Γαλακτοκομικά προϊόντα: Επιβλαβής ή ευεργετική η επίδρασή τους στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο;

0
2098

Του Αχιλλέα Παπαδόπουλου, Ειδικού Καρδιολόγου

Μέρος Β’

Αναφορικά με την κατανάλωση τυριού, παρόλο που είναι ένα τρόφιμο πλούσιο σε θερμίδες, αλάτι, λιπαρά και ιδίως κορεσμένα λιπαρά, η κατανάλωσή του έχει βρεθεί ότι μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και στεφανιαίας νόσου. Επιπλέον, η συστηματική κατανάλωση ζυμωμένων προϊόντων γάλακτος, όπως είναι το τυρί, έχει συνδεθεί με μείωση της αρτηριακής πίεσης, με πιο έντονα αποτελέσματα στα ήδη υπερτασικά άτομα. Σε ορισμένες μελέτες, η κατανάλωση τυριού έχει συνδεθεί και με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Όμως το τυρί φαίνεται να μην ασκεί καμία επίδραση στα επίπεδα της LDL-χοληστερόλης, όταν συγκρίνεται με το βούτυρο, παρόλο που μπορεί να περιέχουν την ίδια ποσότητα λίπους και κορεσμένων λιπαρών. Ωστόσο, αδιευκρίνιστη παραμένει η επίδραση της περιεκτικότητας λίπους του τυριού στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο. Σχετικά με τον μηχανισμό δράσης, πιθανή εξήγηση είναι ότι η υψηλή περιεκτικότητα ασβεστίου στο τυρί συμβάλλει στην αποβολή λίπους με τα κόπρανα, ενώ και άλλα χαρακτηριστικά του τυριού, όπως η υψηλή περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνες, η διαδικασία της ζύμωσης και η παρουσία προβιοτικών και βιταμίνης Κ, μπορεί να συμβάλουν ευεργετικά στη μείωση του καρδιομεταβολικού κινδύνου.
Το γιαούρτι, σε καθημερινή κατανάλωση περίπου 200 γραμμαρίων, φαίνεται να δρα προστατευτικά ως προς τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακών νοσημάτων. Το γιαούρτι, είτε πλήρες είτε με χαμηλά λιπαρά, έχει συνδεθεί και με μείωση του κινδύνου εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου, στο οποίο περιλαμβάνεται ο σακχαρώδης διαβήτης. Μάλιστα, έχει φανεί ότι μπορεί να βελτιώνει και κάποιες από τις συνιστώσες του μεταβολικού συνδρόμου, μεταξύ των οποίων τα υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων και τα χαμηλά επίπεδα της HDL-χοληστερόλης. Όμως, δεδομένα από καλά σχεδιασμένες κλινικές μελέτες αναφέρουν ότι η υψηλή κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων υψηλών λιπαρών θα πρέπει να συνοδεύεται από περιορισμό των συνολικών προσλαμβανόμενων θερμίδων, ώστε να επιτευχθεί σημαντική απώλεια βάρους και μείωση της περιφέρειας μέσης, προκειμένου να αναδειχθεί η ευεργετική επίδραση της κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων, όταν υπάρχει κίνδυνος παρουσίας μεταβολικού συνδρόμου. Η μεγάλη περιεκτικότητα του γιαουρτιού σε ωφέλιμους ζωντανούς μικροοργανισμούς, τα γνωστά προβιοτικά, φαίνεται να συμβάλουν στη βελτίωση της εντερικής μικροχλωρίδας, αλλά και σε μείωση του σωματικού λίπους, βελτιώνοντας κατ’ επέκταση το καρδιομεταβολικό προφίλ των ατόμων.
Λίγες μελέτες έχουν αξιολογήσει την επίδραση της κατανάλωσης βουτύρου στον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Το βούτυρο έχει κατεξοχήν συσχετιστεί με αύξηση της ολικής και της LDL-χοληστερόλης και γι’ αυτό θεωρείται ότι αυξάνει τον εν λόγω κίνδυνο. Ωστόσο, παρόλο που, σε μία πρόσφατη μελέτη, η κάθε μερίδα, περίπου 14 γρ. κατανάλωσης, βουτύρου συσχετίστηκε με αύξηση της θνησιμότητας από καρδιαγγειακά, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση της κατανάλωσης βουτύρου στον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιαγγειακής νόσου. Εξάλλου, αποτελέσματα σε επίπεδο πειραματικών μελετών δείχνουν ότι σε δίαιτες με όμοια πρόσληψη λίπους, λακτόζης και πρωτεΐνης, με κατανάλωση βουτύρου σε σχέση με κατανάλωση τυριού η γάλακτος αυξάνονται τα επίπεδα της LDL-χοληστερόλης, χωρίς να παρατηρούνται αντίστοιχες επιδράσεις από το τυρί ή το γάλα. Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα για να αποδειχθεί η ωφέλεια του βουτύρου στον οργανισμό, χωρίς βλάβη της καρδιομεταβολικής υγείας.
Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα των μελετών που αξιολογούν τον ρόλο των γαλακτοκομικών προϊόντων στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο δεν φαίνεται να δικαιολογούν την κατάταξή τους στα «επιβλαβή» τρόφιμα. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις υποστηρίζεται ότι μπορεί να δρουν προστατευτικά έναντι του καρδιομεταβολικού κινδύνου, χωρίς, ωστόσο, να επιτυγχάνεται σαφής διαχωρισμός της επίδρασής τους αναφορικά με την περιεκτικότητα λίπους. Ο κύριος όγκος των δεδομένων προέρχεται κυρίως από μελέτες παρατήρησης, που εστιάζονται ιδίως στην αξιολόγηση της κατανάλωσης γαλακτοκομικών ως ενιαίας ομάδας τροφίμων, ενώ παρατηρείται έλλειψη ισχυρής απόδειξης σχετικά με τις πιθανές διαφορετικές επιδράσεις των επιμέρους γαλακτοκομικών προϊόντων στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο.
Στην πλειονότητά τους οι μελέτες αυτές είναι καλά σχεδιασμένες και αντιπροσωπεύουν μεγάλους πληθυσμούς, ωστόσο παρουσιάζουν ορισμένους περιορισμούς. Αρχικά, δεν μπορεί να γίνει ακριβής εκτίμηση της ποσότητας των γαλακτοκομικών προϊόντων που καταναλώνονται, αλλά ούτε και να εκτιμηθεί η γενικότερη ποιότητα της δίαιτας των συμμετεχόντων. Επομένως, δεν είναι ξεκάθαρο πόσο τυρί π.χ. μπορεί να καταναλώνει κάποιος χωρίς προβλήματα, ακόμα και αν η επιλογή ενός τυριού χαμηλών λιπαρών υποδηλώνει ταυτόχρονα υγιεινό διατροφικό πρότυπο, που λειτουργεί ούτως ή άλλως προστατευτικά. Συνεπώς, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι υπάρχει ανάγκη και άλλων μελετών με σαφή διαχωρισμό των χαρακτηριστικών των γαλακτοκομικών προϊόντων ως προς την περιεκτικότητα λίπους, προκειμένου να διαλευκανθεί πλήρως η επίδρασή τους, αλλά και ο μηχανισμός μέσω του οποίου επιδρούν στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here