«Στις πορείες θανάτου από τους εννιά επέζησα μόνο εγώ…» (Β’ μέρος)

ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ - Με αφορμή το ξερίζωμα από τη γη του Πόντου

0
601
Πόντιοι στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) ή «τάγματα θανάτου».

Επιμέλεια: Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

(Ακολουθεί το δεύτερο μέρος από την απομαγνητοφωνημένη μαρτυρία του Χαράλαμπου Ιορδανίδη)

Οι διαδοχικές αποδράσεις της σωτηρίας
Είχα ένα φίλο από το Αλτσάμ με τον οποίο κοιμόμασταν μαζί στους στρατώνες. Αποφασίσαμε να φύγουμε. Έτσι καταστρώσαμε ένα σχέδιο να το σκάσουμε. Οι φρουροί είχαν πάει στη Σεβάστεια, γιατί είχε Μπαϊράμι, γύρισαν και συνέχισαν να γλεντάνε και την επόμενη μέρα. Το θεωρήσαμε καλή ευκαιρία για να το σκάσουμε. Τη νύχτα φύγαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε στα σκοτάδια. Κάποια στιγμή φτάσαμε στα πρώτα σπίτια της Σεβάστειας. Εκεί έμεναν πρόσφυγες από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν κυρίως Έλληνες εξόριστοι που είχαν δημιουργήσει συνοικισμό. Οι Τούρκοι δεν τους είχαν πειράξει, γιατί τους άντρες τούς είχαν πάρει στον τουρκικό στρατό και άλλους τους είχαν στα Τάγματα Εργασίας. Στο πρώτο σπίτι που μπήκαμε, είχαν μαγειρέψει σαρμαδάκια. Δε θα ξεχάσω πώς τα καταβρόχθισα.

Πόντιοι στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) ή «τάγματα θανάτου».

Το πρωί, για κακή μας τύχη μάς πήρε μυρωδιά ένας Τούρκος ζωέμπορος. Μας άρπαξε και μας πήρε μαζί του με το ζόρι. Μας έβαλε να καθαρίζουμε τους στάβλους και να ποτίζουμε τα ζώα του. Κάθε πρωί, ενώ αυτός έφευγε με κάποια ζώα για το παζάρι, εμείς πηγαίναμε τα υπόλοιπα στο ποτάμι. Το βράδυ μας έφερνε φαΐ και ψωμί. Εκεί καθίσαμε καμιά δεκαριά μέρες. Τότε είπα στο φίλο μου, «Αυτό δεν είναι δουλειά για εμάς, να κοιμόμαστε με τα βόδια και τα γαϊδούρια. Εδώ (στη Σεβάστεια) λένε οι Έλληνες πως οι Αμερικανοί και ο Ερυθρός Σταυρός, έχουν ορφανοτροφείο όπου μαζεύουν τα παιδιά και γράμματα μαθαίνουν και μορφώνονται και όλα. Να πάμε εκεί». Αυτός απόρησε, πώς να φύγουμε, αφού ο Τούρκος μας κλείδωνε μέσα το βράδυ. Του είπα να φύγουμε από την τρύπα που ρίχνουμε την κοπριά. Έτσι κάναμε ένα βράδυ και φύγαμε. Το σκάσαμε σιγά σιγά από την τρύπα, πήραμε το δρόμο για την πόλη και προχωρήσαμε μέσα, στα πρώτα σπίτια. Δεν ξέραμε πού πηγαίναμε, μεγάλη πόλη η Σεβάστεια. Καθίσαμε με την κοπριά στο σώμα μας σε κάτι πάγκους. Είχαμε μαζί μας μια κουρελού, τη ρίξαμε πάνω μας και αποφασίσαμε να ξενυχτήσουμε εκεί. Εκεί από πάνω μας ήταν ένα φανάρι. Κάποια στιγμή πέρασε ένας Τούρκος. Ωραίος κύριος, 30-35 χρονών. Μας κοίταξε και μας ρώτησε αν είμαστε Έλληνες. Εμείς αρνηθήκαμε, αλλά αυτός γέλασε. Μας έδωσε 20 γρόσια, πολλά λεφτά, και μας είπε ότι απέναντι έχει φούρνο και το πρωί θα βγάλει πίτες και να πάμε να φάμε και στη συνέχεια να πάρουμε το δρόμο ίσια πάνω για το ορφανοτροφείο και αν δεν μας βάλουν μέσα να πηδήξουμε από τον τοίχο και να γλιτώσουμε. Παντού υπάρχουν καλοί άνθρωποι.
Ξημέρωσε και πήγαμε στο φούρνο που είχε φρέσκες λαγάνες και πίτες. Φάγαμε και πήραμε το δρόμο που μας είπε εκείνος. Πηγαίνοντας από εκεί όμως, πέσαμε στην αστυνομία. Μας θεώρησαν ύποπτους, μας πιάνουν και μαζί με άλλα δυο παιδιά που είχαν συλλάβει μας κινούν για τους στρατώνες. Ήταν δύο αστυνομικοί και τέσσερις εμείς. Εγώ σκεφτόμουνα πώς θα μπορέσω να ξεφύγω. Στο δρόμο εμείς πηγαίναμε μπροστά και οι αστυνομικοί ακολουθούσαν. Κατά την διαδρομή οι αστυνομικοί γελούσαν και μιλούσαν μεταξύ τους. Δεν είπα κάτι στο φίλο μου, μήπως δειλιάσει και δεν με ακολουθήσει και καρφωθούμε. Όπως πηγαίναμε σε ένα στενό, είχε ένα ρυάκι. Εκεί το έσκασα. Τα παιδιά φώναζαν πως το έσκασα, αλλά οι αστυνομικοί δεν έδωσαν σημασία. Έτρεχα μ’ όση δύναμη είχα, χωρίς να ξέρω πού πήγαινα, με την ελπίδα ότι θα βρω το ορφανοτροφείο. Τελικά αντί για το ορφανοτροφείο έπεσα πάνω στο άσυλο όπου είχε καταφύγει και η θεία μου η Σόνια.

