατορία. Τότε που βγήκαν οι αφίσες με το σύνθημα «Από τη φυλακή στη βουλή». Αισθανόμουν άσχημα γιατί σ’ αυτόν τον πειρασμό υπέκυψαν και άτομα που τους είχα σε υπόληψη. Ευτυχώς λίγοι. Μα σαν πέτυχε το κόλπο, το έπιασαν οι σαλταδόροι και ξεκίνησε το παζάρι. Όποιος έκατσε φυλακή διεκδίκησε και βουλευτική έδρα. Όποιος είχε κάποιον συγγενή στην εξορία, απαιτούσε και διορισμό στο κράτος. Και όποιος έτυχε στη δικτατορία έστω για να συνομιλήσει με ασφαλίτη, πήγαινε για Δήμαρχος.
Το κακό παράγινε με το ΠΑΣΟΚ. Αφού σφετερίστηκε τα αριστερά συνθήματα για να δείξει το στίγμα του, άρχισε και τις παροχές. Οι αριστεροί ζαλίστηκαν. Λίγοι άντεξαν και κρατήθηκαν από τον εκμαυλισμό. Οι περισσότεροι γελοιοποιήθηκαν. Το γελοίο σύνθημα «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά» για χρόνια συνδέθηκε με την ψεύτικη ευαισθησία του δήθεν Δημοκράτη. Η δεξιά δαιμονοποιήθηκε και όμως η αλήθεια είναι άλλη. Η δεξιά δεν πήγε με τη χούντα. Με τη χούντα πήγαν οι φασίστες, οι απολιτικοί, οι φιλόδοξοι και τα κατακάθια της κοινωνίας. Δυστυχώς όλοι αυτοί στεγάζονταν στην προδικτατορική δεξιά και ορισμένοι στο κέντρο. Και πολλές φορές οι ηγέτες της δεξιάς δεν έδειχναν να αισθάνονται και άσχημα. Και αυτό είναι μία αλήθεια. Αλλά ως εκεί. Η χούντα ήταν άλλο μίγμα.
Η χούντα, άνθρωποι χοντροκομμένοι και αμόρφωτοι, τα έβαλε με όλους ακόμα και με τους δεξιούς. Και εκεί είναι που χάθηκε η μπάλα. Γιατί υπήρχε μια γενική λαϊκή απέχθεια για τη δεξιά, και σε αυτήν προφανώς ακούμπησε η χουντική πολιτική προπαγάνδα. Αλλά εκεί είναι που η χούντα τα έχασε κιόλας. Ήδη, πριν την δικτατορία άρχισε να διαμορφώνεται μέσα στη δεξιά ένα κομμάτι της με δημοκρατικές αρχές και σύντομα βρέθηκε να συνομιλεί με την αριστερά. Λίγες μέρες μετά την 21 Απριλίου βρήκαμε άσυλο σε δεξιά σπίτια. Ήταν η καλύτερη προφύλαξη. Σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν τα πιο σίγουρα κρησφύγετα τα σπίτια τους. Βέβαια στην πρώτη γραμμή η αριστερά πάντα. Αλλά όχι όλοι. Κυρίως όχι οι κομματικοί που αρκούνταν μόνο στην «τριαδική οργάνωση» και την «επαφή». Τους κάλυπτε το «άγιο μύρο», το ηθικό πλεονέκτημα. Δεν χρειαζόταν να διακινδυνεύσουν, αρκεί που είχαν τον τίτλο.
Αλλά τότε συνέβη το αναπάντεχο. Η παραδοσιακή αριστερά βρέθηκε ξαφνικά στα μετόπισθεν. Η πραγματικότητα τους προσπέρασε. Στην πρώτη γραμμή βρέθηκαν οι γόνοι της άρχουσας τάξης. Η «Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων» (ΕΚΙΝ) με μόνο τους κίνητρο και όπλο τη συνείδηση και την αξιοπρέπεια. Θεώρησαν ότι η δικτατορία τους προσβάλλει. Και χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία, με μόνη επιρροή το διεθνές κλίμα αμφισβήτησης, μπήκαν πρωτοπόροι στον αντιδικτατορικό αγώνα. Να οι ήρωες.
