Παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Επιδημιολογικά στοιχεία από την Ελλάδα

του Αχιλλέα Παπαδόπουλου, Ειδικού Καρδιολόγου

0
143

Στην ανατολή του 21ου οι θάνατοι από καρδιαγγειακά νοσήματα είναι η πρώτη αιτία θανάτου στον ανεπτυγμένο κόσμο. Στις μέρες μας θεωρείται γνωστό περίπου το 50% της αιτιολογίας της νόσου μεταξύ των πληθυσμών, και αυτό οφείλεται στη γνώση των παραγόντων κινδύνου.
Με τον όρο «παράγων» κινδύνου ορίζεται κάθε χαρακτηριστικό ή γεγονός που συμβαίνει πριν και συνδιακυμαίνεται με τη συχνότητα της νόσου. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει τροποποιημένα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα, η καθιστική ζωή, η διατροφή κ.α. και βιοχημικές παραμέτρους καθώς και μη τροποποιήσιμα χαρακτηριστικά όπως η ηλικία, το φύλο, και το οικογενειακό ιστορικό πρώιμης στεφανιαίας νόσου.
Η μελέτη Framingham Heart Study έδωσε στην επιστημονική κοινότητα τα πρώτα τεκμηριωμένα εργαλεία για την κατανόηση της αιτιολογίας της νόσου, με βάση τις παρατηρήσεις ενός κλειστού πληθυσμού 8000 προσώπων του συγκεκριμένου χωριού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η μελέτη των Επτά Χώρων συμπεριέλαβε 16 υποπληθυσμούς ανδρών, οι οποίοι εξετάσθηκαν κάτω από τις οδηγίες του Ancel Keys και των συνεργατών του. Η πολυετής παρακολούθηση αυτών των προσώπων βοήθησε την επιστημονική ομάδα της μελέτης των Επτά Χωρών να εξαγάγει χρήσιμα συμπεράσματα για τις διαφορές μεταξύ των πληθυσμών τόσο στη συχνότητα της νόσου, όσο και στον κίνδυνο εκδήλωσής της υπό την επίδραση διαφόρων παραγόντων. Πιο πρόσφατα η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας διεξάγει την μεγαλύτερη, σύγχρονη, επιδημιολογική μελέτη στην καρδιολογία, η οποία συμπεριλαμβάνει 38 υποπληθυσμούς από 21 χώρες. Η μελέτη αυτή είναι γνωστή με την ονομασία MONICA WHO project.
Η καρδιαγγειακή νόσος στον ελληνικό πληθυσμό έχει απασχολήσει, κατά καιρούς, αρκετούς ερευνητές. Δεδομένα, όμως, που να αφορούν τους τεκμηριωμένους αλλά και τους αναδυόμενους παράγοντες κινδύνου και τη σχέση τους με την πρώτη εκδήλωση στεφανιαίας νόσου, για ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό, δεν παρουσιάζονται συχνά στη βιβλιογραφία.
Δύο σύγχρονες επιδημιολογικές μελέτες, είναι η CARDIO2000 και η ΑΤΤΙΚΗ. Στις αρχές του 2000 η Πανεπιστημιακή καρδιολογική κλινική της Ιατρικής σχολής Αθηνών διοργάνωσε μια πανελλαδική μελέτη (CARDIO2000) που συμπεριλάμβανε 848 τυχαία επιλεγμένους ασθενείς με πρώτη εκδήλωση στεφανιαίας νόσου (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή ασταθή στηθάγχη) και 1078 εξομοιωμένους κατά φύλο, ηλικία, και γεωγραφική περιοχή, μάρτυρες χωρίς καμία υποψία εκδήλωσης καρδιαγγειακής νόσου στο ιστορικό τους. Η μελέτη αυτή είχε ως στόχο να αποτιμήσει τη σχέση διαφόρων δημογραφικών, ανθρωπομετρικών, ψυχολογικών, διατροφικών αλλά και άλλων καθημερινών συνηθειών που εκφράζονται από το σύγχρονο τρόπο ζωής, καθώς επίσης και των κλασσικών καρδιαγγειακών παραγόντων, με την πιθανότητα εμφάνισης στεφανιαία νόσου. Επιπλέον, δευτερεύον στόχος ήταν η δημιουργία μοντέλου στεφανιαίας νόσου, για τον ελληνικό πληθυσμό. Με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης παρατηρήθηκε ότι η επικρατούσα ηλικιακή κατηγορία για τους άνδρες ασθενείς ήταν τα 50 έως 59 έτη, ενώ για τις γυναίκες ασθενείς τα 60 έως 69 έτη. Η ανάλυση των στοιχείων έδειξε ότι κάπνισμα τουλάχιστον 20 τσιγάρων ημερησίως, για περισσότερο από 5 έτη, τριπλασιάζει τον στεφανιαίο κίνδυνο, ενώ η διακοπή του καπνίσματος δεν φαίνεται να έχει άμεσα αποτελέσματα, αλλά δείχνει να δρα μακροπρόθεσμα. Πιο