Μακεδονικός Αγώνας στην Επαρχία Νευροκοπίου

0
1215

Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη


Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί της νεότερης και πρόσφατης ελληνικής ιστορίας ορίζουν ως έτος έναρξης του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα το έτος 1900 έως 1904[1] και ως έτος λήξης του το 1907 ή 1908. Για την περιοχή όμως της τότε Επαρχίας Νευροκοπίου παρατάθηκε ως το 1912 που ξεσπούν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Μια πολύ σύντομη αναδρομή στην ιστορία θα μας διαφωτίσει, ελπίζω, καλύτερα.
Το 1893 δημιουργείται από το επίσημο βουλγαρικό κράτος η γνωστή στους Έλληνες «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ) που για τους Βουλγάρους ήταν η «Internal Macedonian Revolutionary Organization» (IMRO), μια συστηματική οργάνωση ενός επαναστατικού κινήματος στον χώρο της Μακεδονίας, με σύνθημα: «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες[2]». Πρόκειται δηλαδή για κίνημα αυτονόμησης της Μακεδονίας, βασικής επιδίωξης της βουλγαρικής κυβέρνησης του Στόιλοφ (1894-1899) που είχε τις ρίζες του στο συνέδριο του Βερολίνου το 1878. Αναφορά του υποπροξένου Σερρών Ιωάννη Παπακωστόπουλου προς τον Γενικό Πρόξενο Θεσσαλονίκης Κων/νο Βατικιώτη στις 14.3.1878, δημοσιευμένη από τον Ευάγγελο Κουφό, γράφει για τους Τούρκους ότι θα σφάξουν τους Βουλγάρους σε περίπτωση που «επαληθεύσωσιν αι περί προσαρτήσεως του διαμερίσματος Δράμας εις την Βουλγαρίαν».
Τη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας πρώτοι οι Άγγλοι, αντίθετοι στη θέληση των Ρώσων, θέλησαν να ανατρέψουν. Με εντολή της πρεσβείας τους από την Κωνσταντινούπολη έφθασε στην Καβάλα ο Άγγλος Συνταγματάρχης Synge το Μάρτιο του 1878 και συνεργάστηκε με τον απεσταλμένο για τον ίδιο λόγο Έλληνα δικηγόρο Μιλτιάδη Καραβοκυρό από το Πατριαρχείο, για να υπογράψουν διαμαρτυρίες προς τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και να συντάξουν απογραφή πληθυσμού για το διαμέρισμα Δράμας, το οποίο οι Βούλγαροι εμφάνιζαν βουλγαροκρατούμενο.
Η Ελληνική Κοινότητα Καβάλας τους υποδέχτηκε με αισθήματα χαράς και «είναι πρόθυμη να υποστεί πάσαν θυσίαν και αυτόν τον θάνατον» για να υπερασπιστεί την ελληνική γη που κάθε σπιθαμή της και κάθε πέτρα μαρτυρούν πως είναι ελληνικότατη. Αναφορά του πρόξενου Σερρών (Κων. Παπακωστόπουλου) την Πρωτομαγιά του 1878 πληροφορεί τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη ότι εμφανίστηκε στο διαμέρισμα Νευροκοπίου βουλγαρική συμμορία που επιτίθεται κατά Τούρκων και Ελλήνων. Και στα βουλγαρόφωνα ελληνικά χωριά της επαρχίας Νευροκοπίου παρουσιάστηκε και δρα 70μελής βουλγαρική συμμορία. Έφθασε από το Πάζαρτζικ και άρχισε να ληστεύει και να σκοτώνει (Κ. Χιόνης, σελ. 23). Είναι αυτή που αργότερα, το 1894, δολοφόνησε και τον μουχτάρη (πρόεδρο) της Άνω Βροντούς.
Να θυμίσουμε προκαταβολικά πως στις αρχές του 20ού αιώνα και μέχρι το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1913), υπήρχε ένα Νευροκόπι ή Νευροκόπος και ζούσαν σε αυτό 600 περίπου Έλληνες, που το 1913 παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία και οι Έλληνες κάτοικοί του το εγκατέλειψαν. Ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων εγκαταστάθηκε στο Ζίρνοβο, το οποίο και μετονόμασε μετά το 1951 σε Κάτω Νευροκόπι. Από τότε για εμάς είναι Άνω Νευροκόπι και για τους γείτονες Γκότσε Ντέλτσεφ, αφιερωμένο στον ομώνυμο κομιτατζή Βούλγαρο επαναστάτη του Ίλιντεν του 1903.
Για τους Έλληνες είχε ωριμάσει η άποψη ότι πρέπει να δοθεί ένα οριστικό τέλος στον εκβουλγαρισμό της περιοχής με τη βία. Το πρώτο βήμα γίνεται όταν ο Πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Νικ. Μαυροκορδάτος, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο, του Ίωνα Δραγούμη, του γενικού Προξένου Θεσσαλονίκης Ευγενειάδη και Μοναστηρίου Πεζά, υποχρέωσαν τον Ιούνιο του 1903 τον πρωθυπουργό Δημ. Ράλλη[3] να προτείνει σε εγκύκλιό του τη λήψη μέτρων υπέρ της προστασίας του ελληνισμού της Μακεδονίας.
Και φυσικά όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας έχει βαθιά τις ρίζες του στο Σχίσμα του 1870 και στην εύνοια των Τούρκων προς τους Βουλγάρους με εμπνευστή τη Ρωσία, η οποία πίεσε τον Σουλτάνο και υπέγραψε διάταγμα που όριζε (άρθρο 10) ως επικράτεια της Εξαρχίας κάθε περιοχή που τα δύο τρίτα τουλάχιστον, του πληθυσμού υπάγονταν στην Εξαρχία. Η επιβολή της όμως γινόταν με κάθε είδους βία κάτω από το απαθές βλέμμα των Τούρκων.
