Το Ορθόδοξο Πάσχα των Ελλήνων: Μεγαλοβδομαδιάτικο δοξαστικό στη γλώσσα μας. Λέξεις ως κάστρα δύναμης με γλυκασμό πίστης

0
939

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Ολόκληρος ο μεγαλοβδομαδιάτικος κύκλος των Παθών του Χριστού και της Ανάστασης που ακολουθεί δια-κρίνεται από μία σύνθεση της ιστορίας με την ποίηση. Από το Σάββατο του Λαζάρου ως την Ανάσταση μεσολαβούν ιστορικά γεγονότα τιτλοφορημένα με εύηχες, ποιητικές λέξεις που λέγονται, άδονται προσεκτικά, ευλαβικά και ταπεινά. Ακούγονται ως ηχηρές ψαλμωδίες και πετυχαίνουν έτσι την ανεξίτηλη εγγραφή τους στη μνήμη μας. Εκφράζουν τους εμπνευστές τους και σχεδόν ισόποσα τούς απονέμεται κατανυκτικό ακρόαμα από το εκκλησίασμα ως εξόφληση ηθικού χρέους απέναντι στην αναγνωρισμένη αξία του γλυκασμού των ύμνων και της αξίας των συγγραφέων τους με υψηλή την εμπνοή. Υμνογράφους τους αποκαλεί η Ορθοδοξία μας και όχι συγγραφείς.
Πέρα από τα πασίγνωστα ονόματα του Ιωάννη Δαμασκηνού (δική του η στη συνέχεια διατύπωση) «αυτή η κλητή και αγία ημέρα, ημέρα των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία, εορτών εορτή και πανήγυρης εστί πανηγύρεων», όπως και αυτό του Ρωμανού του Μελωδού, ο οποίος αγγίζει τον πόνο της Μάνας βάζοντας στο στόμα της τον λόγο: «Ουκ ήλπιζον, τέκνον, εν τούτοις ιδείν σε; πώς το φως μου σβένυται τω σταυρώ προσπήγνυται ο υιός και Θεός μου». Αντίστοιχος, ως και ακαταπόνητος, είναι ο ρόλος του Κοσμά του Μαϊουμά που αναζητά την κυριολεξία στα ιδιόμελά του και στους ειρμούς του που ψέλνονται τη Μεγάλη Εβδομάδα, όπως: «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν / Άδου την καθαίρεσιν / άλλης βιοτής της αιωνίου / απαρχήν και σκιρτώντας υμνούμεν το αίτιον». Από γνήσια παραδοχή της εγνωσμένης αξίας της, στην ανδρική ομάδα προστίθεται η μεγάλη της Εκκλησίας μας μελωδός, η Κασσιανή. Όλες οι πηγές οι σχετικές με τη βιογραφία της συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε ενάρετη, ευσεβής, με καθαρή από τη φύση της ποιητική φλέβα. Ίδρυσε μοναστήρι, στο οποίο πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της. Στον όρθρο της Κυριακής του Πάσχα η ωδή που ψέλνεται πριν ο σεβαστός Ιερέας εκφέρει το άγγελμα του «Δεύτε λάβετε φως» ψέλνει τον κανόνα «Κύματι Θαλάσσης» που έχει γράψει η Κασσία, η τιμώμενη από τις γυναίκες της Δράμας, οι οποίες ενσυνείδητα κατακλύζουν τις εκκλησίες.
Το μαύρο που επικρατεί στις εκκλησίες μεγαλοβδομαδιάτικα δεν έχει καμία σχέση με τη χαρμολύπη και το ύφος το λυπητερό δεν έχει χροιά από Βυζάντιο. Οι ακολουθίες των ημερών αυτών που ψάλλονται ανήκουν στα πιο ωραία τροπάρια, έργα μεγάλων ποιητών του Βυζαντίου που γνωρίζουν ιστορία. Αποτελούν τα πιο «ευώδη άνθη» της βυζαντινής υμνολογίας, έγραψε ο αείμνηστος Ι. Μ. Χατζηφώτης. Όσο για τις λέξεις – προτάσεις, αυτές αποτελούν κάστρα και μακάρι, Θεέ μου, να μείνουν απόρθητα, αν και πριονίζονται επιμόνως. Ανεξάρτητα. Ίσως και να επαρκούν, καθώς οι λέξεις διαμαντόπετρες με τις συνθέσεις τους αντέχουν, όσο αποπνέουν γλυκασμό ωραιότητας με την επανάληψη της πασχαλινής ευφορίας. Εξάλλου, εκείνοι που βλέπουν στις καστροπολιτείες μας το νεύμα της από κοινού δημιουργίας της αγάπης και της ελπίδας γνωρίζουν τα περισσότερα. Η Μεγάλη Εβδομάδα με την υμνογραφία της μάς κερνά μέσα στις φωταγωγημένες από κεριά εκκλησίες αναρίθμητες λέξεις κειμήλια. Αυτές από μόνες τους χαρίζουν αφειδώλευτα χαρά και ευφροσύνη λίγο πριν χαράξει η ημέρα της Κυριακής των Βαΐων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here