Το Κίνημα της Δράμας – 29 Σεπτεμβρίου 1941

(μορφή-αφορμές-αίτια-ευθύνες)

0
1060

Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη


 

 

Β’ ΜΕΡΟΣ

(διαβάστε το Α’ μέρος εδώ)

 

 

Στην επιτυχία τα πράγματα είναι εύκολα. Όλοι προστρέχουν να οικειοποιηθούν ή να μοιραστούν το θρίαμβο.
Στην αποτυχία όμως, ο διχασμός που παραμονεύει πάντα σε περιόδους κρίσης, τρέφεται και διογκώνεται από τις δυο πλευρές που την προκαλούν και όχι μόνο.
Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στην κοινή προσπάθεια όλων των Ελλήνων να απαλλαγούν από το φασισμό του άξονα. Αυτός όμως ο κοινός στόχος ήταν διαφοροποιημένος ως προς τα μέσα επιτυχίας.
Όλα τα κόμματα συμφωνούσαν ότι η απελευθέρωση θα έρθει με τη βοήθεια των δυτικών συμμάχων, εκτός από το Κ.Κ.Ε. το οποίο ήθελε η μεταπολεμική Ελλάδα να ενταχθεί στη Σοβιετική Ένωση, προσπάθεια για την πραγμάτωση της οποίας αγωνιζόταν –όπως αναφέρθηκε ήδη, αδιάλειπτα από τον καιρό της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917.
Αυτή η επιδίωξη οδήγησε και στη συγκρότηση της Κεντρικής Επιτροπής ή της Γενικής Γραμματείας του Κ.Κ.Ε. της Μακεδονίας με έδρα τη Θεσσαλονίκη και με τις κατά τόπους Περιφερειακές Επιτροπές (Π.Ε.) της σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.
Η καινούργια αρχή του Κ.Κ.Ε. για διεξαγωγή απελευθερωτικού πολέμου εναντίον της φασιστικής Γερμανίας εντοπίζεται στις 22.6.1941, όταν ο Στάλιν «έδωσε την κατευθυντήρια γραμμή στο Γκεόργκι Δημητρόφ» για συντριβή του φασισμού. Με στόχο «Η μεταπολεμική Ελλάς που θα προκύψη από τον σημερινόν εθνικοαπελευθερωτικόν αγώνα δεν θα ομοιάζη κατά τίποτα από κοινωνικοπολιτικήν άποψιν με την προπολεμικήν Ελλάδα1».
Στο εξής το Μακεδονικό Γραφείο με τους Βουλγάρους κατασκόπους που συνεργάζεται μυστικά στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται συντονισμένο με το Κ.Κ.Β. Γνωρίζει ότι στις 13.7.1941 έπεσαν Σοβιετικοί αλεξιπτωτιστές στη Βουλγαρία, ότι σοβιετικά αεροπλάνα βομβάρδισαν μετά από λίγο το Ρούσε, την Πλέβνα και το Ντόμπριτς, ότι άρχισαν (23.7.1941) οι εκπομπές του ράδιο «Χρήστο Μπότσεφ» και ότι ο Νικόλα Παραπούνοφ συγκρότησε ανταρτική ομάδα κομμουνιστών στη Βουλγαρία. Αυτονόητα ήξερε το Μακεδονικό Γραφείο και για την άρνηση του Στάλιν να ενθαρρύνει τυχόν εξέγερση μπολσεβίκων κατά των Γερμανών, τουλάχιστο στην παρούσα φάση. Γι’ αυτό και αποφασίστηκε η πραγματοποίηση του κινήματος με τους κομμουνιστές της Βουλγαρίας και τη σιωπηλή συγκατάθεση της φασιστικής κυβέρνησής της.
Το ότι δε γνώριζε για το κίνημα το Κ.Κ.Ε. στην Αθήνα και ότι ο Χαμαλίδης αποφάσισε χωρίς την έγκριση του Μακεδονικού Γραφείου, κινούνται στα όρια του παράλογου για ένα τόσο αυστηρά συγκεντρωτικά δομημένο κόμμα. Λογικά είναι αδύνατο στέλεχος του Κ.Κ.Ε. όπως ο Χαμαλίδης, να ενεργήσει χωρίς προληπτικό έλεγχο τόσο εγκληματικά αντικομματικά. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να γνωρίσουμε την άποψη κομμουνιστών στελεχών της Καβάλας, κατά την ίδια χρονική περίοδο, της πόλης που διέθετε παραδοσιακά πολύ μεγαλύτερο εργατικό κίνημα και αξιότερα στελέχη.
Ούτε ο «πατριωτικός τόνος» και η «σοσιαλιστική χροιά» που επικαλείται ο Σφέτας για τους κινηματίες, μπορούν να δικαιολογήσουν παρόμοιο παραλογισμό. Και στο Ιάσιο φαίνεται εκ πρώτης όψεως από παράτολμο ως και ανόητο το κίνημα του Υψηλάντη, όπου θυσιάστηκε το μεγάλο πνευματικό κεφάλαιο των Ελλήνων φοιτητών, αλλά στην προκήρυξή του αναφερόταν πως “μια κραταιά δύναμις” θα τον βοηθούσε.
