Ένα αυτοκίνητο με ιστορία

1
4674

Του Τίμου Παπαδόπουλου


 

Κοντεύει να κλείσει και ο δεύτερος χρόνος που έπεσε η χούντα.
Τέλος της άνοιξης του 1976 μπαίνει στα γραφεία μας ένα γεροντάκι με γυαλιά μυωπικά τουλάχιστον 15 βαθμούς.
Τα γραφεία της ΕΔΑ ήταν τότε Ακαδημίας 25, κοντά στην Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου.
Ρωτήσαμε πώς μπορούσαμε να βοηθήσουμε το συμπαθητικό μικρόσωμο γεροντάκι.
Θέλω τον πρόεδρο.
Τον ρωτήσαμε τον λόγο και το όνομά του.
Προσωπικό.
Μας είπε κοφτά και το ξέκοψε.
Από το αδιέξοδο μας έβγαλε ο Μήτσος, που βγαίνοντας από το γραφείο του τον γνώρισε με συγκίνηση αγκαλιές και φιλιά.
Μπήκαν μαζί στο γραφείο του πρόεδρου και όταν μετά από δύο ώρες άνοιξε η πόρτα του πρόεδρου, ο γεροντάκος είχε ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
Σε λίγο ο Ορέστης μας ενημέρωνε.
Ο γέροντας ήταν ο οδηγός του Πασαλίδη.
Το αυτοκίνητο το είχε αραγμένο στην αυλή του σπιτιού του από την επόμενη της δικτατορίας. Έβγαλε τις πινακίδες και τις παρέδωσε στην εφορία, το τύλιξε με κουρελούδες, το στήριξε σε τάκους και περίμενε. Περίμενε την ΕΔΑ για να το παραδώσει.
Το αυτοκίνητο αυτό είχε την ιστορία του.
Ο πρόεδρος της ΕΔΑ Γιάννης Πασαλίδης δέχτηκε από τον Νικήτα Χρουστσόφ, πρόεδρο τότε της ΕΣΣΔ και Γραμματέα του ΚΚΣΕ, σαν δώρο κατά την επίσκεψή του στην Μόσχα, ένα αυτοκίνητο.
Ήταν ένα ΒΟΛΓΑ πιστό αντίγραφο μιας αμερικάνικης «Μπιούικ» ή και «Σεβρολέτ», αυτές με τα μακριά φτερά και τα φουτουριστικά σχέδια. Σήμερα τέτοια αυτοκίνητα υπάρχουν μόνο στην Κούβα, μοντέλα του 1950 και 1960 μεγαλοπρεπή και εντυπωσιακά.
Αυτό το ΒΟΛΓΑ είχε μια μηχανή 2400 κ. εκ., πολύ μεγάλη για εκείνη την εποχή, που όλα τα αυτοκίνητα ήταν τότε από 900 έως 1200 κ. εκ. και που ακόμη τα 1600 κ. εκ. θεωρούνταν υπερβολική πολυτέλεια. Είχε 3 ταχύτητες στο χέρι κολλητά στο τιμόνι, η θέση του οδηγού συνεχόμενη με του συνοδηγού και όπως άρμοζε στην περίπτωση σε μαύρο χρώμα. Πρέπει να ήταν πάνω από 2 τόνους. Δεν είχε ακόμη μπει το πλαστικό στην ζωή μας. Ήταν και ειδική κατασκευή για την ασφάλεια και προστασία επίσημων προσώπων. Όταν έβαζες την ταχύτητα, σηκωνόταν η μούρη του ψηλά και μετά ξεκίναγε.
Μέχρι τη δικτατορία το χρησιμοποιούσε ο πρόεδρος της ΕΔΑ Ι. Πασαλίδης και ορισμένα στελέχη του κόμματος, όπως π.χ. ο Ηλιόπουλος, ο Μπριλάκης, ο Κύρκος, ο Ηλίας Ηλιού, ο Γλέζος, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γρηγόρης Λαμπράκης και άλλοι.