Ας θυμίσουμε και ότι ο γεωγραφικός χώρος που ήταν την εποχή του ένοπλου Μακεδονικού Αγώνα γνωστός ως «Επαρχία Νευροκοπίου», ήταν υποδιοίκηση (καζάς) της διοίκησης (σατζακιού) Σερρών, η οποία ανήκε στο νομό (βιλαέτι) Θεσσαλονίκης και μαζί με τους καζάδες Μοναστηρίου και Σκοπίων αποτελούσαν τη Μακεδονία. Σύμφωνα με τη διοικητική της διάρθρωση, η περιοχή στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα χωριζόταν σε δύο υποδιοικήσεις (καζάδες), του Νευροκοπίου (Νευροκόπου) και της Ζίχνης (Ζηλιάχοβου). Την εποχή λοιπόν του Μακεδονικού Αγώνα την Μακεδονία αποτελούσαν η μεγάλη περιφέρεια Θεσσαλονίκης, η διοίκηση Σερρών και Μοναστηρίου και οι υποδιοικήσεις Ζίχνης και Νευροκόπου με έκταση 35.500 τ. χιλιόμετρα. Από όλο αυτόν τον χώρο, επιλέξαμε ως θέμα την υποδιοίκηση (καζά) Νευροκοπίου κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος τόσο για εμάς όσο και για τους Βουλγάρους είναι διεκδικούμενος για δύο έθνη υποτελή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του Σουλτάνου, που έχουν και τα δύο ως πρόταγμα την Ορθοδοξία απέναντι στον Μωαμεθανισμό.
Το 1883 ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ είχε την πρόνοια να αποσπάσει εκκλησιαστικά (θρησκευτικά) την περιοχή του Νευροκοπίου από τη βουλγαρική σχισματική Εκκλησία και να ιδρύσει για απολύτως αναγκαίους εθνικούς λόγους, την «Αρχιεπισκοπή Νευροκοπίου και Ρασλοκίου» και το 1888 τη Μητρόπολη Νευροκοπίου με 60 περίπου χριστιανικές κοινότητες. Πιο γνωστή είναι ως Ανεξάρτητη Μητρόπολη Νευροκοπίου και οι σπουδαιότεροι λόγοι[4] της ίδρυσής της ήταν: 1) η επίκαιρη θέση της ως πρόχωμα κατά του Σχίσματος, 2) η συγκράτηση του ηθικού των Ελλήνων στις επαρχίες Σερρών και Δράμας, και 3) η παρουσία του ίδιου του αρχιεπισκόπου Θεοδώρητου τον οποίο πρότεινε με επιστολή του το 1903
Γράφουν ακόμα και Βούλγαροι ιστορικοί, όπως αναφέρει ο Οfficoff στο βιβλίο του «L’ Etat Pesenddu Bulgarisme» το 1885: «Το μεγαλύτερον μέρος της Βουλγαρικής Μακεδονίας δεν έχει ακόμη αποκρυσαλλωμένην εθνικήν συνείδησιν κι αν η Ευρώπη επέτρεπεν εις τον μακεδονικόν λαόν να εκλέξει εθνότητα, είμαι βέβαιος η πλειονότητα αυτών θα εξέφευγε των χειρών ημών…», αλλά και Ρώσοι, όπως ο Colombisky αναφέρει: «Κατά το 1839 ακόμη ουδείς των κατοίκων των πόλεων της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας εθεώρη εαυτόν Βούλγαρον ουδέ ήθελε να ομιλήσει την βουλγαρικήν γλώσσαν…».
Διευκρινίζεται ότι ο καζάς (επαρχία) της Ζίχνης ανήκε την εποχή αυτή διοικητικά μεν στο σαντζάκι (περιφέρεια) Σερρών, εκκλησιαστικά όμως στο σατζάκι της Δράμας. Στο γεωγραφικό αυτό χώρο θα μας απασχολήσουν επτά κοινότητες, μοναδικά κέντρα ελληνισμού με τους γύρω οικισμούς: Το Νευροκόπι[5], αργότερα Άνω Νευροκόπι και (σήμερα Γκότσε Ντέλτσεφ) έδρα του Αρχιεπισκόπου, το Ζίρνοβο (Κάτω Νευροκόπι), το Καράκιοϊ (Κατάφυτο), το Παπάς Τσαΐρ, η Κάτω Βροντού, η Στάρτιστα (το Περιθώρι) και το Τσερέσοβο (Παγονέρι). Ο Βώλακας την εποχή αυτή υπάγεται απευθείας στο σατζάκι (την περιφέρεια) Δράμας, όχι στον καζά Νευροκοπίου, ο οποίος περιλάμβανε στα βόρεια τη Ροδόπη, νότια την Επαρχία Σερρών (με όριο το Καρά Νταγ), ανατολικά την Επαρχία Δράμας και δυτικά την Επαρχία Μελένικου.
Στην Επαρχία Νευροκοπίου με έδρα το Νευροκόπι ή Νευροκόπο (αργότερα Άνω … και από το 1951 Γκότσε Ντέλτσεφ), ο Μακεδονικός Αγώνας άρχισε, κατά τη γνώμη μου και άλλων, τέλος του καλοκαιριού του 1903 (1903-1908) στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία
Στις 10 Αυγούστου 1913 οι περιοχές βόρεια του τωρινού Γκότζε Ντέλτσεφ παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου[6], την οποία υπέγραψαν η Ελλάδα, η Ρουμανία, το Μαυροβούνιο και η Σερβία από τη μία μεριά και η Βουλγαρία από την άλλη, γεγονός που σήμανε το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων.
Για να έχουμε μια πραγματική γεωγραφική και πληθυσμιακή εικόνα, να θυμίσουμε ότι ο Νομός Δράμας το 1913 με την απελευθέρωση είχε 204.404 κατοίκους και τις εξής 5 επαρχίες: Δράμας, Καβάλας, Θάσου, Σαρή Σαμπάν και Πραβίου. Αποσπάστηκε ο Νομός Καβάλας το 1924 με το διάταγμα 3191 της 11ης Αυγούστου 1924 (Φ.Ε.Κ. 193/1924 τ.Α’).
Όλες οι μη μουσουλμανικές μειονότητες τη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μαζί και των Βαλκανίων απέκτησαν θρησκευτική, γλωσσική και εκπαιδευτική ελευθερία με την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, με το διάταγμα Χάττι Σερίφ του 1839, και θρησκευτική ανέγερση ναών, με το επίσης διάταγμα Χάττι Χουμαγιούν του 1856 με τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου. Μετά το τέλος μάλιστα αυτού του πολέμου, στον βαλκανικό χώρο αναπτύσσεται και κυριαρχεί το ελληνικό εμπόριο, η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός. Αρκετά διαφωτιστικό επ’ αυτού είναι και το βιβλίο του ομιλούντα «Βορεινή Αστροφεγγιά – Η Ελληνική παιδεία στην τουρκοκρατούμενη Βουλγαρία» εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία, 2008.
Μόνο μετά το Σχίσμα το 1870, με πρωτοβουλία της Ρωσίας και την ανοχή του Σουλτάνου, αρχίζει ένας αδυσώπητος και αιματηρός θρησκευτικός, εθνικός αγώνας με τους Βουλγάρους, οι τελευταίες προεκτάσεις του οποίου εκλείπουν με την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007 και μεταστρέφεται όπως κι εμείς σε ισότιμο μέλος της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας.

