Μπαμπούγερα και αράπηδες σέρνουν πάλι τον χορό

0
1142

ΟΛΑ ΤΑ ΤΟΠΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

Τα λαϊκά δρώμενα του δωδεκαημέρου στη Δράμα έχουν ξεχωριστή θέση στην τοπική λαική παράδοση όχι μόνο για την ίδια, αυτή καθεαυτή και για την επιβίωση των στοιχείων της αρχαιοελληνικής και βυζαντινής παράδοσης.
Στις κοινότητες του Νομού Δράμας τα δρώμενα δείχνουν την πληθωρικότητα της λαϊκής μας παράδοσης που διατηρήθηκε σχεδόν αλώβητη στο πέρασμα του χρόνου και της ιστορίας.Ο Βώλακας, η Καλή Βρύση, το Μοναστηράκι, ο Ξηροπόταμος, η Πετρούσα, οι Πύργοι και το Παγονέρι γίνονται τις μέρες αυτές το επίκεντρο θεαματικών παραδοσιακών γιορτασμών με έντονο διονυσιαμό.

Στο Μοναστηράκι
Κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός για το Μοναστηράκι αποτελούν οι «Αράπηδες». Ένα έθιμο με μορφή δρωμενου, που τελείται την ημέρα των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου) για την ευετηρία (=καληχρονιά). Αποβλέπει στην καλή υγεία και στην πλούσια παραγωγή. Την ονομασία την οφείλει στη μεταμφίεση των πρωταγωνιστών, που κυριαρχεί το μαύρο χρώμα. Οι Αράπηδες φορούν μαύρες φλοκάτες, ποιμενικές κάπες, που καλύπτουν ολόκληρο το σώμα και εντυπωσιακές υψικόρυφες προσωπίδες από γιδοπροβιές. Στη μέση τους κρεμούν τρία μεγάλα κουδούνια («μπατάλια» και «τσιάνουβε») αρμονικά συνταιριασμένα, ενώ στα χέρια κρατούν ένα μεγάλο ξύλινο σπαθί και ένα σακουλάκι στάχτη με το οποίο χτυπούν όσους συναντούν.
Ως προάγγελος της τέλεσης του δρωμένου, ομάδες από παιδιά το απόγευμα της παραμονής των Θεοφανείων, τριγυρίζουν τους δρόμους του χωριού, κτυπώντας τα κουδούνια που την επόμενη ημέρα θα φορέσουν οι Αράπηδες.
Από το πρωί, ανήμερα των Θεοφανείων, η τσέτα μαζί με τους οργανοπαίκτες επισκέπτεται όλα τα σπίτια του χωριού για να μεταφέρει τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Τραγούδια, ευχές, πειράγματα, κεράσματα και το γλέντι αρχίζει και κορυφώνεται το απόγευμα στην κεντρική πλατεία του χωριού. Οι Αράπηδες πραγματοποιούν εντυπωσιακή είσοδο στην πλατεία, με τον εκκωφαντικό ήχο των κουδουνιών, κραδαίνοντας τα ξύλινα σπαθιά τους και σκορπώντας στάχτη. Έτσι ανοίγουν το δρόμο στα υπόλοιπα μέλη της τσέτας, με πρώτους τους Τσολιάδες που ακολουθούν χορεύοντας. Στη συνέχεια, στήνεται ο τρανός χορός όπου στην αρχή πιάνονται οι ηλικιωμένοι άντρες, ακολουθούν οι νεότεροι, έπειτα οι ηλικιωμένες γυναίκες, οι νεότερες και στο τέλος τα παιδιά. Δεν επιτρεπόταν να σχηματιστεί δεύτερος κύκλος.