Ένα μήνα κράτησε η επισκευή και η συντήρηση του, από την μακρόχρονη ακινησία του. Ύστερα το πήρε η ΕΔΑ και αποφασίσαμε να το αναλάβω εγώ. Με βόλευε και στη δουλειά που είχα στο κόμμα ως υπεύθυνος της παρακολούθησης των επαρχιακών οργανώσεων. Με βόλευε και η κρυφή μου επιθυμία να απολαμβάνω περισσότερο τον πρόεδρο. Γιατί πάντοτε με τον πρόεδρο κάθε στιγμή της ημέρας ήταν και ένα ευχάριστο εκπαιδευτικό πολιτικό σεμινάριο.
Επισκεφθήκαμε τις περισσότερες πρεσβείες και τιμήσαμε τους αξιοσέβαστους μπουφέδες τους. Ακόμη δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου που δεν κατέγραψα τις εμπειρίες μου με τον Ηλία Ηλιού. Τώρα φαίνεται πόσο πολύ μας λείπουν τέτοια έργα, όσο περνάνε αυτά τα άγονα χρόνια. Και είχα τεράστιες ευκαιρίες με δεκάδες περιστατικά και γεγονότα. Ιδιαίτερα στα ταξίδια μας με το ΒΟΛΓΑ. Εκεί ήταν απόλαυση. Τραγουδούσε, έλεγε ανέκδοτα, θυμόταν περιστατικά και γεγονότα, που έγραψαν τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας. Και εγώ με πλάγιες ή και άμεσες ερωτήσεις μετείχα στο να ανοίγει ο σπάνιος θησαυρός των πολύχρονων εμπειριών, ο χείμαρρος της πλούσιας γνώσης αλλά και της μόρφωσης του Ηλία Ηλιού.
Το ΒΟΛΓΑ έμεινε στα χέρια μου μέχρι που μας χάρισαν ένα ρουμάνικο «Ντάτσια». Τότε μπήκε θέμα με την πώλησή του.
Κατά τη γνώμη μου έπρεπε να το δώσουν στο κράτος, να το φυλάξει σαν κειμήλιο και αντίκα. Για μένα ήταν ένα κομμάτι της ιστορίας. Τότε το προσφυγικό μου ένστικτο λειτούργησε ακαριαία. Δεν μπορούσα να αφήσω αναπάντητη μια τέτοια πρόκληση. Έβλεπα να είναι μαύρο κι άραχλο το μέλλον αυτού του ιστορικού κειμηλίου στα χέρια των διαχειριστών του. Ήταν ψυχροί και αδίστακτοι. Δεν τους πίστευα και φοβόμουν ότι θα το ξεφορτωθούν. Σε κάποια μάντρα για παλιοσίδερα ή στα χέρια κάποιου χομπίστα ή στο γκαράζ κάποιου συλλέκτη λιμοκοντόρου. Τίποτε δεν μου πήγαινε από αυτά.
«Πρέπει να βρω τον τρόπο να αποκτήσω γρήγορα την κυριότητα του ΒΟΛΓΑ», σκέφτηκα.
Σε λίγες μέρες έπιασα δουλειά στο «Αθηνόραμα». Την επόμενη ήμουν κιόλας στα γραφεία της ΕΔΑ.
Γεια σου Μήτσο, τι κάνει το αυτοκίνητο;
Ξέρεις …το αυτοκίνητο…το δώσαμε…
Μπα! Κρίμα. Πότε έγινε αυτό;
Πριν λίγο καιρό.
Και ποιος το πήρε;
Κάποιος ασβεστάς.
Δηλαδή;
Κάποιος που πουλάει ασβέστη. Θα το βάλει στη δουλειά του.
Δηλαδή; Δηλαδή;
Το έκοψε και το έκανε καρότσα. Κουβαλάει ασβέστη.
Πετάχτηκα και έφυγα τρέχοντας.
Δεν ξαναπέρασα για χρόνια από τα γραφεία.
Μετά από λίγα χρόνια πήγα στην κηδεία του Μήτσου κάπου στη Φιλαδέλφεια, στον κόκκινο μύλο. Κάποια στιγμή, στα μέσα της τελετής, σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τις γνωστές φάτσες των γραφείων. Πετάχτηκα και έφυγα τρέχοντας.
Ακόμα φεύγω.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