Η Επαρχία Νευροκοπίου στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα βρίσκεται εκτός της επικράτειας του ελληνικού κράτους και αντιπροσωπεύεται εκκλησιαστικά:
α) για την χρονική περίοδο[7] 1900-1903 επιστατεύεται από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο Δράμας και από τον Μητροπολίτη Νικόδημο (Χατζηχρήστο),
β) για εκείνη του 1903-1907 από τον Μητροπολίτη Θεοδώρητο Βασματζίδη και
γ) για το υπόλοιπο διάστημα από τον Δαμασκηνό (Μοσχόπουλο).
Την περίοδο 1900-1913 η περιοχή αποτελεί για μας γεωγραφικό χώρο διακαώς διεκδικούμενο μια και μας ανήκε από τους ελληνιστικούς χρόνους, δηλαδή από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου.

Ποιμενάρχες την εποχή αυτή ήταν:
Ο Νικόδημος καταγόταν από τα Δαρδανέλια (Τσανάκαλε), όπου γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1846. Χειροτονήθηκε διάκονος τη χρονιά που τελείωνε τη Σχολή της Χάλκης, τον Μάρτιο του 1877, και μετά από μετακινήσεις του ως δασκάλου πρώτα στη Σχολή Βατοπεδίου και ύστερα στα Δαρδανέλια, υπηρέτησε αρχιδιάκονος του Μητροπόλίτη Πρέβεζας, εφημέριος στο Μακροχώρι της Μητροπόλεως Δέρκων, βοηθός Επίσκοπος Δέρκων, Επίσκοπος Τριάδος και στις 27 Ιουνίου 1900 έγινε η εκλογή του ως Μητροπολίτη Νευροκοπίου[8], το οποίο εγκατέλειψε παραιτούμενος στις 7 Αυγούστου 1907 μάλλον για λόγους υγείας, αφού απεβίωσε το επόμενο έτος στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Θεοδώρητος γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1867 στις Σέρρες από φτωχή οικογένεια. Υιοθετήθηκε από την οικογένεια Βασματζίδη, φοίτησε και μορφώθηκε στο Σχολείο και το Διδασκαλείο της γενέτειράς του και διορίστηκε και έμεινε μόνο τρεις εβδομάδες δάσκαλος στο Μελένικο και στη συνέχεια για λίγο καιρό στο Στανό Αρδαμερίου και σε χωριά της Θάσου ως το 1890. Με πρόταση του τότε Επισκόπου Μαρωνείας φοίτησε στη Σχολή της Χάκλης. Εκεί χειροτονήθηκε ιερέας και το 1895 που αποφοίτησε, διορίστηκε αρχιεπίτροπος στα Βρύουλα. Το 1899 επιστρέφει στις Σέρρες και το επόμενο έτος ορίζεται Αρχιερατικός Επίτροπος στην Πέραμο της Κυζίκου. Τον συναντούμε δάσκαλο σε σχολεία του Γαλατά της Κων/πολης και του Γυμνασίου Σερρών. Τον Οκτώβριο του 1903 εκλέχτηκε από την Ιερά Σύνοδο Μητροπολίτης Νευροκοπίου. Τον Νοέμβριο χειροτονήθηκε επίσκοπος στον ναό των Αγίων Θεοδώρων Σερρών και στις 29 Δεκεμβρίου 1903 εγκαταστάθηκε στο Νευροκόπι. Απεβίωσε εκεί το 1913 και τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο Περιθώρι από τον ιερέα Ηλία Οικονομίδη και βρίσκονται στο παρεκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.
Οι δύο αυτοί μητροπολίτες σήκωσαν και όλο το βαρύτατο μαρτυρικό και αιματοβαμμένο φορτίο της διάσωσης της Ορθοδοξίας και του ελληνισμού στην περιοχή μέχρι το 1913, που απελευθερώθηκε το νότιο τμήμα και συνεχίστηκαν οι μετακινήσεις πληθυσμού πριν και μετά τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δεν έχουν φυσικά άδικο και όσοι δέχονται ότι στην πραγματικότητα η αναγνώριση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 θεωρείται αρχή της πρώτης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα που διαρκεί ως το τέλος του 1900. Και τι ήταν η Εξαρχία; Το δόλιο σουλτανικό φιρμάνι του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ της 10ης Μαρτίου του 1870 που ίδρυσε αυτόνομη βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη με τη σύμφωνη γνώμη των πρεσβευτών Ρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας. Τότε που ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος ο ΣΤ’, στη μεγάλη Σύνοδο της 28ης Φεβρουαρίου 1872, καθαίρεσε το Βούλγαρο Έξαρχο Άνθιμο και τους συνεργάτες του επισκόπους και κήρυξε την Εξαρχία σχισματική.
Όπως μας λέει ο Στάθης Κουζούλης στο βιβλίο του «Οι αγώνες του Ελληνισμού στην Επαρχία Κ. Νευροκοπίου», την ιδέα του βουλγαρισμού στην Επαρχία Νευροκοπίου εισήγαγαν, δυστυχώς, εξαγορασθέντες από τη βουλγαρική προπαγάνδα, Έλληνες δάσκαλοι και ιερείς, που ηγήθηκαν με άκρατο μισελληνισμό και φανατισμό, με προεξάρχοντα τον Πέτρο Σαράφωφ ή κατά τον Κ. Χιόνη, (Σαράσωφ, σελ. 55), πατέρα του αρχηγού του βουλγαρικού κομιτάτου Μπόρις.
Με βάση τις σκοπιμότητες του εκβουλγαρισμού της ανέκαθεν ελληνικής Μακεδονίας, υποταγμένες στο παλαιό σχέδιο της εξόδου των Σλαύων στο Αιγαίο, φθάσαμε στο αποτυχημένο κίνημα του Ίλιντεν (μέρα του Προφήτη Ηλία) του 1903, το οποίο καθιερώθηκε από τους τότε γείτονες ως ημέρα επίσημης κήρυξης του γνωστού Μακεδονικού Αγώνα, που είναι και το θέμα μας για την περιοχή ή αλλιώς για τον καζά (Περιφέρειας-Επαρχίας) του τότε Νευροκοπίου ή Νευροκόπου[9] και από το 1951 Γκότσε Ντέλτσεφ.
Τότε (1903-1907), ασκήθηκε απίστευτη ένοπλη βία σε βάρος των πατριαρχικών ορθοδόξων ελληνόφωνων, βουλγαρόφωνων ή τουρκόφωνων της Μακεδονίας, που στοίχησε βιαιότητες, μαρτύρια, αγώνες και θυσίες, γνωστή ως β’ φάση[10] του Μακεδονικού Αγώνα.
Ήταν η εποχή που στην περιοχή της Επαρχίας Νευροκοπίου την Ελλάδα, τον ελληνισμό και το ελληνικό έθνος εκπροσωπούσαν εκτός από τους μητροπολίτες και οι διπλωματικές αρχές των προξενικών αρχών Καβάλας, Σερρών και Μελένικου.
Ο Dakin Douglas[11] αναφέρει ότι «εγκέφαλος των τρομοκρατικών ενεργειών ήταν ο κομιτατζής Ντάιεφ ηγέτης ομάδας 60 ένοπλων ανταρτών οι οποίοι είχαν ως βάση το Νευροκόπι». Επιβεβαιώνεται και από τα Αρχείον του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου, στον Α’ τόμο του οποίου μας πληροφορεί (σελ. 408), ότι «δολοφονήθηκε μάλλον από τον Βουλγαρομακεδόνα Σαντάνσκι».

