Πριν από την αναστάσιμη Κυριακή η Κυριακή των Βαΐων, Θείο κι ανθρώπινο νεύμα ελπίδας

0
1856

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Ανάμεσα στην Κυριακή των Βαΐων και την ημέρα της Λαμπρής, (το Πάσχα των Ελλήνων), μεσολαβούν οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, με τη θυσία του Θεανθρώπου που καθαγιάζει κάθε ιδέα μέτρου. Ο ποικιλόμορφος σταυρικός θάνατος, συνοδευόμενος από «τη σύλληψη του Ιησού, τους εμπαιγμούς, τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τις ύβρεις, τους γέλωτες, την πορφυρά χλαίνη, τον κάλαμο, τον σπόγγο, το όξος, τους ήλους, την λόγχη» λήγει με την αποκαθήλωση, τον ενταφιασμό και με το απίστευτο «θάμα στο δράμα τ’ Απριλιού, γιορτή και του Κυρίου», γράφει ο Κωστής Παλαμάς.
Η Κυριακή των Βαΐων λέγεται και Βαϊοφόρος σε ανάμνηση της περίτρανης υποδοχής την οποία επεφύλαξαν οι πιστοί στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό με την είσοδό του εις την Ιερουσαλήμ καθήμενος επί πόλου, ενώ τα βάγια φορέθηκαν, όπου ταίριαζαν. Για το λόγο αυτό, στους ιερούς ναούς, χρόνια τώρα την Κυριακή των Βαΐων οι ιερείς (μετά τη Θεία Λειτουργία) μοίραζαν στο εκκλησίασμα το βάγια. Οι πιστοί, δεμένοι θεληματικά με τα παραδοσιακά στοιχεία που έμαθαν πρακτικά να τιμούν, επιστρέφοντας στο σπίτι στόλιζαν με το κλαράκι αυτό της δάφνης το εικονοστάσι, που αποξηραμένο έμενε εκεί (μέσα στο βαζάκι του) από τον ένα χρόνο ως τον άλλο. Καμιά φορά κατέληγε – θα έλεγε κανείς στολίδι ακέραιο αλλά και ελπιδοφόρο ίαμα σε ώρες που οι νέο μάνες αγελάδες το καταχείμωνο δεν κατέβαζαν το γάλα τους στο άρμεγμα. Τότε η γιαγιά προσηλωμένη στις «εικόνες» της από την πατρίδα, (παιδί κι εκείνη τότε) έβαζε πάνω στο υνί με τα πυρωμένα κάρβουνα τα ξερόφυλλα και όσο εκείνα καιόμενα με το θυμίαμα πάνω τους κάπνιζαν, «θυμιάτιζε» τα μαστάρια του ζώου. Και ώ του θαύματος, γέμιζε η καρδάρα γάλα και η πασίχαρης γιαγιά επέτρεπε τον παππού να την περιπαίζει πεζό-γελώντας την. «Μπράβο, το έκανες και πάλι το θαύμα σου». Κι εκείνη ατάραχη ψιθύριζε στο αυτί εκείνου που βρέθηκε κοντά της «Άστον να λέγει».
Εμείς τα παιδιά, -εγγόνια της από το γιο μερέα- σχολιόπαιδα του Δημοτικού αναμέναμε να κάνει και πάλι το θαύμα της η γιαγιά. Να δέσει σε σπάγκο το κοτσάνι (κουθούρι το λέγαμε) από ξεσποριασμένο καλαμπόκι, για να φτιάξουμε σε αρμάθα τα κουλούρια (κερκέλια το όνομά τους), που επετειακά μόνο την Κυριακή των Βαΐων έμπαιναν στα σπίτια μας. Τα έπλαθαν – έφτιαχναν εθιμοτυπικά οι νοικοκυρές σε κάθε σπίτι το Σάββατο του Λαζάρου και την άλλη μέρα κυριακάτικα και μετά την απόλυση του εκκλησιάσματος βαεύαμε. Βγαίναμε παρέες- παρέες και ψέλνοντας μπροστά στις εξώπορτες των σπιτιών, υπενθυμίζαμε στους οικοδεσπότες την παρένθεση χαράς στη διάρκεια της Μεγαλό- τεσσαρακοστής και λίγο πριν αρχίσει η Μεγάλη Εβδομάδα, ή άλλως η Εβδομάδα των Παθών. Το ολιγόστιχο άσμα μας ήταν και είναι γνωστό ως σήμερα, αν και οι μικρό-παρέες είναι πλέον ανύπαρκτες και βάευμα δεν γίνεται πλέον:

Βάγιω, βάγιω το βαγιώ.
Τρώμε ψάρια και κολιό.
Και την άλλη Κυριακή
τρώμε κόκκινο αυγό.

Τη νύχτα ψόφιοι από κούραση προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε. Όμως ο παππούς δεν μας άφηνε. Έλεγε κι έλεγε ως πιστός στην υπόδειξη την παραμονή του γάμου του, πως δεν πρέπει να αφήσει την όποια παρεξήγηση να ξημερώσει μαζί τους, στο φως της άλλης μέρας. Εξάλλου οι Θεία κοινωνία τους τριβέλιζε το μυαλό να αφήσουν την αγάπη αρχόντισσα και κυρά να διαφεντεύει τη ζωή τους Μεγαλοβδομαδιάτικα. Η γιαγιά μας που οι ανάσες μας δεν τις θύμιζαν παιδιά που να έχουν παραδοθεί στον ύπνο, του είπε στοχαστικά.
– Ξέρεις, το πρωί στην εκκλησία στο Ευαγγέλιο της ημέρας, άκουσα τη φράση «εμνήσθην ημερών αρχαίων» δεν την πολύ κατάλαβα. Αύριο το πρωί στήσε αυτί κι αν την ακούσεις και την καταλάβεις, θέλω σε παρακαλώ να μου την ερμηνεύεις.
– Γυναίκα στα Ευαγγέλιά μας σπάνια επαναλαμβάνονται νοήματα και φράσεις. Εκτός από τη λέξη αγάπη. Αυτή ακούγεται και θα ακουστεί κάθε μέρα και πιο πολύ. Είναι γιατί αυτή μας χάρισε και θα μας χαρίσει Θείο πνεύμα πίστης και ελπίδας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here