Αφού ήταν ηρωικό κατόρθωμα, γιατί το καταδίκασε η Χρύσα Χατζηβασιλείου και διέλυσε τις ανταρτικές ομάδες του ΕΛΑΣ που εξαφανίστηκαν επί δυο χρόνια από την περιοχή;
Ο Μάρσαλ Μίλλερ, Αμερικανός επιτετραμμένος στη Σόφια κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αναφέρει το 1975 στα απομνημονεύματά του ότι τα επεισόδια στη Δράμα και την περιοχή της «είχαν σκοπίμως υποκινηθεί από Βουλγάρους πράκτορες» που ήθελαν να δικαιολογήσουν διωγμούς και εξόντωση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής2.
Ο μελετητής της εξέγερσης δεν είναι εύκολο να αγνοήσει τη σύμπραξη των Βουλγάρων στο εγχείρημα, ανεξαρτήτως ιδεολογικού και κομματικού προσανατολισμού, όταν βλέπει ότι συνδυάζεται ημερολογιακά και με την εθνική εορτή του Παΐσιου Χιλανδαρινού, ενός πρωτεργάτη της εθνικής αφύπνισης των Βουλγάρων.
Η ομολογημένη «έγκαιρη κινητοποίηση των αρχών3» δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι η φασιστική Βουλγαρία γνώριζε για το κίνημα. Ζητούμενο παραμένει για τους ερευνητές όχι μόνο τι γνώριζε, αλλά το βαθμό της συμμετοχής της στο σχεδιασμό και την πραγματοποίησή του, ως μέσου εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού ή την υποχρεωτική απομάκρυνσή του από την περιοχή την οποία είχε ενσωματώσει ήδη νομοθετικά, γεωγραφικά και διοικητικά τον Ιούνιο του 1941.
Μαρτυρίες μεταπολεμικές όπως του Θεόφιλου Μάλλιου, που θέλουν να είχε στασιάσει, από τις πρώτες ώρες των επεισοδίων, ο στρατός στο βουλγαρικό Σύνταγμα της Δράμας, είναι τόσο εκτός πραγματικότητας, ώστε να μη διευκολύνουν τους ερευνητές στην προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας για το είδος του κινήματος.
Παρόμοιες τακτικές συμβάλλουν περισσότερο στην επιδιωκόμενη συσκότιση των γεγονότων από εκείνους που τα προκάλεσαν, όταν το βάρος της ευθύνης μετριέται με χιλιάδες αθώα θύματα.
Κατά τα άλλα είναι γνωστό ότι και ο βουλγαρικός λαός (όπως όλοι σχεδόν οι λαοί), ήταν σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, αλλά και πριν και μετά από αυτήν χωρισμένος σε φιλοβασιλικούς και σοσιαλιστές, σε δεξιούς και αριστερούς. Η έκφραση «οι Βούλγαροι υποψιάστηκαν ότι κάτι συνέβαινε και ο Διοικητής Φρουράς Δράμας συνταγματάρχης Μ. Μιχαήλοφ έθεσε εγκαίρως δυνάμεις σε επιφυλακή4…» δεν είναι ούτε προϊδεασμός ούτε υποψία, αλλά ετοιμότητα προπαρασκευασμένη και σχεδιασμένη, από τον κατακτητή που επιδίωκε με κάθε τρόπο εξουδετέρωση των εμποδίων ενσωμάτωσης του χώρου, που ήταν στην καθολικότητα του ελληνικός.
Πρέπει να δοθεί ένας χώρος και στην άποψη, να σκέφτηκε το Κ.Κ.Β. ένα αντιφασιστικό αιματηρό επεισόδιο στα νώτα του βουλγάρικου κράτους, που θα μετακινούσε τις στρατιωτικές του δυνάμεις για την καταστολή του. Έτσι, τα θύματα του άμαχου πληθυσμού όχι μόνο δεν θα ήταν Βούλγαροι, αλλά εχθροί της Βουλγαρίας, Έλληνες που σχεδίασαν να καταφέρουν ένα βαρύ πλήγμα στο φασίστα κατακτητή τους.
Την εκδοχή αυτή ενισχύουν τα σχετικά με σχέδιο εξέγερσης από Βουλγάρους και Έλληνες5 την άνοιξη και τον Ιούλιο 1941. Και φυσικά οι Βούλγαροι κατά τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία είναι παρτιζάνοι.
Εύκολα η εκδοχή οδηγεί την ελληνική Αριστερά, σαν δικαιολογία, στο συμπέρασμα ότι απλά «Από αυτά που γράφονται βγαίνει καθαρά το συμπέρασμα ότι οι αίτιοι για την τραγωδία της Δράμας είναι οι αρχές κατοχής. Με τη βία που ασκούν και τις αρπαγές τους, δημιούργησαν μεταξύ των Ελλήνων μια ανυπόφορη κατάσταση, που ήταν και η αιτία για να οδηγηθεί ο πληθυσμός στην εξέγερση6».
