Η ιστορία της υπέρτασης

0
6224

Αχιλλέας ΠαπαδόπουλοςΤου Αχιλλέα Παπαδόπουλου
Ειδικού Καρδιολόγου


 

Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι η πιθανότητα να εκδηλωθεί στο μέλλον ένα θανατηφόρο ή μη θανατηφόρο επεισόδιο που σχετίζεται με το καρδιαγγειακό σύστημα (π.χ. έμφραγμα καρδιάς, εγκεφαλικό επεισόδιο). Τα τελευταία χρόνια έχουν αναγνωρισθεί οι βασικοί παράγοντες του καρδιαγγειακού κινδύνου: αρτηριακή υπέρταση, αυξημένη χοληστερίνη, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα, παχυσαρκία.
Οι παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου αποτελούν σημαντική απειλή για την υγεία όταν παραμένουν χωρίς θεραπεία, αλλά όταν αίρονται ή αντιμετωπίζονται ο κίνδυνος μειώνεται. Η αρτηριακή υπέρταση είναι ο πιο ισχυρός παράγοντας κινδύνου και ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό των θανάτων ανά την υφήλιο. Πώς όμως φτάσαμε στην παραπάνω εδραιωμένη γνώση ότι η αρτηριακή υπέρταση είναι νοσογόνος ή δυνητικά θανατηφόρος και ότι θα πρέπει να θεραπεύεται;
Η αναδρομή μάς οδηγεί στην ιστορία της μέτρησης της αρτηριακής πίεσης. Ο αρτηριακός σφυγμός, η ένταση του οποίου αποτελεί έκφραση της αρτηριακής πίεσης, είχε περιγραφεί από τον Ερασίστρατο και τον Πραξαγόρα (3ος αιώνας π.Χ.) στην Αίγυπτο, και αργότερα από το Γαληνό (2ος αιώνας μ.Χ.) στην Πέργαμο και στη Ρώμη. Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1610 ο Santorio, πρότεινε ένα ειδικό όργανο που ονόμασε σφυγμολόγιο για να κάνει αισθητό το σφυγμό, ενώ η πρώτη σημαντική πρόοδος για τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης έγινε το 1783 από τον Poiseullle με τη συσκευή που ονόμασε αιμοδυναμόμετρο. Στην πορεία έγιναν και άλλες προσπάθειες, με αποτέλεσμα το 1896 ο Riva-Rocci να περιγράψει το σφυγμομανόμετρο που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα με λίγες μόνο τεχνολογικές αναπροσαρμογές. Η ακροαστική μέθοδος για τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης περιγράφηκε από το Ρώσο επιστήμονα Korotkoff στις αρχές του περασμένου αιώνα και έτσι τα πιεσόμετρα που χρησιμοποιούμε σήμερα στηρίζονται στις βασικές αρχές που περιέγραψαν ο Riva-Rocci και ο Karotikoff.
Τα τελευταία χρόνια, έχουν αναπτυχθεί τα ηλεκτρονικά πιεσόμετρα, τα οποία είναι παρόμοια σε αξιοπιστία με τα υδραργυρικά πιεσόμετρα. Οι Ayman και Goldshine το 1940, διατύπωσαν την άποψη ότι οι τιμές της πίεσης είναι ίδιες στο ιατρείο και στο σπίτι. Μάλιστα, στις μέρες μας η μέτρηση της αρτηριακή πίεση στο σπίτι κατέχει σημαντικό ρόλο στην θεραπεία των ασθενών που πάσχουν από υπέρταση. Παλαιότερα πιστεύαμε ότι η αύξηση τής αρτηριακής πίεσης είναι αναμενόμενη και φυσιολογική και ότι ή αύξηση αυτή αποτελεί δείκτη καρδιακής υγείας. Μέχρι τα μέσα τού περασμένου αιώνα, δεν θεραπεύαμε αυξημένες τιμές πίεσης και μάλιστα πολλοί γιατροί της τότε εποχής έλεγαν ότι είναι λάθος να ρίχνουμε την πίεση. Αποτέλεσμα αυτής της στάσης, ήταν να χαθούν πολλές ζωές μεταξύ των οποίων και ηγέτες, όπως Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Winston Churchill, Franklin Roosevelt και Joseph Stalin που ήταν υπερτασικοί και πέθαναν από εγκεφαλικά επεισόδια. Σιγά σιγά έγινε κατανοητό, ότι η αρτηριακή υπέρταση αυξάνει τον κίνδυνο για εγκεφαλικά επεισόδια έως και επτά φορές περισσότερο σε σχέση με τα άτομα που έχουν φυσιολογικά επίπεδα αρτηριακής πίεσης. Ενδείξεις για το ότι η υπέρταση κάνει κακό, υπήρχαν από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Στα μέσα του περασμένου αιώνα ανάλογα στοιχεία προέκυψαν από έρευνες οι οποίες διεξήχθησαν για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών. Το 1939, ο Fisberg αναφέρει ότι η μόνιμη και μεγάλη αύξηση της μικρής (διαστολικής) αρτηριακής πίεσης προκαλεί βλάβη των μικρών αρτηριών του οργανισμού και αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης.