Αυτοί που κανένας δεν τους το ζήτησε, ούτε και κανείς μπορούσε να το φανταστεί ότι θα άφηναν την απόλαυση, την άνεση τους και θα ψάχνονταν σε δρόμους σκοτεινούς και επικίνδυνους, που μόνο εμείς οι παράνομοι περπατούσαμε.
Εμείς ήμασταν έτοιμοι από καιρό. Όλοι μας πριν τη δικτατορία μετρούσαμε αρκετές συλλήψεις ο καθένας, κρατήσεις, φυλακές και ορισμένοι ακόμα και εξορία. Η δικτατορία μας βρήκε έτοιμους. Ξέραμε. Είχαμε προδιαγεγραμμένη πορεία. Η ένταξή μας στην αριστερά ήδη σήμαινε πολλά. Εκτός από την προσήλωση μας στα ανθρώπινα και δημοκρατικά ιδεώδη, θα είχαμε και μόνιμο αντίπαλο το κράτος και τους μηχανισμούς του. Καμιά ελπίδα για δουλειά σε κρατικές αλλά ακόμη και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Όσοι παρέμειναν στην εξορία, ήταν η ασφαλής παρακαταθήκη των αξιών και ήταν σημείο αναφοράς της δημοκρατικής ευαισθησίας των λαών της Ευρώπης και όλου του κόσμου. Αυτά για μας.
Αυτοί όμως, οι ευαίσθητοι αστοί, ξαφνικά δώσανε στον αντιδικτατορικό αγώνα άλλη πνοή. Εμείς ξέραμε την παρανομία. Παράνομα έντυπα, παράνομες επαφές, κρυφές συναντήσεις, μεμονωμένες επικίνδυνες ενέργειες. Αυτοί επέλεξαν τη μετωπική σύγκρουση. Και έτσι που δεν τα ξέρανε και ούτε τους πήγαιναν τέτοιες περίεργες για αυτούς συμπεριφορές, έβγαλαν την αντίσταση στους δρόμους.
Να τι λέει στο βιβλίο του «Όταν θέλαμε να αλλάξουμε την Ελλάδα» ο Γιώργος Βερνίκος, γνήσιος και καλύτερος εκπρόσωπος των νέων αυτών παιδιών. «Η δικτατορία ήταν μια αυθαίρετη εξουσία. Εξέφραζε τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης, της παρακμής και οι απάνθρωποι μηχανισμοί της ήλθαν σε σύγκρουση και με τμήμα της ελληνικής παραδοσιακής αστικής κοινωνίας, που θεώρησε ότι το καθεστώς έθιγε κατάφωρα τις αξίες της και άρχισε να την αμφισβητεί». Να το κίνητρό τους. Έθιξε η χούντα την αστική τους ηθική και τις αξίες της. Και βγήκαν στους δρόμους με θιγμένα πρόσωπα και οργή. Στα ίσα και κατά μέτωπο. Από την ίδρυση της ΕΚΙΝ (Ελληνοευρωπαϊκή κίνηση νέων) μέχρι της αναγκαστική διάλυσή της ανέδειξε πολλά σοβαρά πρόσωπα, που ακόμη και τώρα τους αισθάνομαι συντρόφους. Και ας ήταν της άλλης πλευράς. Τελικά αποδείχτηκαν καλύτεροι από πολλούς. Έβαλαν διλήμματα σε όλους τους πολιτικούς, που λούφαζαν μέχρι τότε ή αρκούνταν σε κάποιες δηλώσεις που και που. Έσπρωξαν τους πνευματικούς ανθρώπους να τολμήσουν. Έδωσαν κουράγιο και έδειξαν δρόμους στους καλλιτέχνες να βγουν φανερά και να αφήσουν τις κρυψώνες τους.
