Πρόσφυγες και βιοπαλαιστές στη μεσοπολεμική και μετεμφυλιακή Δράμα

0
1725
Καππαδόκισσες από το Τένεϊ (περιφέρεια Νίγδης) πωλούν σπόρους στην Πλατεία της Δράμας (1952). Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών

Αφιέρωμα των «Χ» στην Εκατονταετηρίδα 1922-2022, κάθε Δευτέρα


 

Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

 

Οι βασικές βιοποριστικές δυνατότητες στην πόλη της Δράμας για τους πρόσφυγες του ’22 ήταν η εργασία στα καπνομάγαζα και το εμπόριο. Όσοι διέθεταν κάποιο κεφάλαιο άνοιγαν μαγαζιά. Το 1937 τα περισσότερα καταστήματα της πόλης ανήκαν στους πρόσφυγες. Ωστόσο πολλοί από τους μη έχοντες υποχρεώθηκαν να στραφούν στο υπαίθριο μικρεμπόριο, με αποτέλεσμα να αυξηθούν δραματικά οι υπαίθριοι μικροπωλητές. Προπάντων τη δεκαετία του 1930, που άρχισε η κρίση στις εξαγωγές καπνού, ένα μέρος του πληθυσμού, και ειδικά οι πολυάριθμες απορφανισμένες προσφυγικές οικογένειες, δοκιμάστηκε από ακραία ένδεια, ακόμα και πείνα. Tα συσσίτια που άρχισαν στην πόλη το 1932 −και συνεχίστηκαν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930− απέτρεψαν τα χειρότερα.
Ακόμα πιο μεγάλη ένδεια ταλάνισε τους Δραμινούς της πόλης και της υπαίθρου τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Η βία του Εμφυλίου εξώθησε πολλούς προσφυγικούς πληθυσμούς, ειδικά των παραμεθόριων χωριών, σε έναν δεύτερο ξεριζωμό καταφυγής στη Δράμα και σε άλλα αστικά κέντρα, σε μια δεύτερη προσφυγιά. Εύλογα εντάθηκε, γι’ αυτούς προπάντων τους πληθυσμούς, το πρόβλημα του βιοπορισμού και αναζήτησαν διέξοδο σε δουλειές του ποδαριού, σ’ έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης.

 

Ο Μικρασιάτης «Μανώλης», υπαίθριος μικροπωλητής, που πουλούσε στο στέκι του στην Πλατεία, για χρόνια, μέχρι τη δεκαετία του ’50, μπαχαρικά, μυρωδικά σπόρους και… βδέλλες, οι οποίες παρέμεναν για πολλούς ένα εύχρηστο μέσο αφαίμαξης και αντιμετώπισης ασθενειών.
Συλλογή Φώτη Μπέγγα

 

Ο Αδριανουπολίτης Γιώργος Φακής, ο «μπουγάτσατζης», τη δεκαετία του ’50, στο σταθερό, υπαίθριο στέκι του, επί της Εθνικής Αμύνης. Στο βαρύ και ογκώδες μεταλλικό σκεύος διακρίνεται η ενσωματωμένη ευρύχωρη μεταλλική βάση, αεριζόμενη με οπές, όπου έβαζε αναμμένα κάρβουνα, για να κρατά ζεστές τις τυρόπιτες και μπουγάτσες που πουλούσε. Οι πρόσφυγες διέδωσαν στην Ελλάδα –με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη και τις Σέρρες– την μπουγάτσα και το πεϊνιρλί, άγνωστα ως τότε στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας.
Συλλογή Φώτη Μπέγγα

 

Ο Νίκος Τσουλόγλου, ο «Σωλήνας», με καταγωγή από την Κιουτάχεια, υπαίθριος φωτογράφος για 60 χρόνια (φτάνοντας τη δεκαετία του ’90 ως τα βαθιά γεράματα), στον Δημοτικό Κήπο της Δράμας. Στην οπίσθια όψη της φωτογραφίας διαβάζουμε: «1950. Σκεπτικός, περιμένεις κάποιον να περάσει να του πείτε: Ορίστε περάστε, θέλετε φωτογραφία για ταυτότητα; Αναμνηστική;»
Συλλογή Νίκου Τσουλόγλου

 

Ο μικρός βιοπαλαιστής Γρηγόρης Χατζηνάκος, με καταγωγή από την Αδριανούπολη, κατά την εκφόρτωση καρπουζιών, στη Δημοτική Αγορά (τέλη της δεκαετίας του ’40).
Συλλογή Φώτη Μπέγγα

 

Το «Μποντοσάκι», όπως τον αποκαλούσαν, γιος του Μικρασιάτη Μποντόση (Πρόδρομου), στον Δημοτικό Κήπο, στον σκληρό αγώνα της βιοπάλης (τέλη της δεκαετίας ’40).
Συλλογή Φώτη Μπέγγα

 


(Μέρος από το υλικό αυτού του άρθρου βασίζεται στο ιστορικό-φωτογραφικό λεύκωμα: Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης, Η Δράμα των προσφύγων. Αφιέρωμα μνήμης, Δράμα 2019. Το αφιέρωμα αυτό στην «Εκατονταετηρίδα» γίνεται σε συνεργασία με την ιστοσελίδα Πύλη της Δράμας ή pylidramas.gr, με παράλληλη δημοσίευση).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