Πρόκριτοι
Μπορεί να πει κανείς πως οι πρόκριτοι ήταν οι πρόμαχοι του ελληνισμού σε όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Βασικό προνόμιό τους ήταν ο πατριωτισμός και σε δεύτερη μοίρα ερχόταν η υπόληψη, το κύρος, η οικονομική θέση και όχι απαραίτητα τη μόρφωσή τους. Ήταν άνθρωποι σαν τον Κομβόκη από την Καλλιθέα, τον Στογιάννη από τη Μικρόπολη, το Βαλαβάνη από την Πετρούσα και πολλούς άλλους, που ορκίστηκαν με άκρα μυστικότητα πάνω στο σπαθί[12] στη Μητρόπολη Δράμας. Προκρίτους του γένους τους αποκαλεί ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος στην 26.10.1903 επιστολή του προς τον Πατριάρχη. Είναι μέλη των Επιτροπών Άμυνας και διοικητικών συμβουλίων σε ελληνικές κοινότητες, σε εκκλησιαστικές επιτροπές. Είναι οι άνθρωποι που συνεργάζονται με τα ελληνικά ανταρτικά σώματα, τα οποία στηρίζουν με κάθε τρόπο και τα ενισχύουν οικονομικά. Γι’ αυτό και βρίσκονται στο στόχαστρο των κομιτατζήδων. Ο Σ. Κουζούλης καταγράφει 48 προκρίτους της περιοχής Νευροκοπίου (18 από το Ζίρνοβο, 10 από τη Στάρτιστα, 10 από το Παπάς Τσαΐρ και 10 από το Τσερέσοβο).

Επιτροπές Άμυνας
Ο Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος μάλλον συνέλαβε την ιδέα συγκρότησης Επιτροπών Άμυνας που υπάγονταν στις διπλωματικές αρχές των Σερρών και της Καβάλας. Λειτουργούσαν ήδη μετά την πρώτη παραλαβή όπλων το 1904 από το υποπροξενείο Καβάλας, μικρές συνεκτικές ένοπλες ομάδες, οι οποίες οργανώθηκαν με τη μορφή συνδέσμων, πληροφοριοδοτών και μεταφορέων όπλων και πολεμοφοδίων. Με τη βοήθειά τους οπλίστηκαν καλά όλα τα ανταρτικά Σώματα, τα τμήματα και οι ανταρτικές ομάδες μέσα σε δύο χρόνια και έγιναν ο φόβος και ο τρόμος των βουλγαρικών κομιτάτων. Επέβαλαν την αντίστροφή μέτρηση στον εκβουλγαρισμό και βοήθησαν αποφασιστικά στην επαναφορά των σχισματικών στο Πατριαρχείο με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση των μητροπολιτών, των προκρίτων και των διπλωματικών αρχών. Οι επιτροπές ήταν τριμελείς και τα μέλη τους εναλλάσσονταν τακτικά για λόγους ευνόητους από μια ομάδα ανθρώπων που στο Ζίρνοβο ήταν 16, στη Στάρτιστα 7 και στο Τσερέσοβο 10. (Δες Β. Πασχαλίδη, Η Δράμα 7000 χρόνια…, σελ. 160).

Αντάρτικα Σώματα
Ο Αθ. Καραθανάσης στις σελ. 90 και 141 αναφέρει (δες Κουζούλης, Αντάρτικα σώματα, σελ. 54):
Τα αντάρτικα Σώματα του Νταή και του Δούκα ματαίωσαν τα βίαια σχέδια εκβουλγαρισμού της περιοχής. Προηγήθηκε η Οργάνωση Άμυνας της Δράμας με γενικό αρχηγό τον Ίωνα Δραγούμη (Κ. Χιόνης, σελ. 41).
Ο Κων/νος Νταής ή καπετάν Τσάρας ήρθε από την Καρδίτσα και εμφανίστηκε στην Καβάλα την άνοιξη του 1906. Έγινε πρόσληψή του ως Διευθυντή στα σχολεία της Προσοτσάνης τον Αύγουστο, όπου υπηρέτησε από την 1η Σεπτεμβρίου 1906 έως την 1η Φεβρουαρίου 1907. Τότε τον συνέλαβαν οι τουρκικές αρχές, αλλά τον άφησαν ελεύθερο με παρέμβαση του Υποπροξενείου Καβάλας. Ανέλαβε αρχηγός του ανταρτικού Σώματος Πραβίου ως τη διάλυσή του από την ανακήρυξη του συντάγματος των Νεοτούρκων το 1908. (Κων. Χιόνης, σελ. 231). Αγαπήθηκε από τον κόσμο του Παγγαίου και αργότερα τον εξέλεξε βουλευτή. Το Σώμα του υπηρετούσαν με δικά τους τμήματα ο Χρήστος Νάκας ή Βογιατζής από την Προσοτσάνη, ο Πολυχρόνης Παλιάγκας από την Τσατάλτζα, ο Μιλτιάδης Τσοπμανέλης ή Ζέρβας από τις Κυδωνιές, ο Αθανάσιος Λαζάρου από τα Ιωάννινα, ο Γιώργος Χαραμής από την Πελοπόννησο, δίοπο του Β. Ναυτικού, ο Γιώργος Καράμπελας από τη Στενήμαχο, ο Λεωνίδας Παλαμίδης από το Ροδολίβος, ο Κων/νος Τσελέγκας από το Ροδολίβος, ο Ιωάννης Παρούσης από τη Ν. Ζίχνη, ο Γεώργιος Κομίτης από το Δοξάτο, ο Δημήτριος Πέντσας από την Τσατάλτζα και δύο εύζωνοι από το Αγρίνιο και άλλοι, (δες Κων. Χιόνη, σελ. 189 κ.ε.). Το Σώμα του διαλύθηκε με την ανακήρυξη του τουρκικού Συντάγματος στις 25 Νοεμβρίου 1908. Τον αναφέρουμε, γιατί είχε πρωτοπαλίκαρο το Γεώργιο Βώλακλη ή Μαυρουδή από το Βώλακα.
Ο καπετάν Δούκας (Ζέρβας) ή Γαϊταντζής είχε το αρχηγείο του στη Ζίχνη και το Παγγαίο. Σ’ αυτόν υπαγόταν και τα ανταρτικά τμήματα του Μάρτζιου, του Τσουβαλτζή και του Βουλασίκη. Ο πρόξενος Σερρών Αντ. Σαχτούρης έγραψε μεταξύ άλλων για τον Δούκα: «Εις τον νέον τούτον, ανήκοντα εις καλήν των Σερρών οικογένειαν, ενούντα δε προς τη ανδρεία πολιτικήν περίσκεψιν, ευφυΐαν, αγνότητα ήθος, αγνήν φιλοπατρίαν και πειθαρχίαν, εις τον νέον τούτον λέγω θαυμαζόμενον και λατρευόμενον καθ’ άπασαν της περιφέρειαν και εξυμνούμενον ήδη εις πατριωτικά άσματα οφείλεται και θα οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη…».. Σ’ αυτόν υπαγόταν το τμήμα του Μάντζιου, του Τσουβαλτζή και του Βουλασίκη. Βοήθησε και τον Μακεδονομάχο αξιωματικό του τουρκικού στρατού Νικήτα Δρακόπουλο, για να διεκπεραιώνει μυστικές αποτολές που του ανέθετε ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος. (Κ. Χιόνης, σελ. 132, 214).
Ο Μιλτιάδης Σκόρδας, γιατρός, γεννήθηκε στις Σέρρες το 1885, τελείωσε εκεί τις εγκύκλιες σπουδές του και μυήθηκε στον Μακεδονικό Αγώνα στο σχολείο και το ορφανοτροφείο της Αλιστράτης. Έκανε τον δάσκαλο στην Καλλιθέα (Εγρί Δερέ) και την Χαριτωμένη (Ρεσίλοβο). Η ουσιαστική του όμως προσφορά ήταν του συνδέσμου, του τροφοδότη, του πληροφοριοδότη, του εθνικού πράκτορα και αγωνιστή του Μακεδονικού Αγώνα. Το 1945 ο υποστράτηγος Κων/νος Νταής πιστοποιεί τις πολεμικές, εθνικές και ηθικές του ικανότητες και αρετές. Το ίδιο κάνει και ο Θεμιστοκλής Χατζησταύρου, βοηθός του Χρυσοστόμου Δράμας και αργότερα Μητροπολίτης Καβάλας και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Β’. Ακόμα, συνεργάστηκε με τους δασκάλους, τους κατά τόπους προκρίτους και τις Επιτροπές Άμυνας της Επαρχίας κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες για την απελευθέρωση του τόπου.
Ο Δημήτριος Φραντζής ή Μυτιληναίος. Τον παρέλαβαν από το χωριό του, Μεσοχώρι του Νέστου, (κατά τον Κ. Χιόνη, σελ. 75-76) οι πρόκριτοι του Βώλακα και τον μετέφεραν στο χωριό τους ως δάσκαλο το 1903 οι πρόκριτοι Άγγελος Μίντζας και Χρήστος Μπόσκου[13]. Οργάνωσε σε τάξεις περί τους 50 βουλγαρόφωνους Έλληνες μαθητές. Συγκρότησε σύντομα και μια ομάδα 10 νέων «που ήταν έτοιμοι να αγωνιστούν και να θυσιαστούν». Ήταν οι: 1) Άρμεν Κούπτσιος (απαγχονίστηκε το 1907 και η προτομή του βρίσκεται στην Πλατεία Ελευθερίας Δράμας), 2) Γεώργιος Κούπτσιος (αδελφός του που δολοφονήθηκε), 3) Στογιάν (Γιάννης) Μπόσκου (που δολοφονήθηκε, δες Κ. Παπαμαρίνος, σελ. 85), 4) Φώτιος Γαλάνης (μετά τον πόλεμο έφυγε στην Αμερική), 5) Γεώργιος Καραγκιαούρης, 6) Δάτσος, 7) Κων. Ντίνας, 8) Πέτρος Μαυρουδής, 9) Δημήτριος Ζυρνόβαλης[14] και 10) Δημ. Μπόσκου, αγγελιοφόρος του σώματος. Ο Κων. Χιόνης (σελ. 76) αναφέρει ότι ο ίδιος δήλωσε στον δημοσιογράφο Δ. Δημητριάδη πως το τμήμα του ήταν έτοιμο οπλισμένο από το 1903 με 10.000 σφαίρες, τουλαμάδες, βλαχόκαλτσες, μαύρους σκούφους και ευζωνικές κάπες.
Ο Κων. Παπαμαρίνος (σελ. 69) γράφει για τον Δημήτριο[15] Νάκα-Βογιατζή ότι τοποθετήθηκε από το Μητροπολίτη Χρυσόστομο το 1906, ως δάσκαλος στον Βώλακα και «είχε υπηρετήσει στο σώμα του καπετάν Τσάρα» (Κ. Χιόνης, σελ. 195). Στο χωριό συγκρότησε ο Νάκας 14μελή ένοπλη ομάδα, τα ονόματα των οποίων αναφέρει ο Παπαμαρίνος στη σελ. 70 του βιβλίου του.
Ο Στ. Κουζούλης στο βιβλίο του «Αγωνιστές Μακεδονομάχοι της Επαρχίας Νευροκοπίου» γράφει: «Στην περιοχή Νευροκοπίου είχαν εμφανιστεί δυο αντάρτικα σώματα για να προστατέψουν τον ελληνικό πληθυσμό. Του Τάκη Λελούδα[16] από τη Χαλκιδική το 1896 και του Τάκη Ηλ. Ζιρνόβαλη τον Ιανουάριο του 1905 μέχρι το Μάρτιο του ίδιου έτους, οπότε δολοφονήθηκε» (σελ. 54).