Στον Ξηροπόταμο
Στις 6 Ιανουαρίου μέλη της τσέτας παίρνουν την ευλογία από τον παπά που έχει κάνει τον αγιασμό των υδάτων (πιθανόν νεώτερο στοιχείο). Με συνοδεία μακεδονικής λύρας και νταχαρέδων (παραδοσιακών κρουστών) η τσέτα κάνει τη «γύρα» του χωριού, περνώντας από τα σπίτια, χορεύοντας, ευχόμενη υγεία και ευημερία στις οικογένειες. Ο δυνατός ήχος των κουδουνιών θεωρείται ικανός να διώξει τις δαιμονικές δυνάμεις του χειμώνα. Ο τσέταμπασία συγκεντρώνει τις χρηματικές προσφορές των νοικοκύρηδων, με τις οποίες παλαιότερα στηνόταν ένα γλέντι («Ατανάσουιντεν») για το θίασο στις 18 Ιανουαρίου, του Αγίου Αθανασίου, στο οποίο οι αράπηδες δεν ήταν μεταμφιεσμένοι· φορούσαν μόνο τα κουδούνια.
Το πρωί της 7ης Ιανουαρίου, μαζί με τους μουσικούς η τσέτα (κατά παράδοση 10-15 άτομα) εμφανίζεται και πάλι στις γειτονιές, αυτή τη φορά, όμως, επισκέπτεται μόνο τα σπίτια των εορταζόντων Γιάννηδων. Μπαίνει στις αυλές τους, χορεύει με επικεφαλής το νοικοκύρη «για το καλό» του σπιτιού, εύχεται και δέχεται κεράσματα. Η τσέτα καταλήγει στην πλατεία του χωριού, όπου στήνει χορό, στον οποίο πιάνονται αργότερα και οι θεατές. Στην ορχήστρα συμμετέχει και η γκάιντα. Οι αράπηδες και οι μάνγκουδες απομακρύνουν τον κόσμο που περιορίζει το χώρο των χορευτών, προστατεύοντας τον τελετουργικό κύκλο. Συμβαίνουν κατά περίσταση και ευτράπελα επεισόδια, όπως η παρουσία του μάνγκου πάνω σε άμαξα να λέει βωμολοχίες και να κουνά επιδεικτικά μπροστά στα γεννητικά του όργανα μία τράκα (είδος κουδουνιού). Πρόκειται για πρακτικές με εύθυμο χαρακτήρα, οι οποίες, ενώ στην προνεωτερική εποχή εκφόρτιζαν την αγωνία του ανθρώπου στη μεταβατική περίοδο από τη μια παραγωγική εποχή στην άλλη, σήμερα εκτονώνουν την ένταση του σύγχρονου τρόπου ζωής. Με τη δύση του ηλίου, στο παρελθόν, οι μάνγκουδες έζευαν σε ένα αλέτρι δυο αράπηδες, που όργωναν εικονικά την πλατεία και σκόρπιζαν στάχτη, ουσία με μαγική αποτρεπτική δύναμη για τους ανεξέλεγκτους παράγοντες που μπορούσαν να πλήξουν τη σοδειά.

