ΟΠΤΙΚΗ ΡΥΠΑΝΣΗ – Το αποτύπωμα της περιβαλλοντικής βλάβης στο επίπεδο του αισθητού

0
3683

Της Σοφίας Ε. Παυλάκη,
Δικηγόρου, M.Sc.


 

Υπό τον όρο «οπτική ρύπανση» νοείται κάθε μορφή διατάραξης ή προσβολής της περιβαλλοντικής αισθητικής. Το είδος αυτό ρύπανσης είναι δυνατόν να εκδηλωθεί σε κάθε ειδικότερο στοιχείο του περιβάλλοντος, τόσο στον χώρο του φυσικού περιβάλλοντος, κυρίως υπό την έννοια της βλάβης ή διατάραξης του τοπίου, όσο και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, είτε πρόκειται για πολιτιστικό περιβάλλον είτε για οικιστικό. Σε κάθε περίπτωση, ως «οπτική ρύπανση» γίνεται δεκτή κάθε ορατή αποτύπωση περιβαλλοντικής βλάβης ή υποβάθμισης στον υλικό, αισθητό κόσμο.
Σε αντίθεση με τις λοιπές μορφές ρύπανσης, οι οποίες έχουν άμεσες επιπτώσεις στην υγεία και στην αρμονική ανάπτυξη του ανθρωπίνου σώματος, η οπτική ρύπανση επιδρά κυρίως στον ψυχισμό του ατόμου. Δεν αποκλείεται ωστόσο να παρατηρηθούν εξ αιτίας της οπτικής ρύπανσης ακόμα και φαινόμενα επιβαρυντικά της υγείας του σώματος, όπως έντονοι πονοκέφαλοι, ζαλάδες, αδυναμία συγκέντρωσης, νεύρα, σωρευμένο άγχος, πόνοι στα μάτια, ανάλογα με τις ειδικότερες μορφές εκδήλωσής της.
Το απαραίτητο ερέθισμα, δυνάμει του οποίου η οπτική ρύπανση καθίσταται αισθητή, αφορά ένα σύνολο οπτικών μηνυμάτων, τα οποία γίνονται αντιληπτά από τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου ως προσβολή και υποβάθμιση του αισθητού κόσμου που τον περιβάλλει και της διαμορφωμένης αντίληψής του περί αισθητικής.
Θεμελιώδους επομένως σημασίας κριτήριο, προκειμένου να προσδιορίσουμε, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση υφίσταται ή όχι οπτική ρύπανση, συνιστά ο εκ των προτέρων ορισμός του αισθητικά ωραίου και αποδεκτού στη συνείδηση των κοινωνών του περιβάλλοντος, τους οποίους η οπτική ρύπανση αφορά.
Τούτο καθίσταται εν πολλοίς δυσχερές, δεδομένου ότι η περί αισθητικής αντίληψη διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία καθώς επίσης και από εποχή σε εποχή. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Williams (1974): «Όταν γίνεται μια προσπάθεια επιβολής νομικών κυρώσεων σε σχέση με την αισθητική, προκύπτει ένα απλό, αλλά πολύ σημαντικό ερώτημα: πώς θα ορισθεί το τι είναι ελκυστικό και το τι είναι άσχημο. Το πρόβλημα του προσδιορισμού του αισθητικά όμορφου, το οποίο υπήρξε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των φιλοσόφων, έχει ιδιαίτερη σημασία στη θέσπιση νομικού πλαισίου. Διότι, όταν εμπλέκονται νομικές κυρώσεις, είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται με ακρίβεια τι επιτρέπεται και τι όχι …».[1]
Σε επίπεδο φυσικού περιβάλλοντος, η οπτική ρύπανση εκδηλώνεται κυρίως ως συνέπεια της απαξίωσης και εγκατάλειψης της υπαίθρου και της γενικότερης έλλειψης ενδιαφέροντος και αποτελεσματικών πολιτικών για την προστασία και διατήρηση της φύσης.
Σημαντικότερες εστίες οπτικής ρύπανσης στη φύση συνιστούν οι διάφορες μορφές προσβολής του τοπίου, κυρίως δε σε περίπτωση καταστροφών του από πυρκαγιά, αποψίλωση και συναφείς αιτίες, θαλάσσιας ρύπανσης ή εκμετάλλευσης λατομικών και μεταλλευτικών χώρων, οπότε προκύπτει ανάγκη αποκατάστασης της περιοχής μετά τη βλάβη ή το πέρας της δραστηριότητας και επαναφοράς του τοπίου στην προτέρα κατάσταση.
Κάθε προσβολή του τοπίου -φυσικού ή ανθρωπογενούς- δύναται να γίνει αντιληπτή και ως ειδικότερη εκδήλωση οπτικής ρύπανσης, στον βαθμό που συνιστά υποβάθμιση ή και πλήρη λύση του αρμονικού και φυσικού ρυθμού ανάπτυξης και εξέλιξης, εν τέλει δε καταστροφή του φυσικού και οικιστικού χώρου ή στοιχείων που συνθέτουν και συναποτελούν την πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά του τόπου.