Από το άσυλο στα ορφανοτροφεία
Το άσυλο ήταν παλιά μοναστήρι. Εκεί διευθύντρια ήταν μια Μαρία Αμπατζόγλου, από την Μπάφρα. Αυτή το διηύθυνε με εντολή του Ερυθρού Σταυρού. Δεν μου επέτρεπαν όμως να μπω, γιατί ήταν γυναικείο ίδρυμα γι’ αυτό και κάθισα έξω από την είσοδο. Εν τω μεταξύ, ήρθαν και οι άλλοι οι οποίοι το είχαν σκάσει και είχαν έρθει μαζί μου. Εκεί που καθόμασταν έξω από το άσυλο, έτυχε να με γνωρίσει μια γυναίκα από το χωριό μας, ο γιος της ζει σήμερα στα Κουδούνια. Αυτή κάτι πρέπει να είπε στην Αμπατζόγλου, ώστε να με βάλει μέσα. Αυτή ήταν που με ενημέρωσε ότι η θεία Σόνια πέθανε.
Αφού τελικά με έβαλαν μέσα στο ίδρυμα, με έκαναν μπάνιο, με έντυσαν με κάτι μακριά ρούχα σαν νυχτικά και με πήγαν στο κρεβάτι. Κοιμήθηκα και δεν με ξύπνησαν, κοιμόμουν για δύο μέρες και δύο νύχτες. Στο ίδρυμα έμεινα τρεις μέρες. Εν τω μεταξύ η Αμπατζόγλου, επειδή δεν μπορούσε να μας κρατήσει άλλο, άρχισε να σκέφτεται με ποιον τρόπο θα καταφέρει να μας στείλει με ασφάλεια στο ορφανοτροφείο. Γι’ αυτό ειδοποίησε το Διευθυντή του ορφανοτροφείου, ώστε να έρθει να μας πάρει εκεί.
Το επόμενο πρωί έστειλαν δύο παιδιά ντυμένα με χακί, όπως ήταν οι Γερμανοί, τα οποία έφεραν και ρούχα για εμάς. Ντυθήκαμε και εμείς στα χακί και πήγαμε στο ορφανοτροφείο. Όταν φθάσαμε στο ορφανοτροφείο, μας εξέτασαν γιατροί. Είδαν το πόδι μου και με έτρεξαν αμέσως και με ξάπλωσαν σ’ ένα μεγάλο πάγκο. Εκεί μου κάνανε εγχείρηση. Το πόδι είχε πρηστεί και το δάχτυλο το μικρό είχε σαπίσει από το κρύο και την ταλαιπωρία. Μου το έκοψαν και έκατσα εκεί μέχρι να γίνω καλά. Μετά μας πήγαν προς τα επάνω, έξω από τη Σεβάστεια, εκεί που έχει τα νερά και το μοναστήρι το οποίο ήταν και ορφανοτροφείο, πολύ ωραίο μέρος. Μοναστήρι αρμένικο ήταν, ορθόδοξο. Όλες οι ψαλμωδίες εκεί ήταν στα Ελληνικά, καθώς ο Διευθυντής και όλοι εκείνοι ήταν Έλληνες. Ήξεραν όλοι αγγλικά.