Στην ευρύτερη περιοχή Καβάλας, Δράμας και Σερρών φέρονται ότι έδρασαν ως το 1908 για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα οι οπλαρχηγοί:
Καπετάν Ανδρούτσος (παπά-Πασχάλης), στη Νιγρίτα,
Καπετάν Στρατής (Κ. Χιόνης, σελ. 139),
Καπετάν Μητρούσης (Κ. Χιόνης, σελ.136),
Καπετάν Ανδρέας Στενημαχίτης (Κ. Χιόνης, σελ. 135),
Καπετάν Ανδρούτσος (Κ. Χιόνης, σελ.134),
το τμήμα του παπα-Πασχάλη (Κ. Χιόνης, σελ. 134),
τα τμήματα του Βλάχμπεη, του Τσουβαλζή, του Μπουλασίκη, του Μάρτζιου.
ο Στ. Μαυρομιχάλης στο Ζίρνοβο το 1907 (Κ. Χιόνης, σελ. 164).
Το 1908 συνεχίζουν τη δράση τους στην Αν. Μακεδονία τα σώματα:
του Δούκα,
του Βλάχμπεη,
του Τσουβαλτζή,
του Μπουλασίκη
του Ιωάννη Μάρτζιου,
του Νταή
(Κ. Χιόνης, σελ. 235).