Το τοπίο ως αμφίσημη έννοια, που εμπεριέχει δύο πόλους (χώρος και παρατηρητής) και αντανακλά ταυτοχρόνως το αναφερόμενο και την αναπαράστασή του, αντιμετωπίζεται πλέον ως το αποτέλεσμα μιας διττής προσέγγισης: αντικειμενικής και υποκειμενικής. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο, φυσικό και γεωγραφικό, το αντικείμενο ρύθμισης είναι ο ίδιος ο εντοπισμένος χώρος, ο οποίος συντίθεται από φυσικά στοιχεία ή/και ανθρωπογενή στοιχεία. Ταυτοχρόνως όμως αντικείμενο ρύθμισης γίνεται και η πρόσληψη, η αντίληψη, ανάλυση και ερμηνεία αυτού του χώρου από τον άνθρωπο ως ιδιάζον φορτίο ιστορικής και κοινωνικής μνήμης, δηλαδή υπό το πρίσμα της αντανάκλασης της ιστορίας, του πολιτισμού ή των διαφόρων ανθρώπινων δραστηριοτήτων, που έχουν εγγραφεί στον χώρο αυτό. Το τοπίο δεν εκλαμβάνεται ως ένα ουδέτερο υλικό αντικείμενο, αλλά ως η έκφραση των σχέσεων των ανθρώπων με το περιβάλλον τους. Για τον ίδιο λόγο, τοπίο δεν είναι η απλή συλλογή υλικών κατασκευών και αντικειμένων, αλλά οι συμβολισμοί και οι αξίες των ανθρώπων που εγγράφονται στον υλικό κόσμο. Γίνεται λοιπόν αναπόσπαστο κομμάτι της ατομικής και συλλογικής μνήμης.[2]
Περαιτέρω δε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, όπως κυρώθηκε και ισχύει στη χώρα μας δυνάμει του ν. 3827/2010 (ΦΕΚ Α’ 30/25.2.2010): «Τοπίο είναι μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από τους ανθρώπους, της οποίας ο χαρακτήρας είναι αποτέλεσμα δράσης και αλληλεπίδρασης φυσικών και/ή ανθρωπίνων παραγόντων».
Υπ’ αυτή την έννοια, οι όροι «οπτική» και «αισθητική» ρύπανση γίνεται συχνά δεκτό ότι αλληλοκαλύπτονται, αφορώντας ταυτόσημες, κατά κανόνα, μορφές περιβαλλοντικής προσβολής. Η οπτική και αισθητική ρύπανση συνιστά κυρίως φαινόμενο του σύγχρονου τρόπου ζωής και αναπότρεπτο συνεπακόλουθο της ανισομερούς και αθρόας υπερσυγκέντρωσης πληθυσμών στις μεγαλουπόλεις, που είχε ως συνέπεια την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στα σύγχρονα αστικά και βιομηχανικά κέντρα, αλλά και τον μαρασμό και την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα να υποστηρίξουμε πως η οπτική ρύπανση είναι ένα «σημείο των καιρών», καθώς εμφανίζεται ως καινοφανές και άμεσο παρακολούθημα της εποχής μας.
Σταδιακά τα όμορφα τοπία της εξοχής, της θάλασσας και των δρυμών μαζί με τη «σχέση ζωής» του ανθρώπου της υπαίθρου με αυτά αντικαταστάθηκαν από τον «αυτοπεριορισμό» μας στο ατέλειωτο γκρίζο του τσιμέντου, σε μία καθημερινότητα που εξαντλείται στην ερμητική απομόνωση που δημιουργούν σειρές απρόσωπες από βουβές, μονότονες πολυκατοικίες.
Τα σύγχρονα οικοδομικά τετράγωνα στα αστικά κέντρα συνθλίβουν τον ανθρώπινο ψυχισμό. Η τεραστίων διαστάσεων δόμηση ξεπερνά κατά πολύ και αντιστρατεύεται τα μέτρα του ανθρώπου, αλλοιώνει τον πολεοδομικό ιστό και καταλύει κάθε αίσθηση του τοπίου. Η έλλειψη ζωτικού ορίζοντα στη ματιά του σημερινού κατοίκου των μεγαλουπόλεων, η συνεχής υποβάθμιση των ελεύθερων και κοινοχρήστων χώρων, η απομείωση του πρασίνου και η οξύμωρη αύξηση της ανθρώπινης αποξένωσης παρά τον τόσο συνωστισμό, γεννούν άγχος, καταθλιπτική συμπεριφορά, ανασφάλεια, συναισθηματικές πιέσεις. Αποδομούν τις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου ο οποίος καλείται ν’ αναμετρηθεί καθημερινά με έναν χώρο άξενο κι ασφυκτικό, που τον περιβάλλει απαιτώντας του το έπακρο των δικών του δυνατοτήτων χωρίς ωστόσο ν’ απηχεί «τα μέτρα της καρδιάς» του.[3]
Ταυτόχρονα, ποικίλα και σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα έκαναν την εμφάνισή τους με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις τους στη ζωή στις πόλεις: Πολεοδομική αναρχία και υποβάθμιση, ατονία και αδράνεια του ρόλου της γειτονιάς, έλλειψη σεβασμού και προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, υπερσυσσώρευση αποβλήτων, κυκλοφοριακό χάος, ατμοσφαιρική ασφυξία, βιομηχανικός θόρυβος, κεραίες και αφισορρύπανση είναι μερικά από τα σύγχρονα φαινόμενα στις πόλεις μας, που ευθύνονται αποφασιστικά για την πρόκληση και συντήρηση της οπτικής ρύπανσης σε βάρος της αισθητικής και της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

