Μέτρηση χοληστερίνης και άλλων λιπιδίων: Νηστικός ή όχι;

0
3488

Αχιλλέας ΠαπαδόπουλοςTου Αχιλλέα Παπαδόπουλου,
Ειδικού Καρδιολόγου


 

 

Μέρος Β’

 

Εξετάσεις, λοιπόν, σε κατάσταση νηστείας ή όχι; Πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι οι μεγάλες αυξήσεις των τριγλυκεριδίων, που βλέπουμε μερικές φορές στις δοκιμασίες φόρτισης με λίπος κατά το lipotest, δεν αντιπροσωπεύουν τις αυξήσεις μετά από τη λήψη συνηθισμένου και μάλλον ελαφρού φαγητού, που είναι αρκετά μικρότερες. Επιπλέον, και η ανησυχία για μη αξιόπιστα αποτελέσματα για την LDL χοληστερόλη, που όταν τα τριγλυκερίδια είναι <400mg/dL υπολογίζεται με βοήθεια της εξίσωσης Friedewald, δεν επιβεβαιώνεται, αφού οι διαφορές μεταξύ της απευθείας μετρούμενης και της υπολογιζόμενης LDL χοληστερόλης, τόσο σε συνθήκες νηστείας όσο και χωρίς νηστεία, παραμένουν μη σημαντικές. Τέλος, πολλοί υποστηρίζουν ότι από τη στιγμή που τόσες πολλές τυχαιοποιημένες μελέτες υπολιπιδαιμικής παρέμβασης έγιναν χρησιμοποιώντας μετρήσεις λιπιδίων νηστείας, προκειμένου να ασκούμε ιατρική βασισμένη σε αποδείξεις, θα πρέπει στην καθημερινή κλινική πρακτική μας να υπολογίζουμε τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, βασισμένοι μόνο σε μετρήσεις νηστείας. Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη, αφού αγνοεί το γεγονός ότι πολυάριθμες μελέτες παρατήρησης και τουλάχιστον τρεις από τις μεγαλύτερες μελέτες με στατίνη (HPS, ASCOT, SEARCH) χρησιμοποίησαν τυχαία, χωρίς να προηγηθεί νηστεία, δείγματα αίματος.

Πώς, όμως, επηρεάζει η λήψη τροφής τις τιμές των εξετάσεων του λιπιδαιμικού προφίλ; Πολυάριθμες μελέτες σε παιδιά, ενήλικες και ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη έχουν επιβεβαιώσει ότι η συνηθισμένη πρόσληψη τροφής επηρεάζει ήπια τα επίπεδα των λιπιδίων και λιποπρωτεινών του πλάσματος. Με εξαίρεση λίγα πρόσωπα, που εκδηλώνουν υπερβολικές απαντήσεις, οι περισσότεροι θα εμφανίσουν μικρές αυξήσεις στα τριγλυκερίδια, της τάξης των 26 mg/dl κατά μέσο όρο, και μικρές μειώσεις στην ολική και την LDL χοληστερόλη της τάξης των 8 mg/dl κατά μέσο όρο. Η μείωση της LDL χοληστερόλης έχει την τάση να είναι αρκετά μεγαλύτερη στους διαβητικούς, φτάνοντας τα 23 mg/dl κατά μέσο όρο μετά από ένα φαγητό, όμως η μείωση αυτή φαίνεται να οφείλεται κυρίως στην πρόσληψη ύδατος και εμφανίζεται και χωρίς λήψη τροφής. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι ο μόνος τρόπος πρόληψης αυτού του φαινομένου δεν είναι η νηστεία, αλλά η μη κατανάλωση ύδατος το διάστημα πριν την αιμοληψία για καθορισμό του λιπιδαιμικού προφίλ, ειδικά στους διαβητικούς.

Πότε, λοιπόν, πρέπει να χρησιμοποιούμε δείγματα μη νηστείας για μέτρηση των λιπιδίων στο αίμα; Αυτό πρέπει να γίνεται στους περισσότερους ασθενείς και ειδικά:
1) σε κάθε ασθενή που κάνει το αρχικό του έλεγχο λιπιδίων,
2) σε εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου,
3) στους ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο,
4) στα παιδιά,
5) όταν ο ίδιος ο εξεταζόμενος το επιθυμεί,
6) στους διαβητικούς υπό αγωγή για την αποφυγή του υπογλυκαιμικού κινδύνου,
7) στους ηλικιωμένους και
8) στους ασθενείς που βρίσκονται σε σταθερή υπολιπιδαιμική αγωγή.

Εξέταση των λιπιδίων σε δείγματα νηστείας απαιτείται όταν:
1) τα μη νηστείας τριγλυκερίδια είναι περισσότερα από 440 mg/dl,
2) πρόκειται για γνωστή υπό παρακολούθηση υπερτριγλυκεριδαιμία,
3) αφορά ασθενή που αναρρώνει από παγκρεατίτιδα λόγω υπερτριγλυκεριδαιμίας,
4) πρόκειται να ξεκινήσει αγωγή με φάρμακα που προκαλούν σημαντική υπερτριγλυκεριδαιμία και
5) όταν έχουν ζητηθεί επιπλέον εξετάσεις, που απαιτούν δείγματα νηστείας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