Η γυναίκα στον Πόντο

0
1381

Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη


 

Α’ ΜΕΡΟΣ

 

Στις 3 Μαρτίου 1857 γυναίκες της Νέας Υόρκης διαδήλωσαν για καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ο ΟΗΕ αναγνώρισε το 1975 την ημέρα αυτή ως παγκόσμια ημέρα της γυναίκας.
Από τότε η ανθρωπότητα ασχολείται συστηματικότερα με την προσφορά και το έργο της γυναίκας ως κόρης, αδελφής, μητέρας, γιαγιάς και την προβάλλει σε όλη την οικουμένη με ξεχωριστή αναγνώριση, τιμή και σεβασμό.
Είναι γνωστό και αναμφισβήτητο πως προοδευτικά από τους μυθικούς χρόνους ως τον 20ό αιώνα, γενικά βρισκόταν σε υποδεέστερη θέση από τον άνδρα, σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Παρόλα αυτά, όμως, λατρεύτηκε ως θεά, αναγορεύτηκε βασίλισσα, τιμήθηκε ως ηρωίδα και αναδείχθηκε μάντισσα, νύμφη, νεράιδα, ως και γοργόνα στην ελληνική και την παγκόσμια μυθολογία και ιστορία. Τη βρήκαμε Σαπφώ, Αντιγόνη, Κλεοπάτρα της Αιγύπτου, αυτοκράτειρα Θεοδώρα, και Θεοφανώ, Κομνηνή καθώς και 24 φορές πόντια σουλτάνα κατά τον Γεώργιο Κανδηλάπτη.
Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε πως οι Έλληνες και οι Αιγύπτιοι αποτελούν χαρακτηριστική εξαίρεση. Οι λαοί αυτοί τις ανέδειξαν και τις λάτρεψαν ως θεές, ημίθεες, βασίλισσες, ηρωίδες. Για μας, μάλιστα, οι περίφημες Αμαζόνες (α + μαζός = μαστός ή a – maza = σιτηρά) της μυθολογίας, που ζούσαν στις όχθες του Θερμόδοντα ποταμού, κοντά στην αρχαία Θεμίσκυρα (Θέρμη) του Πόντου, την περιοχή καταγωγής των γονιών μου, έφθασαν πολεμώντας έφιππες ως την Αθήνα. ΄Ολες και όλοι από την παιδική μας ηλικία, ακούσαμε και διαβάσαμε στο σχολείο και για τη ζώνη της Αμαζόνας Ιππολύτης, που πήγε να πάρει ο Ηρακλής. Πρόσφατες ανασκαφές στον τόπο καταγωγής τους, τη Σκυθία, μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή βόρεια του Ευξείνου Πόντου, ευρήματα DNA οστών (Διαδίκτυο-Βικιπαίδεια) έφεραν στο φως μεταχειρισμένα όπλα σε γυναικείους τάφους.
«Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία χρησιμοποίησε το παράδειγμα των μυθικών Αμαζόνων ως επιχείρημα για τη συμμετοχή των γυναικών στον στρατό, ενώ ο Αριστοφάνης -λένε- εμπνεύστηκε από αυτές για να γράψει τη Λυσιστράτη και τις Εκκλησιάζουσες».
Πολύ φυσικά, στην περίπτωσή μας δεν έχει νόημα η θεματική της σκλάβας γυναίκας, που παραπέμπει σε χιλιάδες χρόνια αγοραπωλησίας χιλιάδων ανθρώπων, ανδρών και γυναικών όλων των λαών, που πουλιόταν ως αντικείμενα (res) στα σκλαβοπάζαρα της γης.
Ίσως είναι χρήσιμο να θυμίσουμε παρενθετικά ότι για τους ειδικούς μελετητές της φυσιολογίας του ανθρώπου γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ παιδιού (6-11 ετών για τα κορίτσια και 7-14 ετών για τα αγόρια), εφήβου (10-17 ετών για τα κορίτσια και 11-18 για τα αγόρια) και από εκεί και πέρα ισχύουν οι όροι «γυναίκα» και «άνδρας».