Εκεί η Διευθύντρια του ορφανοτροφείου ήταν μια Αμερικανίδα, ήταν είκοσι πέντε χρονών, πολύ νέα. Με το άλογο ερχόταν από κάτω, με το άλογο έφευγε. Αμαζόνα. Μια μέρα ήρθε πρωί, μόλις που είχαν ξυπνήσει όλα τα παιδιά, Αρμένιοι και Έλληνες ήμασταν όλοι μαζί. Ήρθε λοιπόν και κάθισε στις βρύσες, ήταν καμιά δεκαριά βρύσες που έτρεχαν, έτσι μας παρακολουθούσε που πλενόμασταν. Είπε να πάμε μέσα και να βγάλουμε τις φανέλες, να τα βγάλουμε όλα και να βγούμε γυμνοί στο κρύο. Αφού έδωσε διαταγή, έτσι έπρεπε να γίνει. Πήρε το σαπούνι και μας είπε «θα σαπουνιστείτε παντού». Διαταγή ανωτέρα. Έτσι κάθε πρωί ερχότανε και πλενόμασταν. Ύστερα από λίγο καιρό το συνηθίσαμε και δεν δίναμε σημασία στο κρύο. Επίσης, η Αμερικανίδα έφερνε με άμαξες καρότα, πολλά καρότα και φασόλια και λαχανικά και κρέας, από όλα τα καλά είχε. Χορταίναμε, κάναμε γυμναστική και μαθαίναμε αγγλικά. Είχαμε και δασκάλους για αγγλικά. Ως την ανταλλαγή παραμείναμε εκεί. Στην ανταλλαγή μέσα στο ορφανοτροφείο ήμουν.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη βραδιά όταν έπεσε η Σμύρνη. Μετά από αυτό κλειστήκαμε μέσα και εμείς. Μετά την πτώση της Σμύρνης, οι Τούρκοι γλεντούσαν. Βγήκαν στους δρόμους με λαμπαδηφορίες, μουσικές και τραγούδια. Πανηγύριζαν τη νίκη τους. Εμείς κλεισμένοι μέσα τους ακούγαμε, δεν βγάζαμε τσιμουδιά. Το ορφανοτροφείο ήταν στις άκρες της Σεβάστειας. Οι δάσκαλοι ήταν Έλληνες και μας έλεγαν ότι έγινε ανακωχή. Μάθαμε όμως από τους δασκάλους μας ότι ο ελληνικός στρατός οπισθοχώρησε και ότι η Σμύρνη είναι στα χέρια των Τούρκων. Μετά από αυτό ο φόβος μας μεγάλωσε. Και οι Τούρκοι διαρκώς πανηγύριζαν.