Στην Καλή βρύση
Στην Καλή Βρύση το πανάρχαιο πνεύμα κατά το τριήμερο 6-7-8 Ιανουαρίου κάθε έτους παραμένει ζωντανό. Κυρίαρχο στοιχείο τα «Μπαμπούγερα», όπως αποκαλούνται οι μεταμφιεσμένοι που κάνουν την εμφάνιση τους στους δρόμους του χωριού, ορμητικοί και υπερκινητικοί, ωσάν σύγχρονοι σάτυροι (ακόλουθοι) του θεού Διόνυσου. Ένα δρώμενο που έχει τις ρίζες του στη λατρεία του θεού Διόνυσου κατά την αρχαιότητα.
Ο θεός Διόνυσος ήταν ο θεός της καρποφορίας, της ηδονής, της αμπέλου, του οίνου, της διασκέδασης και του θεάτρου. Γιος μιας χθόνιας θεάς, της Σεμέλης και του ουράνιου θεού Δία, καρπός μιας παράνομης σχέσης που εξαιτίας αυτής φυγαδεύτηκε στη Θράκη όπου μεγάλωσε εκεί.
Τα Μπαμπούγερα με την εντυπωσιακή και επιβλητική μορφή τους ξεχύνονται στους δρόμους μετά τον αγιασμό των υδάτων την 6η Ιανουαρίου και χτυπούν με το σακίδιο στάχτης που κρατούν στο χέρι τον κόσμο για να ξορκίσουν το κακό. Η μάσκα κατασκευάζεται από χονδρό λευκό ύφασμα, που στα δύο άνω άκρα της φέρει ομοιώματα κεράτων που καταλήγουν σε θυσανωτή προβιά από μαύρη κατσίκα. Από την προβιά αυτή κατασκευάζουν επίσης φρύδια και μουστάκι. Η οδοντοστοιχία της προσωπίδας σχηματίζεται από εννιά φασόλια σε κάθε σειρά. Γενικά έχει την όψη του τράγου που συμβολίζει το ζώο που έχει δύναμη για ζωή. Κύριο φόρεμα του Μπαμπούγερου αποτελεί το λευκό ποδήρες εσώρουχο και η γούνα. Στη μέση ζώνονται τέσσερα μεγάλα κουδούνια και στο πίσω μέρος του σώματος ακόμα ένα μεγαλύτερο το μπατάλι. Ο ήχος των κουδουνιών είναι εκκωφαντικός και ο συμβολισμός τους είναι για να ξυπνήσουν τη φύση. Τέλος, η καμπούρα που τοποθετείτε πίσω στην πλάτη, συμβολίζει τη γριά μπάμπω (μαμή) που έχει αποδώσει τους καρπούς της ζωής (τους απογόνους).
Τα μπαμπούγερα βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση όλο το τριήμερο και επισκέπτονται τα σπίτια για να κτυπήσουν την πλάτη των ενοίκων με το σακουλάκι της στάχτης που φέρουν στα χέρια. Παράλληλα, πιάνουν αιχμαλώτους από τους θεατές και τους ελευθερώνουν όταν τους πληρώσουν κάποιο χρηματικό αντίτιμο.
Το έθιμο κορυφώνεται στις 8 Ιανουαρίου με την αναπαράσταση του παρωδία γάμου. Σε αυτή τη γιορτή μεταμφιεσμένων κυριαρχεί ο αυθορμητισμός και ο ενθουσιασμός. Σε γενικές γραμμές ο εικονικός γάμος ακολουθεί το τυπικό του παραδοσιακού γάμου υπό τους ήχους των τοπικών παραδοσιακών οργάνων, της γκάιντας και του νταχαρέ. Δηλαδή, ντύσιμο γαμπρού, νύφης, εικονικός ιερέας, τέλεση μυστηρίου στην πλατεία του χωριού, τα προικιά της νύφης φορτωμένα σε άλογα, συμβουλές και πειράγματα σεξουαλικού περιεχομένου κ.α. Τη νύφη υποδύεται πάντα άνδρας, λόγω της θέσης που είχε η γυναίκα κατά την αρχαιότητα, αλλά και για να ενισχύσει την κωμικότητα του δρωμένου.

Στον Βώλακα
Στον Βώλακα, τα δρώμενα των Θεοφανείων διαρκούν τρεις ημέρες. Αρχίζουν στις 6 Ιανουαρίου, την ημέρα των Θεοφανείων, όπου εκκλησίασμα και θίασοι μεταβαίνουν στη δεξαμενή του χωριού. Εκεί, μετά τη δημοπρασία της εικόνας και του Σταυρού, ακολουθεί η ρίψη του Σταυρού. Έπειτα, αρχίζει το έθιμο της «μπάρας». Ρίχνουν στο σιντριβάνι πρώτα τον παπά, μετά τον πρόεδρο του χωριού και μετά άλλον που θα υποδείξει κάποιος υποσχόμενος χρηματική αμοιβή που κατατίθεται στο ταμείο της εκκλησίας. Πολλοί πέφτουν μόνοι τους μέσα για το καλό του χρόνου. Επίσης, παρέες ανδρών, συνοδευόμενοι από τα τοπικά μουσικά όργανα, της γκάιντα και του νταχαρέ, παίρνουν τους νεόνυμφους της περασμένης χρονιάς του χωριού και τους περνούν μέσα από τα αγιασμένα ύδατα του σιντριβανιού. Ακολουθεί διασκέδαση μέχρι να νυχτώσει και τότε μπαίνουν ορισμένοι κρυφά στα σπίτια αυτών που έχουν κορίτσια για παντρειά και «κλέβουν» διάφορα σκεύη, εργαλεία όπως: αργαλειούς, λέβητες, σκάφες, δικράνια, κυλίνδρους κτλ. Συγκεντρώνουν τα κλοπιμαία στην πλατεία του χωριού όπου τα προστατεύουν μέχρι να ξημερώσει.
Την επόμενη ημέρα το πρωί, πραγματοποιείται ο παρωδία πλειστηριασμός. Εκεί προσέρχονται οι κάτοχοι των κλεμμένων αντικειμένων και αφού προσφέρουν κάποιο συμβολικό τίμημα, αποκτούν πάλι την κυριότητα σ’ αυτά. Τα χρήματα επίσης πηγαίνουν στο ταμείο της εκκλησίας. Οι γονείς που διαπιστώνουν ότι υποστεί «κλοπή» αισθάνονται ιδιαίτερα ικανοποιημένοι, γιατί με την πράξη αυτή οι μεταμφιεσμένοι εκδηλώνουν την εκτίμησή τους για την κοπέλα που τη θεωρούν πλέον κατάλληλη για γάμο.
Τη ίδια ημέρα (7/1), ομάδες νέων μεταμφιέζονται σε «Αράπηδες» ή «Χαράπια». Έχουν στη ράχη καμπούρα που γίνεται με μια βελέντζα γεμάτη άχυρα, στη μέση ζώνονται κουδούνια, στο σβέρκο φέρουν προβιά, το πρόσωπο και τα χέρια είναι μαυρισμένα με καπνιά, ενώ στα πόδια φορούν γουρουνοτσάρουχα και τις νάουε (κάλτσες) που κατασκευάζονται από λευκό χοντρό ύφασμα. Στα χέρια κρατούν ξύλινο σπαθί («καλούτς») και χονδρό ξύλο (ρόπαλο ή «τουκμάκι»), πάνω στο οποίο στηρίζονται και κουνιούνται, δίνοντας στον ήχο των κουδουνιών κάποιο ρυθμό. Τα κουδούνια που φορούν είναι δύο ειδών. Δύο σφυρήλατα που ονομάζονται «μπατάλια» και τέσσερα χυτά που καλούνται «τσάνια». Κινούνται αυτοσχεδιαστικά στο χώρο, κρατώντας το σώμα τους σκυφτό και με πλάγιες κινήσεις προσπαθούν να κτυπήσουν τα κουδούνια.