Οι μακεδονομάχοι της Επαρχίας Νευροκοπίου ήταν περί τους 100 και αναφέρονται ονομαστικά από τον Β. Λαούρδα, τον Φ. Τριάρχη, τον Στ. Κουζούλη, τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο, τον Αθ. Καραθανάση, την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, το Αρχείο του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου, το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα κ.ά.
Μετά το αποτυχημένο κίνημα του Ίλιντεν το 1903 η Ρωσία και η Αυστρία συνέταξαν ένα «Πρόγραμμα μεταρρυθίσεων του Muezsteg» (30.09.1903), σύμφωνα με το οποίο έστειλαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αξιωματικούς στην Μακεδονία. Άρθρα του προγράμματος προέβλεπαν διαδικασία ενσωμάτωσης της Μακεδονίας στους Βουλγάρους.
α) τα Σκόπια ανέλαβαν οι Αυστριακοί, β) το Μοναστήρι, τη Φλώρινα και την Καστοριά οι Ιταλοί, γ) την Κεντρική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη οι Ρώσοι, δ) τις Σέρρες οι Γάλλοι και ε) την Καβάλα και τη Δράμα οι Άγγλοι (Κων/νος Χιόνης, σελ. 35). Γι’ αυτούς στην επιστολή του προς τον Πατριάρχη στις 22.2.1907 γράφει: «…τόσο ταράττονται και αγανακτούσι δια τας προόδους των Ελλήνων της Μακεδονίας, ώστε, αν ήτο δυνατόν δι’ αυτούς να έβλεπον την φυλήν μας εξαφανιζομένην…» (Το Αρχείον του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου, τόμος Α’, σελ. 298).
Στην Επαρχία της Νιγρίτας τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές αρχές εκπροσωπούσε ο Foulon, της Ζίχνης o Campocasso και των Σερρών ο συνταγματάρχης Veand. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος γράφει σε επιστολή του προς τον Πατριάρχη το 1903 ότι στη Δράμα ο Έλλιοτ ήταν φανατικός τουρκόφιλος. Από την Ελισάβετ Καρατζά-Κωνσταντινίδου μαθαίνουμε ότι μετά το 1896 έδρασαν στην περιοχή Νευροκοπίου ομάδες ανταρτών όπως του Τάκη Λελούδα από τη Χαλκιδική. Ήταν από τις δράσεις που αποδοκιμάστηκαν από την κυβέρνηση την περίοδο 1895-1897 «για λόγους διπλωματικούς» και τελικά διαλύθηκαν το 1900 από τον Θεοτόκη. Από το 1898 -όπως είπαμε- οι Βούλγαροι έχουν αποφασίσει να εκβουλγαρίσουν την περιοχή με βίαιο τρόπο. Ανέπτυξαν δέκα συμμορίες κομιτατζήδων που έδρασαν ως το 1904. Εξαντλούσαν την αγριότητα και τη βαρβαρότητά τους στους ιερείς, τους προκρίτους, τους δασκάλους και τους εύπορους και μεταξύ αυτών κατά προτίμηση τους σλαβόφωνους. Τα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου έχασαν περί τις 500 ψυχές από το 1898 μέχρι το 1904. Ο Σαράσωφ φέρεται από τους πρώτους αρχιληστές κομιτατζήδες. Την ένοπλη αντιπαράθεση έκαναν οι Βούλγαροι θεσμό όταν το 1901 έστειλαν στην περιοχή τον συνταγματάρχη Α. Δούκωφ, καταγόμενο από το Νευροκόπι.
Γράφηκε ότι επί προξένου Θεσσαλονίκης Ευγ. Ευγενιάδη (1897-1904) σχεδιαζόταν εύνοια υπέρ της Τουρκίας για κατοχή της Μακεδονίας, ενώ στο σύντομο χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 1903 – Μαρτίου 1904, που ανέλαβε το προξενείο Σερρών ο Ίων Δραγούμης, αποκτά εθνική πορεία το Μακεδονικό ζήτημα. Κυρίως κατά τον χρόνο της θητείας του ως προξένου στο Μοναστήρι (1902-1904) που συνεχίζεται και με τον Αντώνιο Σαχτούρη πρόξενο Σερρών.
Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τις θυσίες της Εκκλησίας και του ορθόδοξου ποιμνίου εναντίον των σχισματικών, με πρωτοπόρο για την περιοχή τον Χρυσόστομο Καλαφάτη, τον ιερομάρτυρα δεσπότη της Σμύρνης. Αυτός έσπειρε τον σπόρο με επιχειρηματολογία στις επιστολές του προς το Πατριαρχείο, όπου βρέθηκαν τα ευήκοα αυτιά του Ιωακείμ του Γ’.
Αυτός ζήτησε πρώτος την άμυνα της Επαρχίας Νευροκοπίου στον εκβουλγαρισμό με την επιστολή του τον Οκτώβριο 1902, όταν τον πληροφορούσε ότι στο Βώλακα 120 προσχώρησαν στο Σχίσμα και μόνον 27 παρέμειναν ακόμη με πολλές διώξεις στην Ορθοδοξία.

Θύματα
Η τότε Επαρχία Νευροκοπίου πλήρωσε την ελευθερία της με πολλούς σκληρούς αγώνες, αίμα και θυσίες. Θύματά της:
στην Άνω Βροντού
06.08.1898 ο Πέτρος Βασιλείου, πρόκριτος,
02.05.1900 ο Τσίπας Γεώργιος ή Τζίπης,
1901 ο Τσίπας Σ.
16.10.1900 ο Χατζη-Δημήτρης, πρόκριτος.
28.08.1904 ο Περούχος Γεώργιος, κρεατέμπορος,
08.11.1905 ο παπά-Ευάγγελος, από την Προσοτσάνη,
21.11.1905 ο παπά-Ιωάννης από το Ζίρνοβο,
05.12.1905 ο Μαρίνος Αλέξης, πρόκριτος,
στο Γκιούρερτζικ (Γρανίτη)
Ιαν. 1904 ο Μάντζος Γεώργιος, πρόκριτος,
Ιαν.1904 ο Κίρτσος Ιωάννης, πρόκριτος,
στο Ζίρνοβο (Κάτω Νευροκόπι)
Αρχές Ιαν. 1903 ο Λιάννης Χρήστος, δολοφ. μέσα στην εκκλησία,
26.10.1903 ο Γέρμαν Νικόλαος,
26.10.1903 ο Γέρμαν Γεώργιος, γιος Νικολάου,
26.10.1903 ο Ιωάννου Ζαφείριος[17], πρόκριτος,
26.10.1903 ο Χρηστίδης Κων/νος, δάσκαλος από τη Στάρτιστα,
30.09.1904 ο Σιώρας Κων/νος,
24.12.1906 η Ρούντσιου Αικατ.
24.12.1906 η Ρούντσιου Αικατ., κόρη της Αικατ., 2 ετών,
24.12.1906 η Ρούντσιου Δέσπ., κόρη της Αικατ. 2 ετών,
24.12.1906 ο Ρούντσιος Αγγ. Πέτρος,
24.12.1906 ο Ιωάννου Δημήτριος,
24.12.1906 ο Νικόλαος Παναγής,
24.12.1906 ο Νικόλαος Πίναλης, αντιπρόεδρος κοινότητας,
24.12.1906 ο Δημήτριος Πίναλης.
Στην κηδεία των θυμάτων της 26.10.1903 βρέθηκαν ο αρχιδιάκονος του Χρυσοστόμου Χρυσόστομος Β’ και ο Ίων Δράγούμης (Ν. Χιόνης, σελ. 38).
στην Κάτω Βροντού
22.12.1900 ο Μουχτσής Ιωάννης ή Τσορμπατζή Γιουβάν,
11.07.1901 ο Γεώργιος Κουτής, 16 ετών,
02.09.1901 ο Γεωργίου Ιωάννης, έμπορος, πρόκριτος,
Παραμονές Χριστουγ. 1904 Στογιάννης Άγγελος, 16χρονος,
στη Λόφτσα
16.9.1900 ο Παπαοικονόμου Κων/νος,
11.10.1904 Δεληνάστος Ιωάννης από την Κρέσνα,
στο Ρασλόκ προς Νευροκόπι
26.10.1904 Αρβανίτης Σωτ. Μιχαήλ,
στη Μπάνιτσα (Καρυές)
22.04.1904 η Δέδω Αποστόλ’,
17.04.1904 η γυναίκα του Δέδω,
17.04.1904 ο γιός του Δέδω,
στο Νευροκόπι (Γκότσε Ντέλτσεφ)
27.07.1903 ο Παύλου Γάκης, ρίχτηκε σε ασβεστοκάμινο,
13.04.1906 ο Αθανασίου Αποστολάκης,
στην Ποδόβιστα ή Βοδόβιστα
12.09.1904 ο Σταμπουλής Νικόλτσος,
στην Πρέσνιτσα
1901 το 14χρονο παιδί του Τσέλιγκα Κεχαγιά Χρήστου,
στο Σάτοβο
19.04.1906 ο Ζάικος Κ. Γεώργιος, παντοπώλης από το Νευροκόπι,
στην Στάρτιστα (Περιθώρι)
1909 ο Αβριώνης ή Αβριωνίδης Ιωάννης,
03.07.1906 ο Τενεκετζής Δημήτριος,
21.01.1907 ο Τοπάλης Κων/νος,
21.01.1907 ο Ναθαναήλ Δημήτριος,
29.06.1907 ο Κώστας Αθανάσιος,
στο Τερλίς (Βαθύτοπο)
28.10.1904 ο Πέτκο,
13.04.1905 ο Κυρατζής Αποστολάκης
Σεπτ. 1905 ο Ιμπρισίμ Αντώνιος,
Σεπτ. 1905 (την ίδια ημέρα) ο Ιμπρισίμ Θεόδωρος, γιος Αντωνίου,
στο Τσερέσοβο (Παγονέρι)
1901 η Τσιλιγγίρη Παρασκευή (Πέτρα),
1902 ο Διάτσος Στέφανος,
Ιούνιο 1902 ο Γκιόσας Πέτρος,
Ιούνιο 1902 ο Δημήτριος,
Ιούν. 1902 ο Κέζος Κων/νος,
22.02.1904 ο Μπασλής Δημήτριος, κτίστης,
28.07.1904 ο Αθανασίου (Τάσιος) Θεόδ., μουχτάρης,
Μάιος 1905 ο Μπόικος Κων/νος,
28.12.1905 ο Κυριαζής Κων/νος,
12.04.1906 ο Νιδέλτσος Στέφανος.