Στην ασφάλεια του Ερυθρού Σταυρού
Δεν πέρασε πολύς καιρός και μας είπαν ένα πρωί να ετοιμαστούμε. Θα φεύγαμε για τη Σαμψούντα. Υπεγράφη ανακωχή μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας και θα γινόταν ανταλλαγή πληθυσμών. Εμείς ήμασταν τότε στο μοναστήρι της Σεβάστειας, το αρμένικο, μας συγκέντρωσαν όλους εκεί. Μετά από δέκα, δεκαπέντε ημέρες μας σήκωσαν ένα πρωί, ετοιμαστήκαμε, πήραμε τη σακίδια μας και τα ρούχα μας. Ήρθαν οι άμαξες και δέκα δέκα παιδιά σε κάθε άμαξα φύγαμε για τη Σαμψούντα, με τελικό προορισμό να έρθουμε στην Ελλάδα. Στην επιστροφή, περάσαμε ακριβώς από εκείνα τα μέρη που είχαμε περάσει κατά την εξορία, αλλά με διαφορετικές συνθήκες. Ένα βράδυ μόνο μείναμε στην Κάβζα. Έχουν ιαματικά λουτρά στην Κάβζα και εκεί υπάρχουν πολλοί ξενώνες, εκεί μας κρατούσαν. Κοιμηθήκαμε εκεί και το πρωί ξυπνήσαμε χαράματα. Γύρω στις πέντε με έξι το απόγευμα φτάσαμε στη Σαμψούντα. Στη Σαμψούντα μας πήγαν στο ορφανοτροφείο του Πολυχρονιάδη, ένα μεγάλο μέγαρο, το οποίο το είχε τώρα ο Ερυθρός Σταυρός. Εκεί πήγαιναν όλα τα ορφανά παιδιά, Αρμένιοι και Έλληνες, από τα βάθη της Τουρκίας. Στην Σαμψούντα καθίσαμε για δεκαπέντε ημέρες, ώσπου να έρθει το πλοίο και να τακτοποιηθούμε. Ήμασταν υπό την προστασία του Ερυθρού Σταυρού. Ένα πρωί ζήτησα εγώ από το Διευθυντή να δω τη θεία μου τη Δέσποινα, που είχε έρθει στην πόρτα. Η θεία μου, η Δέσποινα, μου είπε ότι ο πατέρας μου ήταν στη φυλακή στη Σαμψούντα. Κατέβηκαν να έρθουν εδώ, αλλά επειδή στο βουνό ήταν αντάρτες, έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα. Αν δεν είχαν να παραδώσουν όπλα, έπρεπε να δώσουν 50 λίρες. ΄Ετσι μου είπε η θεία μου. Εγώ ζήτησα από το Διευθυντή μας αν είναι δυνατόν, να πάω να δω τον πατέρα πριν φύγουμε. Αυτός πήρε τηλέφωνο το Διοικητή της αστυνομίας. Και σε λίγο ήρθαν δυο Τούρκοι αστυνομικοί και με πήραν. Με πήγαν στον πατέρα. Ανταμώσαμε με τον πατέρα, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, μιλήσαμε κάμποση ώρα, , αποχαιρετιστήκαμε. Ο πατέρας μού είπε «Καλή αντάμωση στην Ελλάδα», γιατί εμείς θα φεύγαμε μετά από δύο ημέρες.