συγκεκριμένα, στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα παρουσιάζονται μετά τα δύο πρώτα έτη διακοπής του καπνίσματος, ενώ τα πέντε έτη διακοπής βρέθηκε να αποτελούν καθοριστικό χρονικό διάστημα για τη μείωση του κινδύνου, πέραν εκείνου που υπολογίσαμε από την ηλικία, τα επίπεδα λιπιδίων, την αρτηριακή υπέρταση, την έλλειψη φυσικής άσκησης και την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Περαιτέρω διερεύνηση των στοιχείων έδειξε ότι μακροχρόνια έκθεση σε παθητικό κάπνισμα (περισσότερο από 30 λεπτά την ημέρα ) δηλώθηκε από 457( 69%) ασθενείς και 375 (57%) μάρτυρες. Κυριότερες πηγές παθητικού καπνίσματος, τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους μάρτυρες, ήταν το εργασιακό (79%) και το οικογενειακό (54%) περιβάλλον καθώς επίσης και διάφορα δημόσια μέρη, π.χ. εστιατόρια, οργανισμοί κλπ. (72%). Επίσης, το 97% από τις μη καπνίστριες γυναίκες δήλωσαν εκτεθειμένες στον καπνό του καπνιστή συζύγου τους. Η έκθεση σε παθητικό κάπνισμα, σύμφωνα με το πολυπαραγοντικό μοντέλο κινδύνου, βρέθηκε να διπλασιάζει το στεφανιαίο κίνδυνο. Από τη μελέτη φάνηκε επίσης ότι η μεσογειακή διατροφή παίζει καθοριστικό ρόλο στη μείωση του στεφανιαίου κινδύνου ακόμα και με παρουσία άλλων παραγόντων. Για παράδειγμα, κατανάλωση ελαιολάδου στην καθημερινή μαγειρική, φρέσκων ψαριών αντί για κρέας, φρέσκων λαχανικών και φρούτων, χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά γάλακτος και τυριού, και περιορισμένη κατανάλωση αλκοόλ, μειώνει κατά 17% το στεφανιαίο κίνδυνο στους υπερτασικούς, κατά 19% το στεφανιαίο κίνδυνο στους υπερλιπιδαιμικούς και κατά 11% το στεφανιαίο κίνδυνο στους διαβητικούς.
Η δεύτερη άλλη σύγχρονη επιδημιολογική μελέτη (μελέτη ΑΤΤΙΚΗ) διοργανώθηκε από την καρδιολογική κλινική της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Περιελάμβανε 3.042 τυχαία επιλεγμένα πρόσωπα από το λεκανοπέδιο της Αττικής (1.514 άνδρες και 1.528 γυναίκες ) χωρίς καμία υποψία καρδιαγγειακής νόσου στο ιστορικό τους. Η μελέτη είχε ως στόχο την αποτίμηση διαφόρων κλασικών αλλά και αναδυόμενων παραγόντων κινδύνου στη σχέση τους με την καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα. Τα πρώτα στοιχεία της μελέτης έδειξαν ότι 37% των ανδρών και 25 % των γυναικών είχε υπέρταση, 46% των ανδρών και 40% των γυναικών είχε υπερχοληστερολαιμία, 8% των ανδρών και 7% των γυναικών είχε σακχαρώδη διαβήτη. Επίσης 66% των ανδρών και 46% των γυναικών δήλωσαν ενεργοί ή πρώην καπνιστές, ενώ 57% των ανδρών και 59% των γυναικών δήλωσαν ότι δεν γυμνάζονται ούτε μια φορά την εβδομάδα. Τέλος 44% των ανδρών και 25% των γυναικών είχε τουλάχιστον τρεις από τους προαναφερθέντες παράγοντες κινδύνου.
Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η αναγνώριση μετρήσιμων μεγεθών που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή νόσο αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προόδους στην καρδιολογία. Τα μετρήσιμα μεγέθη, οι παράγοντες κινδύνου δηλαδή, είναι σημαντικοί για δύο λόγους : Είναι καθοριστικοί παράγοντες για την εκτίμηση του βαθμού του κινδύνου που διατρέχει ένα πρόσωπο για μελλοντική εμφάνιση στεφανιαίας νόσου και οι παράγοντες αυτοί αποτελούν στόχο θεραπευτικών παρεμβάσεων.
Όπως έχει γίνει αντιληπτό, τα τελευταία χρόνια υπάρχει πλήθος παραγόντων που ΄φιλοδοξούν’ να συμπεριληφθούν στο κατάλογο των παραγόντων κινδύνου. Οι λόγοι για την αναζήτηση και άλλων παραγόντων κινδύνου, αλλά και για την διάδοση της πληροφορίας περί των ήδη γνωστών παραγόντων στους διάφορους πληθυσμούς, είναι ευνόητοι, επειδή αφορούν στην κατανόηση αλλά και καλύτερη πρόληψη της νόσου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here