Κάποιες λεπτομέρειες σχετικές με τις συνθήκες του θανάτου των ανωτέρω βρίσκουμε στο βιβλίο του Στάθη Κουζούλη, «Αγωνιστές και Μακεδονομάχοι …», απ’ όπου και έγινε η καταγραφή αυτή.

Στον Βώλακα, ο ιερέας Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου δηλητηριάστηκε από τους Βουλγάρους και πέθανε το 1901. Το 1902 σκοτώθηκαν από κομιτατζήδες του Ντάεφ στον Βώλακα ο Χασάν Τσαούς από το Περόφ (Άγιος Πέτρος) του Βώλακα, ο Γεώργιος Σίντος, ο παπά-Τριαντάφυλλος, ο Δημήτρης Σίγγος και ο Κώστας Παπαμαρίνος (Κωνσταντίνος Άγγελ. Κ. Παπαμαρίνος., σελ. 61, 66). Το 1906 σκοτώθηκαν σε ενέδρα από κομιτατζήδες ο Γεώργιος Μάντζιος και ο Κυριάκος Πανταζής από τον Βώλακα κοντά στο 25ο χιλιόμετρο του δρόμου Δράμας – Νευροκοπίου. Τα εκατοντάδες θύματα των Ελληνορθόδοξων από το Σχίσμα από το 1870 ως το 1913 δεν δικαίωσαν, δυστυχώς, την Ελλάδα. Οι συσχετισμοί και τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής παραχώρησαν με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου την Επαρχία Νευροκοπίου (σήμερα Γκότσε Ντέλτσεφ) στη Βουλγαρία, όχι όμως και την αιματοβαμμένη περιοχή Ζιρνόβου, την οποία καθιερώσαμε ως Επαρχία Κάτω Νευροκοπίου και σήμερα αποτελεί τον Δήμο Κάτω Νευροκοπίου.
Επίσημα ο Μακεδονικός Αγώνας εκπνέει με το νέο σύνταγμα των Νεότουρκων. Στη Δράμα το ενεργοποίησε στις 24 Ιουλίου 1908 ο Γάλλος αξιωματικός Ρουσέν, εκπρόσωπος των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην περιοχή. Έφτασε με τρένο από τη Θεσσαλονίκη με δύναμη 100 στρατιωτών και 20 αξιωματικών. Έριξε προκήρυξη στα γαλλικά με σύνθημα «Πατρίδα, ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα». Το σύνταγμα διακηρύχθηκε, έγινε αποδεκτό και εστάλη τηλεγράφημα στον σουλτάνο. Από τότε αρχίζει μία νέα περίοδος για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που καταργεί το σουλτανάτο και καθιερώνει σύνταγμα με βασικό σύνθημα «Η Τουρκία στους Τούρκους». Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ευνοούν την απομάκρυνσή τους από τη Βαλκανική Χερσόνησο, μπαίνουμε στους Βαλκανικούς πολέμους και ανατέλλει για την Ελλάδα ο ήλιος της ελευθερίας και στη Δράμα και τον νομό της στις 13 Ιουλίου 1913.

 