Αυτό όμως που θεωρείται ενδιαφέρον και καθοριστικό για το θέμα μας είναι ο θεσμικός ρόλος της γυναίκας κατά την εξέλιξη των κοινωνιών. Εδώ, σήμερα επιλέξαμε να σας ταλαιπωρήσουμε, αγαπητοί μας, με τη γυναίκα του Πόντου, κάπου 40 ημέρες μετά την καθιερωμένη παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, που εορτάζεται κάθε χρόνο στις 8 Μαΐου και 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή και το ξερίζωμα του ελληνισμού από τις αλησμόνητες πατρίδες.
Από τους ελληνιστικούς χρόνους ως το 1821, που ο ελληνισμός ζούσε σκορπισμένος μέσα και έξω από τα ελληνικά κράτη-πόλεις και το αχανές κράτος του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων τον πρώτο καιρό, η Ελληνίδα συνέχιζε να γαλουχεί το Ελληνόπουλο με τα νάματα της ιερής καταγωγής του, την πίστη, το δίκαιο, την ειρήνη και τη δημοκρατία και να διαιωνίζει επάξια τον ελληνισμό.
Κυρίως από τις αρχές του 18ου αιώνα αρχίζει μια προδρομική, θα λέγαμε, περίοδος για την αναγνώριση της προσφοράς της γυναίκας, όχι μόνο στη διαδικασία ανατροφής των παιδιών στο σπίτι, αλλά και στην ενεργό συμβολή της στη διαδικασία βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής πλούτου στην Αμερική και την Ευρώπη. Κατά την περίοδο αυτήν, η γυναίκα αρχίζει να εργάζεται πρώτα στην οικοτεχνία ή τη βιοτεχνία της γειτονιάς και στη συνέχεια στο εργοστάσιο της περιοχής ως αμοιβόμενο μέλος παραγωγής. Είναι η πρώτη έξοδός της από το σπίτι και η απασχόλησή της όχι πλέον στα αγροκτήματα. Η εποχή αυτή συμπίπτει με την απαρχή της αναγνώρισης της αυτοτέλειάς της, η οποία της προσφέρει έκτοτε οντότητα, κύρος και αξιοπρέπεια σε σχέση με τον άνδρα.
Στον Πόντο, οι Ελληνίδες την εποχή της εξοντωτικής μανίας των ετερόδοξων υπόδουλων από τους βίαιους και αιμοσταγείς οθωμανούς Ντερέμπεηδες και ουσιαστικά ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αντιμετωπίζονται κυρίως στα χαρέμια σαν πηγές σαρκικής ηδονής και παιδοποιητικές μηχανές, για να προσφέρουν γενίτσαρους με το παιδομάζωμα. Από πολύ νωρίς μετατράπηκαν σε πυρήνα του γενοκτόνου σκοπού των Τούρκων, αφού ήταν αυτές που εξασφάλιζαν τη βιολογική συνέχεια του ελληνισμού.
Αυτές τις μέρες, στο βιβλίο των Ρόμπερτ Σενκ και Σάββα Κοκτζόγλου με τίτλο «Η γενοκτονία των Ελλήνων μέσα από τα Ημερολόγια Πολέμου του Αμερικανικού Ναυτικού, Δίσιγμα 2021», σελ 131, διαβάζω μεταξύ πάρα πολλών άλλων αντριχιαστικών ότι, όταν ο Κεμάλ αποφάσισε επίσημα να εξοντώσει τον Ελληνισμό του Δυτικού Πόντου την άνοιξη του 1921 με τις ορδές του Τοπάλ Οσμάν, «…όλα τα νεαρά κορίτσια της (Σαμψούντας) είχαν αγοράσει στρυχνίνη και φορμαλδεΰδη, αποφασισμένες να δώσουν τέλος στη ζωή τους παρά να βρεθούν στο έλεος των Τούρκων».
Τα βουνά του Δυτικού Πόντου γέμισαν από χιλιάδες γυναίκες που πήραν τα παιδιά τους και ακολούθησαν τους άνδρες τους, για να μην πεθάνουν στους δρόμους του ομαδικού εκτοπισμού, τις γνωστές εξορίες θανάτου. Και κάποιες από αυτές που αναγνωρίστηκαν ως φημισμένες καπατάνισσες, επέζησαν και ήρθαν και αποκαταστάθηκαν στους νομούς Δράμας, Καβάλας, Σερρών και Ξάνθης. Και εδώ ξαναπολέμησαν στα βουνά τους Βουλγάρους στην Κατοχή 1941-1944. Αναφέρονται και περιγράφονται σε υπό έκδοση βιβλίο του γράφοντα.