α) Φυσικό περιβάλλον
Η οπτική ρύπανση, μολονότι καθιερώθηκε ως μορφή βλάβης και υποβάθμισης του αστικού χώρου, γνωρίζει ιδιαίτερα σοβαρές εκδηλώσεις και σε επίπεδο φυσικού περιβάλλοντος ως ειδικότερη έκφραση οικολογικής ζημίας κυρίως των δασικών, ορεινών και υδάτινων οικοσυστημάτων.
Στην εποχή μας, η υπεράντληση φυσικών πόρων και η εντατική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών σταδιακά οδηγούν εκτεταμένες περιοχές της φύσης σε μαρασμό και θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρα οικοσυστήματα και πληθυσμούς. Το τοπίο πλήττεται από την ανθρώπινη επενέργεια, το φυσικό κεφάλαιο απομειώνεται, ο τόπος υποβαθμίζεται, εδάφη και νερά απερημώνονται, μολύνονται, καθίστανται ακατάλληλα για τη ζωή που υπηρέτησαν αιώνες τώρα, αλόγιστες επεμβάσεις καταδικάζουν σε αδράνεια και απονέκρωση στοιχεία με ρόλο καθοριστικό και αναντικατάστατο στη λειτουργία του φυσικού περιβάλλοντος και στην αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη ενός ολόκληρου κόσμου που διαβιεί και εξελίσσεται μέσα σε αυτό.
Τέσσερις από τις σημαντικότερες μορφές οπτικής ρύπανσης στη φύση, ως ειδικότερης εκδήλωσης περιβαλλοντικής βλάβης, αποτελούν: α) η καταστροφή των δασικών οικοσυστημάτων κυρίως από τις δασικές πυρκαγιές, β) η θαλάσσια ρύπανση ως συνέπεια ναυτικών ατυχημάτων και οι προσβολές του υδάτινου και παράκτιου χώρου από πρακτικές κερδοσκοπικής εκμετάλλευσής τους, γ) η φθορά του φυσικού περιβάλλοντος συνεπεία εξορυκτικής δραστηριότητας και η συνακόλουθη υποχρέωση αποκατάστασής του μετά το πέρας λειτουργίας της, και δ) οι σύγχρονοι κίνδυνοι αλλοίωσης του τοπίου των ορεινών κυρίως όγκων της χώρας μας από την ανάπτυξη και λειτουργία μεγάλου μεγέθους ενεργειακών μονάδων, όπως οι ανεμογεννήτριες.

