Συνοικισμός «Περιθάλψεως»: Κι όμως εδώ ρίζωσαν άνθρωποι…

0
1041
Η οδός Ιωάννη Τσιμισκή του συνοικισμού Περίθαλψη, πριν ασφαλτοστρωθεί,στη δεκαετία του ’50, με τα χαρακτηριστικά προσφυγικά σπίτια όπως είχαν κτιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’20. (Αρχείο Νίκου Κωνσταντινίδη)

Αφιέρωμα των «Χ» στην Εκατονταετηρίδα 1922-2022, κάθε Δευτέρα


 

του Δημήτρη Ι. Σφακιανάκη

 

Φθινόπωρο 1922. Οι Δραμινοί βιώνουν απροσδόκητα ένα σοκ διαρκείας: Βλέπουν να καταφτάνουν καθημερινά από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό και από την Καβάλα, με κάρα κυρίως, διαδοχικά κύματα προσφύγων. Στον Σιδηροδρομικό Σταθμό, στην οδό Εθνικής Αμύνης, στον Εθνικό Κήπο (τον σημερινό Δημοτικό Κήπο) στην Πλατεία Ελευθερίας, αμέτρητοι άνθρωποι στοιβάζονταν “σαρδεληδόν” − όπως έγραφαν τότε οι δραμινές εφημερίδες. Η Δράμα των δεκαπέντε χιλιάδων κατοίκων διογκώνεται μέσα σε μερικούς μήνες με υπερδιπλάσιο αριθμό προσφύγων.
Η επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα προχώρησε ήδη από τον Οκτώβρη του 1922 στο μέτρο της επίταξης. Στη Δράμα επιτάχθηκαν δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, σχολεία, αποθήκες, λέσχες, τζαμιά, ξενοδοχεία, ιδιωτικές οικίες. Έτσι, οι τοπικές αρχές κατάφεραν να στεγάσουν όπως όπως τα πρώτα προσφυγικά κύματα. Οι προσφυγικές ροές ωστόσο δεν σταμάτησαν. Συνεχίστηκαν αμείωτες όλο το 1923 και 1924 και εν μέρειτο1925. Η πόλη είχε πια εξαντλήσει τις δυνατότητες στέγασης.
Μέσα από την πίεση αυτών των έκτακτων συνθηκών είχε συσταθεί τον Νοέμβριο του 1922 το «Ταμείον Περιθάλψεως Προσφύγων», που ανέλαβε να κατασκευάσει πρόχειρα οικήματα για την άμεση στέγαση των προσφύγων. Χωρίς ωστόσο επαρκή κονδύλια. Και χωρίς μακροπρόθεσμο προγραμματισμό. Στη Δράμα προχώρησε με συνοπτικές διαδικασίες στην οικοδόμηση του πρώτουσυνοικισμού, που είναι γνωστός σήμερα ως “Περίθαλψη”. Οι εργασίες άρχισαν τον Οκτώβρη του 1924. Τον επόμενο χρόνο περατώθηκαν με παράδοση 300 οικιών ημιτελών, στις οποίες έσπευσαν να εγκατασταθούν οι δικαιούχοι. Ήταν κυρίως Πόντιοι και Μικρασιάτες. Απομεινάρια του οικισμού διατηρούνται μέχρι σήμερα. Εκτείνεται πίσω από το Μητροπολιτικό Μέγαρο ως στον κεντρικό δρόμο,(οδός Ιουστινιανού) στο ύψος του Γυμνασίου Αρρένων. Πρόκειται για τα μισογκρεμισμένα σπιτάκια που συναντάμε από τη νότια πλευρά του κεντρικού δρόμου. Σπίτια μονώροφα, δίχωρα, στοιβαγμένα σε έναν περιορισμένο χώρο. Κάποια επιβιώνουν, θλιβερά απομεινάρια μιας άλλης εποχής. Κτίστηκαν χωρίς καμιά υποδομή. Ούτε αποχέτευση ούτε ύδρευση. Και χωρίς δημόσιους χώρους. Σε αυτόν τον συνοικισμό βρήκαν την πολυπόθητη στέγη 350 οικογένειες που θεωρήθηκαν τότε προνομιούχες.
Ωστόσο, από άποψη κατασκευής τα σπίτια αυτά ήταν ένα ναυάγιο. ‘Όπως αναφέρει ο σύλλογος του συνοικισμού σε σχετική επιστολή διαμαρτυρίας, τρία μόλις χρόνια μετά, το 1928, “…τα οικήματα αυτά εκτός του ότι παρεδόθησαν ημιτελή και με εκδήλους ελλείψεις, ευρίσκονται σήμερον εις τοιαύτην ελεεινήν και τρισαθλίαν κατάστασιν από απόψεως οικοδομικής τέχνης και στερεότητος, ότι μόλις και δια της βίας συγκρατούνται από την τελείαν κατάρρευσίν των” (Θάρρος, 7-2-1928).
Και όμως στις άθλιες εκείνες κατασκευές οι πρόσφυγες, με αυτοσχέδιες επισκευές και προσθήκες, κατάφεραν να στεγάσουν τη ζωή τους. Και να ριζώσουν στη νέα πατρίδα, έστω με στερήσεις και δοκιμασίες − αδιανόητες σήμερα για τους νεότερους. Μας τις σκιαγραφεί αφοπλιστικά ένας κάτοικος της Περίθαλψης, πρόσφυγας δεύτερης γενιάς, από το Παντείχι της Κωνσταντινούπολης, που μας άφησε λίγα χρόνια πριν.