Στα «Χρονικά του Πόντου» (επίτομη συλλογή περιοδικών), σελ. 337, διαβάζουμε: «Αρ’ ους να τσαμπλίζουμ’ τ’ ομμάτα μουν η μάνα μ’ κ’ η Βαρβάρα έλυσαν τα βούδα κ’ εδέβασαν ατα σα χωράφα κεσ’ κ’ ερχίνεσαν να τοπλαεύνε τ’ αλών’. Με το ταπάν και με τα λεγμιτέρα εσέγκαν αφκά ση στούβαν όσα έχώρεσαν -η στούβα μουν μικρόν έτονε- και τ’ άλλα εκουμουλίασαν ατα απέσ’ ση μέσεν τ’ αλωνί… Η Βαρβάρα εκούντανεν αποπίσ’ με το λάβ’. Η μάνα μ’ με το λεμιτέρ’(λυχνιστήρι) εποίνεν ας’ ούλτς πολλά δουλείαν».
Από το βιβλίο «Τα πρωτιζν’νά τα ευλοΐας τη χωρί», του Συλλόγου Δασωτού, 2004 μας για τη γυναίκα και τα εξής: «Η Κερεκή τη Ταμούς, εγεννέθεν 1890 σο Καρακούρτ είπεν για το παρχάρ»: «Το βίον όλον εβγάλναμ’ α σο παρχάρ’, σην γιαϊλάν. Εποίναμε μαντζίραν, εδουρβάνιζαμε, εποίναμε τα τάνα, τα τυρία. Ας ση χτηνί το γουρσάχ’ εποίναμε μαγιάν, εκόλιζαμε σο δίλαβον, εσακκουλίαζαμ’ α κ’ έστεκεν έναν ημέραν. Επεκεί έκοφταμ’ α φελία κ’ εχουλίαναμ’ α σο τηγάν’, εζούμωναμ’ α καλά σο σιρκέτς κ’ εθέκναμ’ α σο κουτίν. Το πρόσωπον ίνουσουν άμον κασέρ’.
»Αγούρ’ ση γιαϊλάν ’κ’έσανε. Εποίναν τα δουλείας σο χωρίον. Τη Χαμπάντωνος ο Κούρτον (Κούρδος) ο τσοπάνον -τ’ όνεμαν ατ’ Πούρο- έναν βράδον ένοιξεν το καλύβ’ τη Ταχμαζίνας και γάλε-γάλε επίασεν και σύρ’ το ποδάρ’ν ατς. Ατέ εγνέφσεν ετζάικσεν. Εσέβεν απέσ’ τη Χαμπάντων η Χριστίνα, η σχωρεμέντζα η κουμπάρτσα μ’ κ’ επεκεί κ’ άλλ’ γαρίδες. Με τα γαζούχα εποίκαν ατον ποστ σο ξύλον. Εκείνο έτον. Τσοπάν άλλο ση γιαϊλάν ’κ’ εφάνθαν. Παστρικός και φοβερός κόσμος» (Κερεκή Τζαμούς γενν. 1890, σο Καρακούρτ-Καρς).
Έλεεν η καλομάνα μ’ όντες ερούκ’σεν κ’ έσκωσα ’τεν «Άντρας -ιμ επέθανεν, εκάεν το σπίτι μ’, το παιδί μ’ επέθανεν, εκάεν το τζιέρι μ’» (Ευαγγελία). Με το μαλακόν και το γλυκύν τη λαλίαν ατς έλεγεν σα μωρά και σα εγγόνια τα παραμύθια τη Βέβεια, τη Ναστραντίν Χότζα και τη Κουσκούρ’ τη Μούχονος και τη Τριάδας τα κακά κ.ά.
Η γαρή π’ επόν’νεν τα ορφανά εγόμωνεν την εμποδέαν ατς φαϊστικά κι ας σο ρδανίν μεσονυχτί εσύρ’νεν ατα κά κ’ εκείνα έλεγαν: πεσπελί η μάνα ’μουν έστειλεν ατα».
Στην τουρκοκρατία, μόνο με τα διατάγματα Χάττι Σερίφ το 1939 και Χάττι Χουμαχιούν το 1856, μετά από πίεση των μεγάλων δυνάμεων της τότε Ευρώπης, υποχρεώθηκαν οι Τούρκοι να νομιμοποιήσουν θεσμούς εκπαίδευσης, γλωσσικής ελευθερίας και δικαιότερης φορολογικής μεταχείρησης αντίστοιχα για τους Έλληνες και γενικότερα για τους χριστιανούς, οπότε αναφύεται και κάποια δυνατότητα χειραφέτησης της γυναίκας, με τη δυνατότητα φοίτησης σε σχολεία κατώτερης βαθμίδας, έστω και σε ποσοστά πολύ κάτω του 10% στην ύπαιθρο. Στις παραλιακές πόλεις Σινώπη, Πάφρα, Σαμψούντα (Αμισό), Κοτύωρα, Κερασούντα, Πουλαντζάκη, Πλάτανα, Τρίπολη, Τραπεζούντα και σε πόλεις του εσωτερικού όπως η Αμάσεια, η Νικόπολη, η Αργυρούπολη και άλλες, λειτούργησαν κεντρικά σχολεία θηλέων, τα γνωστά Παρθεναγωγεία, πρωτοβάθμια και γυμνασιακά, με μεγάλη προσφορά στην αυτονόμηση και την ολοκλήρωση της γυναίκας.