Στους Πύργους
Η τέλεση του δρωμένου στους Πύργους ξεκινάει από το πρωί της ημέρας των Θεοφανείων (6/1) και διαρκεί τρεις ημέρες. Συμμετέχουν όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Οι άνδρες μεταμφιέζονται σε «Αρκούδες» (μέτσκες) που φορούν ολόσωμες προβιές (από αιγοπρόβατα), όπου φέρουν στη μέση κουδούνια («τουμπελέκια»). Άλλες μεταμφιέσεις είναι: ιατρός, έγκυος, ζητιάνος, αστυνόμος, γκελίγκα, κ.α.
Όλα τα μέλη του θιάσου, επισκέπτονται τα σπίτια του χωριού, συγκεντρώνοντας χρήματα αλλά και αυγά, βούτυρο, τυρί, αλεύρι με τα οποία οι μεσήλικες γυναίκες θα παρασκευάσουν πίτες και γλυκά. Αφού τελειώσει η περιφορά στα σπίτια, συγκεντρώνονται στην πλατεία όπου τρέχουν, χορεύουν, γλεντούν και ξεσηκώνουν με τα κουδούνια τους όλο το χωριό. Καθ’ όλη τη νύχτα, όλοι οι κάτοικοι του χωριού μένουν ξάγρυπνοι, πίνοντας και χορεύοντας υπό τους ήχους της γκάιντας, της μακεδονικής λύρας και του νταχαρέ. Δεν πρέπει να κοιμηθεί κανείς, μέχρι να ξημερώσει. Η αγρυπνία αυτή λέγεται «νταβανίσκα» και παλιά γίνονταν κατά παρέες αλλά σήμερα σε ένα μαγαζί του χωριού.
Τα ξημερώματα ο θίασος μαζί με τους μουσικούς περιφέρονται στα σοκάκια του χωριού για να ξυπνήσουν όσους δεν άντεξαν την ολονύκτια διασκέδαση. στην πλατεία όπου στήνεται γλέντι με τους τοπικούς χορούς. Κάθε μέλος του θιάσου επιδίδεται στο έργο του αναλόγως τον ρόλο που υποδύεται, κάνοντας τους άλλους να γελάσουν. Ο ιατρός εξετάζει την έγκυο και προσπαθεί να την ξεγεννήσει. Μαζί με τις «Αρκούδες» βγαίνει και ο αρκουδιάρης που έχει δεμένη με αλυσίδα από κρίκο που είναι πιασμένη στη μύτη της. Ο αρκουδιάρης τραγουδάει, βαράει τον νταχαρέ και η αρκούδα να χορεύει στους ήχους του. Η αρκούδα κρατεί στο χέρι της μια κάλτσα γεμάτη στάχτη και χτυπά όσους δε συμμετέχουν στο δρώμενο, αναγκάζοντάς τους να μπούνε στο χορό.
Οι «Γκελίγκες» είναι άνδρες ντυμένοι γυναίκες με την τοπική παραδοσιακή φορεσιά. Ενώ χορεύουν, τρέχουν κάποιοι μεταμφιεσμένοι να τις κλέψουν κρυφά. Τότε, άλλοι μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς, τρέχουν να τις ελευθερώσουν και να επιβάλουν πρόστιμο στους «απαγωγείς».
Το απόγευμα (7/1), οι μεταμφιεσμένοι επισκέπτονται τα σπίτια των Γιάννηδων που εορτάζουν την ονομαστική τους γιορτή και γλεντούν μέχρι τα μεσάνυχτα. Επιστρέφουν στο μαγαζί όπου συνεχίζουν το γλέντι μέχρι το πρωί. Η επόμενη ημέρα (8/1) είναι της «Μπάμπως», δηλαδή, αφιερωμένη στη μαμή του χωριού. Στολίζουν ένα γαϊδουράκι με διάφορα ρούχα και ανεβάζουν επάνω του τις γριές αλλά και όσους άλλους το επιθυμούν, πληρώνοντας κάποιο χρηματικό ποσό.