Άφιξη εξαθλιωμένων προσφύγων, Μικρασιατών και Ποντίων στο λιμάνι του Πειραιά

Στην Ελλάδα και παρ’ ολίγον στην Αμερική
Μετά από δύο ημέρες ήρθε πράγματι το πλοίο στο λιμάνι. Η Σαμψούντα δεν έχει αποβάθρα στο λιμάνι και για αυτό μπήκαμε στις βάρκες και μας πήγαν στο πλοίο. Κατά το βραδάκι ξεκινήσαμε για Ελλάδα. Περάσαμε τον Ελλήσποντο, το Βόσπορο και φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί σταμάτησε το πλοίο μας για μια ημέρα και την επομένη ξυπνήσαμε στην Ελλάδα. Μια μέρα και μια νύχτα κάναμε. Στην Ελλάδα μας πήγαν στον Πειραιά. Κοιμηθήκαμε και όταν ξυπνήσαμε είδαμε την Ελλάδα, ήμασταν πλέον ελεύθεροι!
Από εκεί και πέρα μας πήγανε στο Λουτράκι. Στο Λουτράκι υπήρχαν ξενοδοχεία στην παραλία τα οποία νοίκιαζε ο Ερυθρός Σταυρός. Εκεί ήταν όλα έτοιμα, τα κρεβάτια, τα σεντόνια, τα στρώματα και η ζωή εξακολουθούσε να γίνεται όπως και στην Σεβάστεια. Πηγαίναμε σχολείο, ελληνικά, αγγλικά και το πρωί γυμναστική. Μείναμε εκεί πέρα κάμποσες μέρες. Μας προετοίμαζαν για υιοθεσία στην Αμερική. Μας είχαν ντύσει ναυτάκια, μας δίνανε και σοκολάτες.
Εκεί έμαθα πως ο πατέρας ήρθε στην Ελλάδα. Μου το είπαν κάποιοι γνωστοί που είχαν έρθει να δουν κάποια δικά τους παιδιά. Μου είπαν πως, όταν τον δούνε, θα του πούνε πως είμαι εδώ. Και πράγματι, μετά από λίγες μέρες ήρθε ο πατέρας μου και με βρήκε. Αλλά ήταν αδύνατο να με πάρει από κει πέρα. Ήθελε διαδικασίες, ώστε να αποδειχθεί ότι όντως ήμουν δικό του παιδί. Έτσι αποφάσισε να με πάρει στα κρυφά. Και όντως, ένα βράδυ με πήρε και φύγαμε στα κρυφά. Πήγαμε στον ισθμό της Κορίνθου. Μείναμε ένα βράδυ εκεί, μας φιλοξένησαν. Ήταν στο σπίτι μιας φτωχής γυναίκας. Το πρωί πήγαμε στα υψώματα πάνω από τον ισθμό από όπου περνούσε το τρένο και τελικά καταλήξαμε στον Πειραιά. Εκεί μας περίμενε η θεία μου η Δέσποινα. Τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα πρόσφυγες, πολύς κόσμος, σε άθλια κατάσταση. Κοιμότανε στο πεζοδρόμιο, όπου έστρωναν στρώματα και κουρελούδες.
Μια μέρα ο πατέρας μου και η θεία μου αποφάσισαν να φύγουμε για τη Δράμα. Το αποφάσισαν, γιατί πολλοί συμπατριώτες μας είχαν έρθει εδώ. Έτσι ένα πρωί μπήκαμε στο τρένο και πήγαμε στη Δράμα για να μείνουμε οριστικά. Μας τοποθέτησαν σε μια καπναποθήκη κοντά στο Σταθμό και μείναμε εκεί για κάμποσες ημέρες, μέχρι που μας εγκατέστησαν σε κάποια σπίτια. Δεν πέρασε ούτε ένας μήνας και τελικά μας τακτοποίησαν στα τούρκικα σπίτια. Συγκατοικούσαμε με τους Τούρκους, που μας έδωσαν ένα δωμάτιο. Όμως μετά από δύο τρεις μήνες λόγω της ανταλλαγής οι Τούρκοι έφυγαν και τα σπίτια έμειναν σε μας. Μείναμε στη γειτονιά Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Μόνο εγώ, ο πατέρας μου και η θεία Δέσποινα ήρθαμε στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου ασχολούνταν και εδώ με τον καπνό.
Μιλούσαμε ανάμεικτα ποντιακά και ελληνικά και τα παιδιά στην αρχή μάς κορόιδευαν. Σιγά σιγά προσαρμοστήκαμε και συνεχίσαμε τη ζωή μας. Αυτά που ζήσαμε εμείς να μην τα ζήσει άνθρωπος πάνω στη γη …»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ
Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!