β) Αστικό περιβάλλον
Στο αστικό – ανθρωπογενές περιβάλλον επίσης παρατηρούνται ιδιαίτερα σημαντικές εκδηλώσεις οπτικής ρύπανσης. Ο τρόπος που δομούνται οι πόλεις, η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού και οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής, δημιουργούν συχνά πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη οικιστικής αυθαιρεσίας, παθογένειας καθώς και περιβαλλοντικής υποβάθμισης και προσβολής της αισθητικής.
Σημαντικές εστίες οπτικής ρύπανσης στον αστικό χώρο συνιστούν η μείωση και υποβάθμιση των κοινοχρήστων και ελευθέρων χώρων, ιδίως δε των χώρων πρασίνου που αφαιρεί και τις τελευταίες δυνατότητες καθημερινής επαφής του κατοίκου της πόλης με το φυσικό στοιχείο και την απόλαυσή του, η αφισορρύπανση και γενικά ο καταιγισμός διαφημιστικών επιγραφών, πινακίδων και μηνυμάτων ιδίως στα μεγάλα αστικά και εμπορικά κέντρα καθώς και η κυριαρχία πλήθους κεραιών που διευκολύνουν μεν την αμεσότητα της ενημέρωσης και την επικοινωνία, πλην όμως αλλοιώνουν τον αστικό μας χώρο πέρα από τις τυχόν άλλες επιβαρυντικές επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία λόγω της ακτινοβολίας που προκαλείται από τα δημιουργούμενα ηλεκτρομαγνητικά πεδία.
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με πάγια αρχή του δικαίου που διέπει τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό στη Χώρα μας, κατά τον καθορισμό ή την τροποποίηση πολεοδομικών ρυθμίσεων πρέπει να αναζητείται ο πλέον πρόσφορος τρόπος θεραπείας των πολεοδομικών αναγκών, δυνάμει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, συναπτομένων προς τον σεβασμό του περιβάλλοντος, την ασφάλεια, την υγιεινή, την αισθητική και τη λειτουργικότητα των πόλεων και οικισμών.
Μεταβολή του υφισταμένου πολεοδομικού καθεστώτος επιτρέπεται, μόνον εφ’ όσον οι επιβαλλόμενοι νέοι όροι είναι ευμενέστεροι για το περιβάλλον.[4] Ο θεμελιώδης αυτός κανόνας επικράτησε στη θεωρία του πολεοδομικού και χωροταξικού δικαίου υπό τον όρο «πολεοδομικό κεκτημένο», η δε πρώτη νομολογιακή διαμόρφωση και διατύπωσή του συντελέσθηκε με το σκεπτικό της υπ’ αριθ. 10/1988 αποφάσεως της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Εφ’ όσον επομένως σκοπός κάθε θεσπιζομένης πολεοδομικής και χωροταξικής ρύθμισης οφείλει να είναι η εξυπηρέτηση, μεταξύ άλλων, της αισθητικής και της λειτουργικότητας των πόλεων και οικισμών καθώς και η διασφάλιση της ποιότητας ζωής και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων, γίνεται δεκτό ότι οποιαδήποτε παραβίαση των κανόνων που απορρέουν από την υποχρέωση τήρησης της αρχής του πολεοδομικού κεκτημένου, δύναται να προκαλέσει -πέρα από οιαδήποτε άλλη μορφή περιβαλλοντικής βλάβης- και οπτική ρύπανση στον αστικό χώρο, αφού οδηγεί σε υποβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος των πόλεων και των οικισμών και σε συνακόλουθη επιδείνωση των όρων διαβίωσης εντός αυτών.