Στο Παγονέρι
Στο Παγονέρι, τα δρώμενα των Θεοφανείων σίγησαν περί το 1970. Λόγω της μεγάλης μετανάστευσης και της μείωσης του πληθυσμού του, αλλά και λόγω του κλίματος της εποχής (δικτατορία κτλ). Το έθιμο αναβίωσε όμως το 2001 και από τότε συνεχίζει να τελείται ανελλιπώς. Το δρώμενο διαρκεί δύο ημέρες. Την 6η και 7η Ιανουαρίου.
Η προετοιμασία αρχίζει το βράδυ της 5ης προς 6ης Ιανουαρίου, όπου ετοιμάζουν τις προβιές, τα κουδούνια και τις φορεσιές. Περί ώρα 5:00 τα ξημερώματα ξεκινάνε οι μεταμφιεσμένοι από το σπίτι του «Αράπη» και συναντούνε το εκκλησίασμα που επιστρέφει από τον αγιασμό των υδάτων που πραγματοποιείται τα ξημερώματα στο Παγονέρι (στον όρθρο), σε δεξαμενή στις «πέρα βρύσες», έξω από το χωριό. Αφού συναντηθούν, ανταλλάσουν ευχές και όλοι μαζί πηγαίνουν στην πλατεία για την τέλεση του δρώμενου.
Οι «Αράπηδες» είναι μεταμφιεσμένοι με προβιές που καλύπτουν όλο το σώμα, φέρουν μάσκα με τρεις τρύπες για τα μάτια και το στόμα, στη μέση κρεμούν κουδούνια, ενώ στο χέρι κρατούν ξύλινα σπαθιά και στάχτη και στα πόδια φέρουν γουρουνοτσάρουχα. Ένας άνδρας υποδύεται τη νύφη, με άσπρο φόρεμα, προκλητικά βαμμένη, την οποία προστατεύουν ως αδελφή τους οι Αράπηδες, από τυχόν επίδοξο κλέφτη. Όποιος τολμήσει να την κλέψει, θα τον συλλάβουν οι Αράπηδες και θα πρέπει να πληρώσει λύτρα.
Την επόμενη ημέρα, στις 7 Ιανουαρίου, οι μεταμφιεσμένοι ξανά εμφανίζονται στους δρόμους και στις γειτονιές του Παγονερίου, αλλά αυτή τη φορά όχι στην πλατεία. Γυρίζουν ένα προς ένα όλα τα σπίτια του χωριού, μένοντας περισσότερο σε όσους γιορτάζουν, χορεύουν, τραγουδούν, πειράζονται και δέχονται κεράσματα από τους νοικοκυραίους, συνοδευόμενοι πάντα από τα τοπικά παραδοσιακά μουσικά όργανα. Παλαιότερα, το δρώμενο τελούνταν και κατά την 8η Ιανουαρίου με την ημέρα της «μαμής».