Η αριστερά αρκούνταν στην στρατολόγηση μεμονωμένων ανθρώπων και μετά τους οδηγούσε στην αδράνεια, που πήγαζε από την αυτάρεσκη και αλαζονική ψευδαίσθηση της μοναδικότητας. Όσοι από αυτούς (τους ανένταχτους) εντάχθηκαν στην παραδοσιακή αριστερά, φαντάζομαι ότι η ανάμνηση της προηγούμενης περιόδου, θα είναι η καλύτερη στιγμή της ζωής τους. Βρέθηκαν από τα χαρακώματα, στην αυλή του γηροκομείου. Μερικοί από αυτούς είχαν και διφορούμενη πορεία και κατάληξη.
Υπάρχουν ελάχιστα πρόσωπα που κράτησαν ακέραια όλα αυτά τα ιδανικά που τους οδήγησαν στον αγώνα. Και πάνω απ’ όλα την αξιοπρέπεια. Οι «άλλοι» όμως, ήταν η έκπληξη.
Ο Παναγιώτης Κανελάκης, δικηγόρος και συμμαθητής του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο πατέρας του υψηλόβαθμος αυλικός. Αυτός αντιστασιακός. Πρόεδρος της ΕΚΙΝ, φυλακίσεις, βασανιστήρια και στην μεταπολίτευση σύμβουλος αποχουντοποίησης των πανεπιστημίων κοντά στον υπουργό Δημήτρη Τσάτσο.
Το ίδιο και o Γ. Βερνίκος. Γόνος εφοπλιστών, φυλακίστηκε, βασανίστηκε και δεν συμβιβάστηκε στις πιέσεις της χούντας. Ούτε στην μεταπολίτευση εξαργύρωσε κάτι από την αντιστασιακή του δράση.
Ο Νικήτας Λιοναράκης, που έφυγε νεότατος. Γιος υψηλόβαθμου στρατιωτικού και μόνιμος θαμώνας των εκδόσεων «Υδροχόος». Πρωταγωνιστής στις καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Στην μεταπολίτευση δημοσιογράφος με οικολογικές πρωτοβουλίες και καινοτόμες συλλήψεις και ενέργειες. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι ο «Υδροχόος» είχε τέτοια επιρροή και απήχηση. Πριν από το θάνατό του βρέθηκα στην Έκθεση Θεσσαλονίκης και τρώγαμε με το βαφτισιμιό μου Δημήτρη Θωίδη, στου «Ρογκότη» με τα ξακουστά σουτζουκάκια του. Ο Νικήτας έτρωγε και αυτός δίπλα μας με μια παρέα γνωστών δημοσιογράφων. Ήρθε και κάθισε στο τραπέζι μας και με φανερή συγκίνηση μου είπε: «Τα καλύτερά μας χρόνια ήταν αυτά που πέρασαν. Στο βιβλιοπωλείο σου άνοιξαν τα μάτια μου, έμαθα από σένα πολλά, μου άνοιξες ορίζοντες». Αιφνιδιάστηκα και συγκινήθηκα. Αν δεν ήταν μπροστά ο βαφτισιμιός μου, θα είχε άλλη κατάληξη αυτή η συναισθηματική εξομολόγηση.
Άλλη περίπτωση σεμνότητας και αξιοπρέπειας με αθόρυβη συμμετοχή στην αντίσταση ήταν ο στρατιωτικός γιατρός Σωκράτης Τόλιας. Γοητευτική προσωπικότητα, με χιούμορ και κουλτούρα. Αποτάχτηκε αμέσως μετά την δικτατορία από τον στρατό. Ήταν τόσο σεμνός, που ακόμη και οι πιο στενοί του συνεργάτες δεν ήξεραν ότι ήταν από τους πρώτους αντιστασιακούς, που αντιτάχτηκαν στην χούντα. Μας βοήθησε αποφασιστικά σε όλη την διάρκεια των καταλήψεων της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Με την μεταπολίτευση εντάχτηκε στην ΕΔΑ και αμέσως διακρίθηκε για το ήθος και την σεμνότητα του. Έμεινε έξω από την εσωκομματική σύγκρουση που ακολούθησε. Την παρακολουθούσε περίλυπος. Ύστερα αποσύρθηκε στο Ναύπλιο όπου και πέθανε πολύ νέος.