Αυτός όμως είναι ένας γενικευμένος αφορισμός που ισχύει για όλη την ελληνική επικράτεια, στην οποία δεν εμφανίστηκε – τουλάχιστον ως τότε – παρόμοια στάση. Και αυτό προσδιορίζει, κατά γενική ομολογία, την ιδιομορφία και την ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων γεγονότων της Δράμας.
Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και το γεγονός ότι το Κ.Κ.Β. κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο 1942, δηλ. αμέσως μετά τα γεγονότα, προκήρυξη που έλεγε ότι για το κίνημα φταίνε οι φασίστες7.
Τονίζεται πάλι ότι την εποχή εκείνη «Ήταν συχνές οι εκκλήσεις της Σ. Ένωσης προς όλα τα κομμουνιστικά κόμματα των Βαλκανίων, να χτυπήσουν με κάθε μέσο τα μετόπισθεν του χιτλερικού συνασπισμού. Οι εκκλήσεις αυτές αποτέλεσαν επιπρόσθετο κίνητρο για τους κομμουνιστές της Δράμας…Οι εκκλήσεις του Στάλιν, (όπως εκείνη της 3.7. 1941), ήταν το βασικότερο κίνητρο των Ελλήνων κομμουνιστών για να πραγματοποιήσουν την «εξέγερση» της Δράμας8».
Το ενδιαφέρον του Κ.Κ.Β. για τα γεγονότα εκφράστηκε με ανακοίνωση καταγγελία της τότε φασιστικής κυβέρνησης της χώρας του9.
Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι κατά τη συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο (ως την άνοιξη του 1943) η διάκριση τουλάχιστο στο Νομό Δράμας, ανάμεσα στον κομμουνιστή και τον μη κομμουνιστή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Βρισκόταν μόνο στα κεφάλια ελάχιστων μυημένων στα συνωμοτικά σχέδια των κομμουνιστών και των πανσλαβιστών. Ο λαός αισθανόταν και ήταν σύσσωμα συσπειρωμένος εναντίων του φασίστα κατακτητή.
Τόσο η εξόριστη κυβέρνηση, όσο και η ελλαδική ασχολούνταν με τις δυνατότητες αντιμετώπισης του οδυνηρού ολοκληρωτισμού του Άξονα, που για την Ελλάδα ήταν Γερμανοί, Ιταλοί και Βούλγαροι.
Θα ήταν χρήσιμες, εν προκειμένω, οι πληροφορίες των αποφάσεων των βουλγαρικών στρατοδικείων του πρώτου τριμήνου του 1942, που καταλόγιζαν ευθύνες σε αξιωματούχους, για μη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την αποτροπή του κινήματος.
Η αναζήτηση ευθυνών για γεγονότα που έχουν συμβεί πριν από εβδομήντα και πλέον χρόνια, από πρώτη ματιά φαίνεται κάτι αδιάφορο. Πλην όμως, το ότι δεν αναλήφθηκε επίσημα από αυτούς που μετείχαν στα γεγονότα αυτά, τόσο ως φυσικά πρόσωπα, όσο και ως συντεταγμένες κοινωνικές ομάδες ή ιδεολογικές παρατάξεις, είναι υποχρέωση υπαγορευμένη από δεοντολογία που διέπει την ιστορία, δηλαδή την αλήθεια. Για την τελευταία οι αγώνες θεωρούνται – τουλάχιστον κατά παράδοση ηθική υποχρέωση- κυρίως των ανθρώπων που ασχολούνται με την ιστορία και την κοινωνιολογία, αλλά και των ίδιων των λαών, όταν πρόκειται για πράξεις οι συνέπειες των οποίων πλήττουν βάναυσα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τον πολιτισμό, όπως είναι οι ομαδικές βιαιότητες, οι σφαγές, οι εκτελέσεις και οι εξανδραποδισμοί αθώων και αυτής της περιόδου, όπως είναι οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα. Και τούτο ανεξάρτητα από το κόστος και το χρόνο που απαιτούν παρόμοιες προσπάθειες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την ευθύνη και την αναγνώριση από τους λαούς και τις ομάδες που διέπραξαν γενοκτονίες.
Οι ευθύνη ολοκληρώνεται σε τρεις φάσεις: την αναζήτηση την τεκμηρίωση και τον καταλογισμό.
Η πραγματικότητα που εκτίθεται παραπάνω σχετικά με τη μορφή του κινήματος, στενεύει λογικά μέχρι αποκλεισμού από τα περιθώρια για συμπτωματική ή προβοκατόρικη ενέργεια. Τέτοια θεώρηση των γεγονότων θα μπορούσε να παρασύρει έρευνες εγκλωβισμένες στη στενότητα του χρόνου και του χώρου, που αναιρούνται από τη στιγμή που θα συνδεθούν με τους σκοπούς και τις προοπτικές του Κ.Κ.Ε. -από τότε που προέκυψε ως κόμμα – από τη μετονομασία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (Σ.Ε.Κ.Ε.) το 1918.