Στην Πετρούσα
Κάθε χρόνο στις 6, 7 και 8 Ιανουαρίου, στην Πετρούσα, τελείται με ευθύνη του Πολιτιστικού Συλλόγου, το «Μπάμπιντεν», ένα δρώμενο που οι ρίζες του χάνονται στο βάθος του χρόνου και αποβλέπει στην καλοτυχία, τη γονιμότητα, την καρποφορία, την απελευθέρωση της γης από τα δεσμά του χειμώνα.
Κυρίαρχο σύμβολο του εθίμου είναι η «καμήλα». Ο σύλλογος διαθέτει ιδιόκτητη αληθινή βακτριανή καμήλα (τον Ζαχαρία). Ο συμβολισμός αυτού του καρτερικού ζώου με την απαράμιλλη αντοχή στην πείνα και τη δίψα, κάτω από αντίξοες συνθήκες, δείχνει τις περιπέτειες του ανθρώπου μέσα στη ζωή και το χρόνο και την αποφασιστικότητά του να συνεχίσει να παλεύει κόντρα στις ελλείψεις και τις στερήσεις.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της γιορτής είναι οι τραγόμορφες μεταμφιέσεις (χαράπηδες-χαράπτσκι). Άντρες βάφουν το πρόσωπό τους με φούμο, φορούν δέρματα ζώων, δένουν κουδούνια στην μέση τους και με τον εκκωφαντικό θόρυβο που προκαλούν, διώχνουν τα κακά πνεύματα, καλωσορίζουν τη νέα χρονιά και καλούν τη φύση να ξυπνήσει και να ετοιμαστεί για την άνοιξη, για τη νέα σοδειά.
Οι προετοιμασίες ξεκινούν με την είσοδο του νέου έτους. Οι νέοι ετοιμάζουν τα δέρματα, δοκιμάζουν τα κουδούνια, δένονται με τρόπο τελετουργικό και το βράδυ των Φώτων (6/1) όλα είναι έτοιμα. Η πομπή ξεκινά και η νύχτ Την επόμενη ημέρα (7/1) γύρω στο μεσημέρι, ξεκινά το «φώτισμα» του χωριού – μια πομπική περιφορά- από την πλατεία. Με μπροστάρη την καμήλα, υπό τους ήχους των τοπικών μουσικών οργάνων (της μακεδονικής λύρας και του νταχαρέ), με τη συνοδεία των αράπηδων που ξεσηκώνουν με το θόρυβο των κουδουνιών τους, με τους παππούδες (άνδρες ντυμένοι με την τοπική παραδοσιακή φορεσιά) και τις γκιλίγκες (άνδρες ντυμένοι με την τοπική γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά) και πλήθος κόσμου που πίνουν και χορεύουν ακατάπαυστα, η πομπή γυρίζει όλες τις γειτονιές δίνοντας ευχές, προαναγγέλλοντας και καλώντας τους κατοίκους να συμμετέχουν στο δρώμενο που θα γίνει την επόμενη μέρα. α γεμίζει χορό τραγούδι και κουδούνια.
Στις 8 του μήνα, γύρω στις 4:00 η ώρα το απόγευμα, ξεκινά η πομπή με τη συνοδεία της καμήλας και των αράπηδων από την πλατεία και καταλήγει στον αύλειο χώρο του δημοτικού σχολείου. Εκεί, κορυφώνεται το «Μπάμπιντεν» με την αναπαράσταση οργώματος και σποράς καθώς και άλλων εργασιών, με την παρουσία του σταχτή και των «ανδρείκελων» που αναπαριστούν την γενετήσια ορμή και με γλέντι που συνεχίζεται μέχρι αργά το βράδυ. Στους επισκέπτες προσφέρεται γίδα βραστή, κρασί και τσίπουρο.
Για την προέλευση της ονομασίας «γιορτή της Μπάμπως» ή «Μπάμπιντεν», υπάρχει η εξήγηση ότι, παρ’ ότι τα όσα τελούνται είναι διαφορετικά από εκείνα που τελούνται αλλού στη «γιορτή της μαμής», υπάρχουν όμως και κοινά σημεία όπως, η παρουσία των γεννητικών οργάνων και οι χυδαιολογίες. Ίσως να τελούνταν κάποτε και στην Πετρούσα τα γνωστά δρώμενα για τη γιορτή της μαμής, αλλά με την πάροδο των χρόνων να ατόνησαν.

*To παραπάνω κείμενο συντάχθηκε με βάση τα στοιχεία του Κέντρου Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here