Είχα όμως την ιδιαίτερη τύχη στη ζωή μου, να γνωρίσω μέσα στα κρατητήρια της ΕΣΑ τον στρατηγό Φέτση και τον Ναύαρχο Μάλλιαρη.. Η γνωριμία μας προέκυψε εντελώς παράδοξα, αλλά κρατήσαμε την επαφή μας με τον στρατηγό Φέτση μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του και με τον Παναγιώτη Μάλλιαρη βλεπόμαστε σχεδόν κάθε μήνα. Οι οικογενειακές σχέσεις επιβεβαίωναν την εμπεδωμένη αγάπη μας και βάθαιναν την εκτίμηση και τον σεβασμό στην προσωπικότητα του καθενός και όχι στα αξιώματα. Ιδιαίτερα ο Μάλλιαρης, που έτυχε να βρεθεί σε πολλές οικογενειακές γιορτές και εκδηλώσεις, κατέκτησε τη βαθιά εκτίμηση και όλων των φίλων μου. Ήταν ιδιαίτερη η χαρά όλων όταν βρεθήκαμε στη βάπτιση του γιου μου Λάζαρου στην Παναγία Σουμελά.
Μετά για πολλά χρόνια, ακόμη μέχρι σήμερα ακούω ακόμα νοσταλγικές αναφορές από τα ποντιακά έθιμα που κρατήσαμε στην βάπτιση και το διήμερο ποντιακό γλέντι.
Και κάτι ακόμη που με τα χρόνια έγινε πεποίθηση μου. Η αντίσταση στην χούντα έχει άλλο ειδικό βάρος για τους δεξιούς άλλο για τους αριστερούς και άλλο για τους στρατιωτικούς. Το κίνημα του Ναυτικού είναι η κορυφαία αντιστασιακή πράξη μαζί με αυτήν του Αλέκου Παναγούλη. Κανείς από αυτούς δεν ήταν αριστερός.
Ο αξιωματικός που αντιστέκεται, αισθάνεται να τον ταπεινώνουν και πάει να σώσει την πατρίδα του και μάλιστα με κίνδυνο πολύ μεγαλύτερο από οποιονδήποτε άλλον.
Σίγουρα υπάρχουν και άλλοι. Σίγουρα όμως και λίγοι. Όπως πάντα. Αυτοί μάλιστα. Και δεν μιλάω για τα ονόματα που ανέφερα. Μιλάω γι’ αυτούς που δεν είχαν κανένα λόγο να βγουν στους δρόμους και όμως αυτοί βγήκαν. Γι’ αυτούς που αισθάνθηκαν προσβολή από τη χούντα και οργισμένοι ξεχύθηκαν στις σχολές των πανεπιστημίων και προσπάθησαν να ορθώσουν έναν λόγο ανατρεπτικό.
Κοντεύει να κλείσει η πέμπτη δεκαετία από τότε που αποκαταστήθηκε η Δημοκρατία και στα πανεπιστήμια ακόμη δεν ακούστηκε τίποτα καλύτερο. Ακόμη δεν κατάφεραν να αισθανθούν υπεύθυνοι για να εκλέξουν αντιπροσωπευτικό όργανο. Η ΕΦΕΕ είναι σήμερα μια ανύπαρκτη και ανυπόληπτη οργάνωση. Πριν τη δικτατορία ήταν μια ενωτική δύναμη με τεράστια απήχηση και κύρος. Οι σημερινοί φοιτητές δεν γνωρίζουν το ιστορικό της βάρος. Η λέξη «Δημοκρατία» πιπιλίζεται στο στόμα τους, αλλά στην πράξη κάνουν οτιδήποτε την αναιρεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