Είναι γνωστό επίσης και στη χώρα μας πως οι διχασμένες πολιτικές προσήλωσης των ελληνικών κομμάτων από τη μια προς τη Δύση και από την άλλη προς την Ανατολή, προκάλεσαν τις συγκρουσιακές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς και της Αριστεράς στις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Οι λαϊκοί και οι φιλελεύθεροι υποχρεώθηκαν, πότε από τα ανάκτορα και πότε από τις φιλοδυτικές ηγεσίες τους, να περιχαρακώνουν τους κομμουνιστές, ώσπου, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο βασιλιάς παρέδωσε με νομιμοφανή κοινοβουλευτικά τρόπο την πολιτική εξουσία στον Ι. Μεταξά, ο οποίος καταδίωξε τα στελέχη της Αριστεράς και τα οδήγησε μαζικά στις φυλακές.
Από αυτούς οι δραπέτες των φυλακών απολάμβαναν τιμές ηρωοποίησης και ανάληψης ηγετικών θέσεων από τους ομοϊδεάτες τους σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος συσπείρωσε τον πρώτο καιρό το λαό εναντίον του εχθρού, αλλά δεν άργησαν δυνάμεις εκτός Ελλάδας να ευνοούν το γνωστό διχασμό του μαχόμενου λαού.
Οι άνθρωποι που πήραν την πρωτοβουλία να αφαιρεθεί με απάνθρωπο τρόπο η ζωή χιλιάδων αθώων ανθρώπων στη Δράμα, χωρίς την ελάχιστη πιθανότητα να αλλάξει προς το καλύτερο η μοίρα των επιζώντων, απαιτεί πολύ διαφορετικούς λόγους και προϋποθέσεις από αυτές που υπαγόρευσαν το συγκεκριμένο εγχείρημα της 28ης προς την 29η Σεπτεμβρίου 1941.
Το Κ.Κ.Ε. με τη στάση και την συμπεριφορά του απέναντι στα γεγονότα της Δράμας, μέχρι την αναγνώρισή του ως κοινοβουλευτικού κόμματος (30 περίπου χρόνια μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), επέμενε να αποποιείται κάθε ενοχή, λόγω του σοβαρού πολιτικού της κόστους. Κάλυπτε με αχλή τα γεγονότα, όπως το έκανε και με την εξόντωση του συνταγματάρχη Ψαρού, του Άρη Βελουχιώτη, του Νίκου Ζαχαριάδη και εκατοντάδων μικρών και μεγάλων στελεχών του την ίδια περίοδο.
Αποδόθηκε κατά κόρον το «κίνημα» στον Χαμαλίδη, τον οποίο όμως ούτε συνέλαβαν ούτε εκτέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες, όπως έκαναν μέσα στις επόμενες μέρες από το κίνημα για άλλους κομμουνιστές10. Ούτε ο Ιορδάνης Χασαρής11, οπλαρχηγός του Πόντου από το Νικηφόρο, φαίνεται να είχε υποστεί συνέπειες.
Δεν αποτελεί κανόνα η αξιολόγηση των γεγονότων εκ του αποτελέσματος. Στην περίπτωση όμως της Δράμας το εγχείρημα αποδείχτηκε ουτοπικό ή το λιγότερο παγίδα για τους Έλληνες και επομένως η αποτυχία ήταν συστηματικά προσχεδιασμένη, αφού:
1) Η ομάδα ένοπλων του Τσαλ Νταγ που ήρθε στη Δράμα με σκοπό να καταλάβει τις αποθήκες Καναρά με το στρατιωτικό υλικό, επέστρεψε «άπρακτη»12,
2) τα τρία άτομα που περίμεναν κάθοδο ανταρτικού τμήματος, έξω από το Δοξάτο, έπεσαν «νωρίς» πάνω σε ενέδρα και ξεσήκωσαν τις βουλγαρικές αρχές13,
3) οι κινηματίες που θα ανατίναζαν τις αποθήκες Ανεφοδιασμού Πολέμου στο στρατόπεδο, έριξαν 3-4 χειροβομβίδες και αποχώρησαν14,
4) απέτυχε η ανατίναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας στο Φωτολίβος15,
5) απέτυχε η ανατίναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας τρία χιλιόμετρα έξω από το Νικηφόρο16,
6) απέτυχε η κατάληψη του Σιδηρ. Σταθμού Δράμας17,
7) απέτυχε η ανατίναξη του 2ου εργοστασίου ηλεκτρισμού, από την ομάδα Αργυριάδη18,
8) απέτυχε ο εμπρησμός των αποθηκών του Σώματος Εφοδιασμού Πολέμου από το Δοξατιανό Κυριάκο Κυριακίδη19,
9) δεν έγινε το χτύπημα των στρατώνων της Δράμας από τον Ιορδ. Χασαρή20.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