Βιβλιογραφία
Βακαλόπουλος Απ., Ο ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία (1904-1908), εκδ. Ηρόδοτος 1999.
Βακαλόπουλος Κων., Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα 1878-1984, 1983.
Γ.Α.Λ., Η κατά της Μακεδονίας επιβουλή, έκδ. Β΄, 1966.
Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα εις την Θράκην γεγονότα, εκδ. Δ.Ι.Σ., 1979.
Γιαννάκενας Ιωάννης, Βόρειος Μακεδονία: η απάντηση στα Σκόπια, εκδ. Πελασγός.
Γκιουλέκας Κων/νος, Ο Μακεδονικός Αγώνας από τις εφημερίδες της εποχής, εκδ. Μένανδρος, 2016.
Γκιουλέκας Κων/νος, Ο Μακεδονικός Αγώνας μέσα από τις πηγές του, εκδ. Μένανδρος 2018.
Γκισδαβίδης Απ., Σελίδες του Μακεδονικού Ελληνισμού, τόμοι 3, 1959.
Καζάζης Περικλής, Το μακεδονικόν πρόβλημα, εκδ. Κυρομάνος – Αιγαίον Πέλαγος, β’ έκδοση 1992.
Καλοστίπης Ιωάννης, Μακεδονία: Μελέτη Οικονομολογική, Γεωγραφική, Ιστορική και Εθνολογική, εκδ. Καρόλου Βίλμπεργκ, 1886.
Καλοστίπης Ιωάννης, Ο Ελληνισμός και η Μητρόπολη του Νευροκοπίου κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, ΙΜΧΑ, 1991.
Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ), Ο Μακεδονικός Αγώνας 1962 (αριθ. 49).
Καπετανάκης Ακρίτας Ν., Ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης, μετ’ επιτόμου ιστορίας της πόλεως Δράμας, ιστορική και αρχαιολογική μελέτη, 1937.
Καραθανάσης Αθ., Ο ελληνισμός και η Μητρόπολη Νευροκοπίου κατά το Μακεδονικό Αγώνα, ΙΜΧΑ 1991
Καρατζά-Κωνσταντινίδου Ελισάβετ, Οργάνωση και δράση των Αγωνιστών του Μακεδονικού Αγώνα 1870-1908 στην περιοχή Δράμας, εκδ. ΔΕΚΠΟΤΑ, 1991.
Κουζούλης Στάθης, Οι αγώνες του ελληνισμού στην Επαρχία Νευροκοπίου 1870-1918, 2000.
Κουζούλης Στάθης, Αγωνιστές Μακεδονομάχοι της Επαρχίας Νευροκοπίου 1900-1907, 2010.
Κωστόπουλος Αριστ., Ο Μακεδονικός Αγώνας, Μαλλιάρης Παιδεία.
Λαούρδας Β., Η Μητρόπολις Προκοπίου, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1961.
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Το Αρχείον του Μητροπολίτου Σμύρνης, 3 τόμοι, 2000.
Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Απαρχές του Μακεδονικού Αγώνα, 1996.
Νεράντζης Χρήστος, Ο Μακεδονικός Αγώνας, τον 20ό αιώνα, εκδ. Αλέξανδρος.
Παπαμαρίνος Κων/νος, Ο Βώλακας και η Ιστορία του, 2006.
Πασχαλίδης Βασίλειος, Δραμινά Ιστορικά, 67 μελέτες για τη Δράμα και την περιοχή της, 1992
Πασχαλίδης Βασίλειος, Η Δράμα 7000 χρόνια. Μελέτες για την πόλη και την περιοχή της. Προϊστορία-Ιστορία- Πολιτισμός, 1997
Ταξιάρχης Φώτης, Ιστορία του Νομού Δράμας, 1968.
Χατζηθεοδωρίδης Βασίλης, Βορεινή Αστροφεγγιά- Η ελληνική παιδεία στην Τουρκοκρατούμενη Βουλγαρία, Μαλλιάρης Παιδεία, 2008.
Χιόνης Κων., Ο Μακεδονικός Αγώνας στο σαντζάκι της Δράμας, Ξυράφι, 2015.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ενδεικτικά: α) 1900-1907 Στάθης Κουζούλης, στο βιβλίο του Αγωνιστές Μακεδονομάχοι της Επαρχίας Νευροκοπίου, έκδ. Δήμου Κ. Νευροκοπίου 2010, στο εξώφυλλο, ενώ στη σελ. 13, β) 1901-1907. Απ. Βακαλόπουλος, «Ο Μακεδονικός Αγώνας» στο «Αλησμόνητες πατρίδες του Ελληνισμού, αριθ. 6, Άνω Μακεδονία, σελ. 113. γ) 1902-1908 Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, δ) Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών-ΙΜΧΑ, Εκθέσεις περί του Μακεδονικού Αγώνος 1903-1907, Θεσσαλονίκη 1960, επιμέλεια Β. Λαούρδα, τίτλος εξωφύλλου.
[2] Το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι μουσουλμάνοι με το «Η Τουρκία στους Τούρκους» στο κίνημα των Νεότουρκων στην Θεσσαλονίκη το 1908.
[3] Κ. Χιόνης, σελ. 27.
[4] αναφέρονται στην από 17.09.1903 επιστολή του μητροπολίτη Χρυσοστόμου Δράμας προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στην οποία έγραφε: «Ο Νευροκόπος χρήζει Μητροπολίτου εδρεύοντος εκεί διαρκώς».
[5] Δίπλα, σε απόσταση 2 χιλιομέτρων ανατολικά βρίσκεται η επί του Νέστου Νικόπολη. Ήταν μια από τις δύο οχυρωμένες πόλεις που ιδρύθηκαν σε ανάμνηση της νίκης του αυτοκράτορα Τραϊανού επί των Δακών το 105-106 μ.Χ. Ο Α. Σενβ στο έργο του Οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στατιστική και Εθνογραφική Μελέτη, που βασίζεται σε Ελληνικά στοιχεία, έγραψε το 1878 ότι στο Νευροκόπι ζούσαν 1.200 Ελληνες. Το 1889 ο (Κροατοβόσνιος) Στέφαν Βέρκοβιτς αναφέρει το Νευροκόπι ως πόλη με 209 Βουλγαρικά, 1675 Τουρκικά και 38 Αρμάνικα σπίτια.
[6] Υπάρχει και η πρώτη Συνθήκη Βουκουρεστίου της 24.5.1812 που συνομολογήθηκε με τη λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1806-18012). Με αυτήν η Ελλάδα από 64.790 έφτασε σε 108.610 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της έγινε από 2.660.000 4.363.000.
[7] Κατά την περίοδο 1888-1991τοποθθετήθηκε πρώτος μητροπολίτης της περιοχής ο Γρηγόριος που «συνεργάστηκε με τους Βουλγάρους και προσχώρησε στην Εξαρχία». Παύθηκε από τον Πατριάρχη Νεόφυτο το 1891. Τον διαδέχθηκε στο διάστημα 1892-1894 ο Λεβενταρίδης πρώην Λατίστης στις 17 Ιουνίου 1896 και ποίμανε ως το 1900.
[8] Όταν αναφερόμαστε στο Νευροκόπι στην περίοδο του θέματός μας, εννοούμε πάντοτε το σημερινό Γκότσε Ντέλττσεφ.
[9] Κατά τον Κων/νο Χατζηδημητρίου, αρχιδιάκονο και ιεροκήρυκα της Μητροπόλεως Νευροκοπίου το 1900, η ονομασία έχει σχέση με το δρυμί (ψύχος) και τα νεύρα (δες Στάθη Κουζούλη, Οι αγώνες του Ελληνισμού στην Επαρχία Νευροκοπίου 1870-1918, Δράμα 2000, σελ. 16). Το 1913 με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου περιήλθε στη Βουλγαρία, μετονομάστηκε σε Γκότσε Ντέλτσεφ, περικαλλές άγαλμα του οποίου βρίσκεται σε επίκεντρο σημείο της πόλης.
[10] Βακαλόπουλος Κων., Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώτη φάση ή πρώτη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα 1870-1894, Θεσσαλονίκη 1983.
[11] στο βιβλίο του «Ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία», ΙΜΧΑ, 1996, σελ.251-252. Δες και τα «Το Αρχείον του εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Τσίτερ, Μορφωτικόν Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τ. Α’, σελ. 408 και 412. Δολοφονήθηκε μάλλον από τον Βούλγαρο Μακεδόνα Σαντάνσκη.
[12]
[13] Κ. Παπαμαρίνος, Ο Βώλακας και η Ιστορία του 2006, σελ. 29,79, 85 και ο Κ. Χιόνης σελ. 76.
[14] Ο Σ. Κουζούλης στο βιβλίο του Αγωνιστές Μακεδονομάχοι…, το αναφέρει Τάκη Ηλ. Ζιρνόβαλη, σελ. 54.
[15] Ο Κ. Χιόνης τον αποκαλεί Χρήστο Νάκα.
[16] Σ’ αυτόν αναφέρεται και η Ελισάβετ Καρατζά-Κωνσταντινίδου.
[17] Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος στην επιστολή του προς τον Πατριάρχη στις 28.10.1903 γράφει Ζαφειρίου, καπνομεσίτης, το χάρμα και το στήριγμα της Ορθοδοξίας, ο πλουσιώτατος του τόπου και η Καρατζά Ε.-Κωνσταντινίδου γράφει Ζ. Ιωάννου. Αναφέρει μάλιστα ότι στην κηδεία βρέθηκε και ο Ίων Δραγούμης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