Μάλιστα, μέχρι τη δύση του περασμένου αιώνα, θεωρούσαμε τη μικρή πίεση πιο σημαντική από την μεγάλη, ενώ τη δεκαετία του 1990 φάνηκε ότι και οι δυο πιέσεις (μεγάλη και μικρή) είναι το ίδιο σημαντικές για την ανάπτυξη καρδιαγγειακών παθήσεων. Στο μέσα της δεκαετίας του 1970, περίπου το 50% νέων ενηλίκων γνώρισε ότι η αρτηριακή υπέρταση κάνει κακό στον οργανισμό, ενώ γρήγορα αυτό το ποσοστό αυξήθηκε στο 70% στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και να παραμένει σταθερό από τότε μέχρι τις αρχές του αιώνα μας.
Στις αρχές του 20ου αιώνα όσοι γιατροί πίστευαν ότι η υπέρταση θα πρέπει να θεραπεύεται, ως μοναδικό τρόπο παρέμβασης είχαν την αλλαγή του τρόπου ζωής και τον περιορισμό του αλατιού. Στη δεκαετία του 1940 εφαρμόζονταν η δίαιτα ρυζιού και φρούτων του Kempner, που χαρακτηρίζονταν από πολύ χαμηλά επίπεδα ημερήσιες πρόσληψης αλατιού. Η διατροφική αυτή προσέγγιση έδειξε ότι έλλειψη του αλατιού, μειώνει τον όγκο του αίματος και τα επίπεδα της πίεσης, όμως ήταν φανερό ότι τέτοιες εξαντλητικές δίαιτες δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με βάση την παραπάνω και άλλες ανάλογες παρατηρήσεις, άνοιξε ο δρόμος για την ανάπτυξη των διουρητικών ως αντιυπερτασικών φαρμάκων. Την ίδια χρονική περίοδο, η χειρουργική συμπαθεκτομή με σκοπό τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, άνοιξε το δρόμο για την εισαγωγή των γαγγλιοπληγικών (φαρμάκων που δρουν στο νευρικό σύστημα) για την αντιμετώπιση της υπέρτασης.
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, τα φάρμακα που ήταν διαθέσιμα ήταν τα διουρητικά, τα αγγειοδιασταλτικά και τα γαγγλιοπληγικά. Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 αναπτύσσονται νέες κατηγορίες φαρμάκων με λιγότερες παρενέργειες και μεγαλύτερο χρόνο δράσης στον οργανισμό, λύνοντας πολλά πρακτικά προβλήματα στην χρόνια αντιμετώπιση των υπερτασικών ασθενών. Οι β-αναστολείς και οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου ήταν τέτοιες κατηγορίες φαρμάκων. Στη συνέχεια, έρχονται σύγχρονα φάρμακα, όπως είναι οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου και οι σαρτάνες, τα οποία προσφέρουν μεγαλύτερη καρδιαγγειακή προστασία και έχουν πολύ λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο τελευταίος εκπρόσωπος της φαρμακευτικής αντιυπερτασικής φαρέτρας «απαντά» στο όνομα αλισκερένη.
Σήμερα σχέση το παρελθόν, η έρευνα, η τεχνολογία και η προσπάθεια πλήθους επιστημόνων, μας έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες για τη σημασία των αυξημένων τιμών της αρτηριακής πίεσης, τούς τρόπους μέτρησής της και τις μεθόδους για την αντιμετώπιση του επικίνδυνου αυτού «επισκέπτη». Η ύπαρξη πολλών αποτελεσματικών και ασφαλών φαρμάκων αλλά η προσπάθεια να ανοίξουμε νέους δρόμους, όπως για παράδειγμα το εμβόλιο κατά τής υπέρτασης, είναι σημαντικά δείγματα προόδου. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η πρόληψη είναι η καλύτερη θεραπεία της υπέρτασης. Η άσκηση, η απώλεια βάρους, η τήρηση της μεσογειακής δίαιτας και η διακοπή του καπνίσματος είναι ότι καλύτερο μπορεί κάποιος να κάνει για να συμβάλει στη διατήρηση πίεσής του σε φυσιολογικά επίπεδα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