1 Σπ. Κουζινόπουλος, σελ. 87.
2 Γ. Παπαβύζας, Αγώνες στον Ελληνικό Βορρά, εκδ. Συμμετρία 2007.
3 ό.π., σελ. σελ. 126.
4 ό.π., σελ. 127.
5 ό.π., σελ. 315.
6 ό.π., σελ. 314.
7 ό.π., σελ.315.
8 G. Daskalov, Dramaskoto Vastanie 1941, Sofia 1992, s. 107-108.
9 Ριζοσπάστης 7.10.2008.
10 ό.π., σαν το Λιθοξόπουλο, σελ. 123, το Γερμανίδη, σελ. 14, τους Βογιατζή Σοκόπουλο και Αρβανιτίδη, σελ. 129.
11 ό.π., ο οποίος φέρεται «πρωτεργάτης της εξέγερσης» (σελ. 402) και «δεν πήρε μέρος στο κίνημα» (σελ. 193).
12 Σπ. Κουζινόπουλος, σελ. 124.
13 Μαρτυρία Θεόφιλου Μάλλιου (Σπ. Κουζινόπουλου, σελ. 125).
14 Σύμφωνα με αφήγηση του Σωτ. Παλιάγκα στους Δ. Πασχαλίδη και Τ. Χατζηαναστασίου, σελ. 136-137.
15 Σπ. Κουζινόπουλος, σελ. 101.
16 Σπ. Κουζινόπουλος, σελ. 136, περιοδ. Γιατί, τ. 158-159, σελ. 103, Δ. Πασχαλίδης-Τ. Χατηαναστασίου, σελ. 155.
17 G. Daskalov, σελ. 125.
18 Σπ. Κουζινόπουλου, σελ. 124.
19 Δ. Πασχαλίδης – Τ. Χατζηαναστασίου σελ. 137.
20 Σπ. Κουζινόπουλος, σελ. 136.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