Κοινός τραπεζικός λογαριασμός & δικαιώματα δικαιούχων και κληρονόμων (ΑΠ 351/2018

Του Στάθη Δημ. ΣταματελόπουλουΝομικού Συνεργάτη Ε.Ε.Α.

0
758

Πολλά και ενδιαφέροντα είναι τα ζητήματα που γεννώνται στις περιπτώσεις ανοίγματος κοινών τραπεζικών λογαριασμών με περισσότερους δικαιούχους και στις δημιουργούμενες μεταξύ αυτών και της τράπεζας σχέσεις, ιδίως σε περιπτώσεις θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού.
Με τα ζητήματα αυτά ασχολήθηκε η υπ. αριθμ. 351/2018 απόφαση του Αρείου πάγου, η οποία έκρινε επί αναίρεσης που άσκησε κατά απόφασης του Εφετείου, συνδικαιούχος απλού κοινού τραπεζικού λογαριασμού, ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης του Εφετείου, που δικαίωσε την αδερφή του και έτερη συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού, η οποία ζήτησε αναγωγικά από τον αδερφό της, το ήμισυ της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού τους, που αυτός εισέπραξε ολόκληρο, μετά το θάνατο του επίσης συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, πατέρα τους.

Ειδικότερα και σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης:
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α του ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό επ’ ονόματι δύο, ή περισσοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι κατά την έννοια του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρο ότι, του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, άνευ σύμπραξης των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, ή και όλοι οι δικαιούχοι κατ’ ιδίαν . Η χρηματική κατάθεση, για την οποία μιλά η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία, ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση .
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών”, των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου, ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων (είτε όλων, είτε μέρους αυτών), από έναν εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε, αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς το μη αναλαβόντα δικαιούχο. ο οποίος αποκτά πλέον, εκ του νόμου, απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο το πόσο της κατάθεσης, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός, αν, από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία, ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, ή και έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα .
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Ν.5638/1932 που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α του ΝΔ 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι, επί των κοινών καταθέσεων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο εξ αυτής λογαριασμός, περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, μέχρι του τελευταίου αυτών. Στην περίπτωση αυτή, η κατάθεση περιέρχεται σε αυτούς ελεύθερη παντός φόρου κληρονομίας, ή άλλου τέλους. Αντίθετα, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομένοντος δικαιούχου καθώς επίσης προβλέπεται ότι, “διάθεση της κατάθεσης δια πράξεως εν ζωή ή αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου, είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων μεριδούχων, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως .
Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη των οποίων αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις των περισσότερων καταθετών, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του, έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβάλλονταν το πρόσωπο του καταθέτη, χωρείς της συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής, έναντι της τράπεζας μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης, που αναλογεί στον δικαιοπάροχο τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του Ν.5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενεός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν, το κατά τις εσωτερικές τους σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνον εξαντλείται η νομική ενέργεια. Και αν όμως δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στη έναντι της τράπεζας, θέση του κληρονομηθέντος και επομένως, η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται, έναντι της τράπεζας, ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (ΑΠ 1691/2014, 405/2007, ΑΠ 380/2006) .
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ο ΄Αρειος Πάγος έκρινε στην κρινόμενη υπόθεση ότι, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του αναλαβόντος το σύνολο της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού αναιρεσείοντος, ο οποίος μετά τον θάνατο, του επίσης συνδικαιούχου, πατέρα του, αδιαφόρησε αφενός μεν, για το γεγονός ότι συνδικαιούχος με αυτόν στον κοινό λογαριασμό ήταν και η αδερφή του, αφετέρου ότι, στον εν λόγω κοινό λογαριασμό κατά το άνοιγμα του είχε τεθεί ο ρητός όρος του άρθρου 2 του Ν.5638/1932, που όριζε ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων δεν υπεισέρχονται οι κληρονόμοι αυτού, αλλά μοναδικοί δικαιούχοι καθίστανται οι λοιποί συνδικαιούχοι του λογαριασμού, με αποτέλεσμα ο Άρειος Πάγος να επικυρώσει την απόφαση του Εφετείου, που αναγνώρισε την ενάγουσα αδερφή του αναιρεσείοντος, ως εξ αναγωγής δικαιούχο του ημίσεως της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού, που αυτός εισέπραξε ολόκληρη .

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here