 

Συλλογή Αθανασίου Κάζη

 

Προσφυγικός Σταθμός Περιθάλψεως Δράμας
(δοξαστικό στους άδοξους)

[…] Η ελονοσία θέριζε, ο πυρετός μαδούσε τους ανθρώπους και ακολουθούσε το χτικιό σαρωτικό, η “φθίση” που την έλεγαν. Πλούσιες αρρώστιες. Ήθελαν να ’χεις λεφτά. Ήθελαν βουνίσιο κλίμα, ήθελαν “αλλαγή”. Πού να τα ’βρισκε κανείς τα λεφτά; Συλλογίζεται κάποιος τώρα που πέρασαν τα μίζερα χρόνια, τι τράβηξε ο κοσμάκης…[…]
Έβγαιναν οι γυναίκες το πρωί να πάρουν νερό. Οι βρύσες δυο τρεις σε όλη την “Περίθαλψη” –φιλανθρωπίας χάριν– ήταν κοινόχρηστες. Με τους τενεκέδες του πετρελαίου ή του τελεμέ κουβαλούσαν το νερό στα σπίτια τους για τη λάτρα. Να πλύνουν με σαπούνι τα μαγειρικά σκεύη, με το σταχτόνερο τα ρούχα, που τους άνοιγε τα χέρια, ή στη σκάφη κάθε Σάββατο να λούσουν τα παιδιά τους για να φορέσουν την Κυριακή τα καλά τους και να βγουν στη γειτονιά ντυμένα όμορφα,
Εκεί στις βρύσες συχνά λύνονταν και οι διαφορές τους. Οι φιλονικίες άρχιζαν από την παραβίαση της ουράς, από το “Ήρθες μετά και να πας πίσω”. Η διαφορά έφτανε όχι λίγες φορές στο σκληρό βρίσιμο κι ως το μαλλιοτράβηγμα.[…]
Ακόμα οι πλημμύρες του καλοκαιριού που ξεσπούσαν τότε αιφνίδια και κατέβαζαν πλήθος το νερό στις κατάσπαρτες φλέβες των ρυακιών και στους ανοιχτούς ντερέδες της “Περίθαλψης” και έμπαιναν στα σπίτια τα λασπόνερα και ακουγόταν η κραυγή: βοήθεια!… Έτρεχαν όλοι, μικροί μεγάλοι, ρίχνοντας πάνω τους ένα τσουβάλι, να παλέψουν με το τέρας της βροχής, να σώσουν τους γείτονες, να σηκώσουν τα πράγματά τους ψηλά στα κρεβάτια και στα τραπέζια, να μην βραχούν και καταστραφούν τα λιγοστά εκείνα που μπόρεσαν να φέρουν από τη μακρινή πατρίδα. Η φιλονικία στη βρύση, τα προσβλητικά λόγια ξεχνιόντουσαν, πρώτευε η σωτηρία.[…]
Έτσι προχώρησαν τα χρόνια. Μεγάλωσαν τα παιδιά των προσφύγων. Πήγαιναν στο σχολειό κρεμώντας στους αδύνατους ώμους τις αυτοσχέδιες τσάντες, που τις έραβε στη ραπτομηχανή το χέρι της μητέρας. Μεγάλωσαν και τα δέντρα που φύτεψαν μπρος στις πόρτες τους για να κάνουν ίσκιο το καλοκαίρι για να ’ρθούν τα πουλιά να λαλήσουν την άνοιξη. Ρίζωσε η ζωή… […]