Αντί Επιλόγου…
Η φύση ανέκαθεν υπήρξε πηγή ζωής, χαράς, δημιουργίας και πλουτισμού για τον άνθρωπο. Στην Ελλάδα η φύση ταυτίστηκε με τη μοίρα του λαού, έγινε πρόθυμη συνοδοιπόρος στους αγώνες του, καταφυγή, έμπνευση, παρηγοριά του… Όπου και αν κοιτάξει κανείς, τοπία σκληρά και ιλιγγιώδη ή πάλι μυστηριακά και τρυφερά, αθόρυβα και ταπεινά, γεννούν τα ίδια τις αξίες και την ομορφιά που, στο διάβα των αιώνων, συνταίριασε μοναδικά και διέσωσε εκείνο που αποκαλούμε «ελληνική ψυχή».
Το τοπίο στην Ελλάδα, είτε το βρίσκεις στις με κόπο λαξεμένες αιμασιές στην πλαγιά ενός νησιού που επικρέμεται στο πέλαγος, είτε στις γρανιτένιες ράχες πάνω στ’ αδιάβατα και αιώνια βουνά, στέκει αδύνατο να το προσπεράσεις χωρίς ν’ αφήσεις κάτι απ’ την καρδιά σου επάνω του… ένα κομμάτι της ολάκερο που θα το ξαναπάρεις πίσω διδαγμένο αλήθειες και ομορφιά!
Το να μιλάμε στην Ελλάδα σήμερα για «οπτική ρύπανση» σηματοδοτεί ένα καίριο πλήγμα σε αυτή την αδιάκοπη σχέση, μια ρήξη που όμοιά της δεν έχει ιστορικά ξανασυντελεσθεί. Αν η θέα ενός τοπίου αποτελεί το αναγκαίο οπτικό ερέθισμα διά του οποίου η φύση γίνεται αντιληπτή και αποκαλύπτεται στον αισθητό κόσμο του ανθρώπου, αν κάθε τοπίο από μόνο του συνιστά το αποτύπωμα της φύσης στην ψυχή μας, τότε αναμφίβολα βρισκόμαστε μπροστά στην τρομακτική διαπίστωση ότι η οπτική ρύπανση του περιβάλλοντος δεν είναι παρά η κατάλυση ετούτου του δεσμού και η επισφράγιση της απώλειας της «οδού» που αδιάκοπα πορευτήκαμε για να βιώσουμε τη φύση, ν’ αντλήσουμε από τις ομορφιές της, να υπάρξουμε με αυτήν με σοφή ισορροπία, να γίνουμε καλύτεροι εμπνεόμενοι από το κάλλος και τους νόμους της.
Η ανθρώπινη θέληση είναι αδάμαστη, ανεξάντλητη και εφευρετική μες στην αγάπη για ζωή και δημιουργία, που έμφυτα μας οδηγεί. Σε τούτο ας προστρέξουμε με την ελπίδα να δούμε τον σύγχρονο άνθρωπο να αντλεί ξανά ευχαρίστηση και δύναμη από την επαφή του με τα τοπία του -φυσικά και αστικά. Να ξαναβρεί τη χαμένη του οδό, να ξαναδέσει δεσμούς ειρηνικούς και αιώνιους με τη φύση που έχασε.
Η ισοπεδωτική απεμπόληση κάθε αγαθού στην αχαλίνωτη κερδοσκοπική άποψη για τη ζωή που επικρατεί στις μέρες μας, ας μη σταθεί εμπόδιο στο δικαίωμα και στον αγώνα του ανθρώπου για μια ζωή εδραιωμένη στην ανάγκη του για δημιουργία και βίωση της ομορφιάς στην καθημερινότητά του, στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, στο περιβάλλον του, στον λειτουργικό του ρόλο στην κοινωνία, στις πολιτικές και στις αποφάσεις του.
Η αισθητική απαξίωση του τοπίου σηματοδοτεί το εσωτερικό κενό του σύγχρονου ανθρώπου, την εσωτερική του σύγχυση που τον ωθεί να ενεργεί αυτοκαταστροφικά. Ωστόσο, με θέληση και αποφασιστικότητα, αφύπνιση και σεβασμό στη φύση, πολιτικές ορθής διαχείρισης, ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, μπορούμε ν’ αποτρέψουμε περαιτέρω προσβολές του ήδη επιβαρυμένου φυσικού περιβάλλοντος και του υποβαθμισμένου αστικού μας χώρου. Πάνω απ’ όλα, ήδη από τη σχολική ηλικία, να εργασθούμε για να έχουμε πολίτες ενεργούς και περιβαλλοντικά υπεύθυνους με γνώση, ευαισθησία και αφοσίωση σε ωραίους σκοπούς. Μπορούμε έτσι να ελπίζουμε πως θα έρθει η ευτυχισμένη στιγμή που ο όρος «οπτική ρύπανση» θα ανήκει σε εποχές για πάντα ξεχασμένες και αλλοτινές.

 

«Φεύγω με μια ματιά…
Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται
Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς…»

Οδυσσέας Ελύτης, «Ήλιος ο πρώτος»

 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
* Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα εργασίας της Σοφίας Παυλάκη, που δημοσιεύτηκε την 23/8/2017 στο ιστολόγιο dasarxeio.com (βλ. https://dasarxeio.com/2017/08/23/47479/).
[1] BerleantArnold, «Η αισθητική του περιβάλλοντος» (επιμ. Γ. Αποστολοπούλου, μτφρ. Μ. Αντωνοπούλου, Ν. Γκόγκας), εκδ. Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, Αθήνα 2004.
[2] Ευπραξία – Αίθρα Μαριά, «Η νομική προστασία του τοπίου στο διεθνές, κοινοτικό και εθνικό Δίκαιο», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2009, σελ. 88 επ.
[3] Οδυσσέας Ελύτης, «Ήλιος ο πρώτος», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1943.
[4] ΣτΕΟλ 123/2007, ΣτΕ 3720/2005, ΣτΕ 384/2002, ΣτΕ 593/2002.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