Κορυφαία βέβαια θέση κατείχε «Η Μέριμνα» που ιδρύθηκε το 1904 στην Τραπεζούντα με την επωνυμία «Αδελφότης Κυριών Τραπεζούντας», θυγατέρες της οποίας υπάρχουν μέχρι σήμερα στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και τη Δράμα, γνωστές ως «Μέριμνα Ποντίων Κυριών». Σκοπός της «η διά παροχής εργασίας υλική υποστήριξις των δεομένων προστασίας και αρρωγής Ελληνίδων». Εκτός από την κουζίνα, διέθετε εργαστήριο κοπτικής-ραπτικής και εργοχείρων κεντημάτων, στο οποίο εργάστηκαν εκατοντάδες κορίτσια, τα οποία προετοίμαζε για μητέρες, οικοκυρές και επαγγελματίες με προφανή την κοινωνική προσφορά.
Ο Καθηγητής Κωνσταντίνος Κ. Φωτιάδης σημειώνει ότι γινόταν «προετοιμασία της γυναίκας για τον ρόλο της οικοδέσποινας» και «διαπαιδαγώγηση, προκειμένου να αποβεί αγαθή σύζυγος και μητέρα και να συμβάλει στην προαγωγή της κοινωνίας». Η πρώτη δασκάλα που δίδαξε στο Παρθεναγωγείο της Τραπεζούντας ήταν η Καρυοφύλλη το 1846.
Από το 1870 ως το 1875 -μας λέει ο Σάββας Ιωαννίδης- τα δύο Παρθεναγωγεία της Τραπεζούντας είχαν 4 δασκάλες και 250 μαθήτριες, της Κερασούντος 2 δασκάλες και 140 μαθήτριες και της Οινόης 112 μαθήτριες. Στην εκκλησιαστική περιφέρεια Αμάσειας υπήρχαν την ίδια εποχή 6 παρθεναγωγεία με 400 μαθήτριες, ενώ στο Παρθεναγωγείο του Τσαρτσαμπά το 1871 φοιτούσαν 45 κορίτσια και της Σινώπης 130. Η ηλικία των μαθητριών κυμαινόταν από 6 έως 15 έτη.
Τα κεντρικά Παρθεναγωγεία, όπως της Τραπεζούντας, της Κερασούντος και της Αργυρούπολης, είχαν Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και μία τάξη Ελληνικού Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, και αποφοίτησαν από αυτά 180 ως 200 μαθήτριες στο διάστημα 1875-1885.
Να θυμίσουμε ότι όλη η Εκπαίδευση στην τουρκοκρατία ήταν υπόθεση των ελληνικών συλλόγων, σωματείων ή κοινοτήτων και τη διοίκηση και εποπτεία τους ασκούσαν συμβούλια και επιτροπές υπαγόμενες στο Πατρειαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Σε μικρούς ή απομακρυσμένους οικισμούς, όπου δεν υπήρχαν ολοκληρωμένες εκπαιδευτικές δομές, λειτουργούσαν εκκλησιαστικά ή ιδιωτικά σχολεία ή τάξεις μόνο αρρένων, χωρίς καταρτισμένους εκπαιδευτικούς και κανονικό πρόγραμμα.
Αξίζει να τονιστεί με έμφαση ότι εκεί όπου η γυναίκα λειτουργούσε αποκλειστικά αυτόνομα ήταν το Παρχάρ’. Πρόκειται για μία μορφή θερινής διαβίωσης γυναικείας αποκλειστικότητας. Οι γυναίκες φόρτωναν όλα τα σκεύη σε ζώα ή σε κάρα, έπαιρναν μαζί τους όλα τα μικρά και μεγάλα γαλακτοφόρα ζώα και ανέβαιναν στα παραθεριστικά βοσκοτόπια, τα γνωστά Παρχάρια, όπου θα έμεναν μόνες ή με τις αδελφές, τις κόρες τους και άλλες γυναίκες ως τον Σεπτέμβριο. Εκεί έβοσκαν μεγάλα και μικρά ζώα και μετέτρεπαν το γάλα τους σε διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα που συσκεύζαν οι Παρχαρομάνες, για να βγάλει η οικογένεια τον επόμενο χειμώνα. Βοηθούσαν η μία την άλλη και μεταβίβαζαν την τέχνη επεξεργασίας του γάλακτος στις νέες κοπέλες. Χαρακτηριστικός είναι ο λαϊκός στίχος:

«Η κόρ’ επήεν ’ς σο Παρχάρ’, έι πουλί μ’, πουλί μ’,
να ‘ινεται ρομάνα, έλα, έλα, λέγω σε!
Και για τ’ ατέν θα ίνουμαι, έι πουλί μ’, πουλί μ’
Και κυνηγός ’ς σ’ ορμάνια, έλα, έλα, λέγω σε!»

 

συνεχίζεται

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