Νίκος Κωνσταντινίδης
Πρωινός Τύπος [Δράμα], 14-10-2008

 

Γάμος στην Περίθαλψη το 1925. Όπως σημειώνει ο Νίκος Κωνσταντινίδης, “Αν προσέξει κάποιος καλά, θα παρατηρήσει ότι ούτε ένα πρόσωπο δεν γελά. Όλα είναι κατηφή. Κι όμως το γάμο τον ονομάτιζαν τότε «χαρά». Ακόμα και το κοριτσάκι στην εικόνα (κάτω δεξιά) στέκει κατηφές, με τα χέρια σταυρωμένα”. […]
Πρωινός Τύπος [Δράμα], 14-10-2008

 

Νίκος Κωνσταντινίδης (1928-2017)

Ο ποιητής της Δράμας. Ο ευαίσθητος Δραμινός που σκιαγράφησε με νοσταλγική ευαισθησία, μέσα από τα ποιήματά του, την ταυτότητα της πόλης. Με πολυσχιδές συγγραφικό έργο, ανέδειξε άγνωστες πτυχές της ιστορίας της, φέρνοντας στο φως πολύτιμο πληροφοριακό υλικό. Διέτρεξε μια θυελλώδη ζωή, που αποτυπώνει όλες τις εντάσεις και συγκρούσεις του Εμφυλίου και των μετεμφυλιακών χρόνων. Στρατευμένος στην ΕΠΟΝ, ενταγμένος στην Αριστερά, επιβίωσε βαρύτατης καταδίκης, φυλακίστηκε και, εικοσιεπτάχρονος πλέον, ολοκλήρωσε τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο Αρρένων Δράμας. Στη συνέχεια κατάφερε, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, να ολοκληρώσει τις σπουδές του στη φιλοσοφική σχολή του ΑΠΘ. Ακολούθησε πανεπιστημιακή σταδιοδρομία στην Έδρα της Λαογραφίας, η οποία διακόπηκε με την απόλυσή του από το καθεστώς της 21ης Απριλίου. Φιλόλογος με γερή συγκρότηση, ακούραστος εργάτης της έρευνας και μελέτης, παρήγαγε ποιοτικό έργο που εστιάζει πάντα στην αγαπημένη του Δράμα. Με την πλατιά αναγνώριση του έργου του μετά θάνατον, ανοίγει τα σύνορα της πόλης στο καλλιεργημένο, μη δραμινό κοινό.

Νίκος Α. Κωνσταντινίδης
(Αρχείο Αλέξη Κόντη)

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ

Είχαν τρανέψει κι οι μουριές
στις πόρτες μας μπροστά
κι έριχναν ίσκιο.
Είχαν τρανέψει τα παιδιά
και πήγαιναν σχολειό.
Σαν την κυψέλη του Μαγιού
βούιζε η Περίθαλψη,
φωνές παιδιών όλη τη μέρα
στους νέους τόπους, στη νέα πατρίδα·
δε νιώθουν τα παιδιά εκείνο που έχασαν,
το νιώθουν οι μεγάλοι−
εύκολα τα παιδιά ξεχνούν.
Ρίζωσαν τα παιδιά στη νέα τους γη·
ανέβαινε η ζωή σιγά σιγά
όπως οι κλώνοι της μουριάς,
ανέβαιναν μαζί μέρα τη μέρα, λεπτό λεπτό
και σκέπαζαν τα σπίτια της Περίθαλψης.

Νίκος Α. Κωνσταντινίδης, Οπτική Γωνία 11,
Θεσσαλονίκη 1998, σ. 12.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