Το «Σπίτι Παιδιού» του Κυριάκου Συφιλτζόγλου παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δράμας

0
2392

Η νουβέλα «Σπίτι Παιδιού» του ποιητή και φωτογράφου Κυριάκου Συφιλτζόγλου (εκδόσεις Αντίποδες, 2019), παρουσιάστηκε το απόγευμα της Πέμπτης 16 Σεπτεμβρίου στον εξωτερικό χώρο του καφενείου «Ελευθερία» στα «Αίθρια Λογοτεχνικά Απογεύματα» του 44ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.
Ο τίτλος του βιβλίου οφείλεται στο πρόγραμμα «Σπίτι του Παιδιού» που δημιούργησε το 1950 – 1955 το Βασιλικό Ίδρυμα Πρόνοιας, κάτω από την προσωπική φροντίδα της Βασίλισσας Φρειδερίκης, για τη φροντίδα των παιδιών σε 260 ακριτικά χωριά της Βόρειας Ελλάδας. Το 1955 αναφέρονταν ότι λειτουργούσαν 140 Σπίτια του Παιδιού και 20 παραρτήματα στα οποία φοιτούσαν 25.000 άτομα και πλέον,ετησίως, στην Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη, ενώ το 1965 λειτουργούσαν 260 Σπίτια του Παιδιού. Η μητέρα του συγγραφέα εργαζόταν στο Σπίτι του Παιδιού στην Πλατανιά Δράμας.
Αναφερόμενος στο βιβλίο του ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου σημείωσε πως «δεν έπρεπε να προδώσω το παιδί στη γραφή, και επίσης έπρεπε να κρατήσω μία ισορροπία μεταξύ Σπιτιού Παιδιού και θανάτου». Ταυτόχρονα ο συγγραφέας παρατήρησε πως υπήρχαν μία σειρά από ζητήματα που έπρεπε να λυθούν καθώς παρά το γεγονός ότι όπως είπε χαρακτηριστικά εξέθετε τον εαυτό του «φόρα παρτίδα», έπρεπε να τηρηθούν ορισμένα μέτρα.
Η παρουσίαση της νουβέλας του Κυριάκου Συφιλτζόγλου «Σπίτι Παιδιού». Όπως σημείωσε η κα Μπανά είναι ένα «ευθέως αυτοβιογραφικό βιβλίο. Κάνει μία αναδρομή στον γενέθλιο τόπο των παιδικών αναμνήσεων, την Πλατανιά Δράμας. Μέσα από ένα ισορροπημένο τρόπο παρουσιάζεται το παιχνίδι του παιδιού με το θάνατο»
Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο που ανέγνωσε ο κος Συφιλτζόγλου : «Μια Κυριακή μεσημέρι στην Προσοτσάνη, στον τάφο της γιαγιάς, η μαμά έπλενε τα μάρμαρα και πότιζε τα βασιλικά. Εγώ με τον αδερφό μου παίζαμε κρυφτό. Ένας καμούσε στο κυπαρίσσι μέχρι τα εκατό και ο άλλος κρυβόταν εκεί γύρω. Ο μπαμπάς στο αμάξι άκουγε ποδόσφαιρο απ’ το ραδιόφωνο. Ο ήλιος χτυπούσε πολύ, αλλά στο νεκροταφείο είχε πολλές κρυψώνες, αρκεί να μη σε πρόδιδε η μαμά με τα μάτια της.
Ξεκίνησε να καμάει ο αδερφός μου κι εγώ να τρέχω να κρυφτώ. Δεν πρόλαβε να τελειώσει και ανέβηκα πάνω σ’ έναν τάφο. Στάθηκα ακίνητος κι έκανα με τα χέρια νοήματα στη μαμά και στον αδερφό να ‘ρθουν αμέσως. Δεν φώναζα, μόνο έκανα νοήματα στα γρήγορα.
Στην αρχή δεν έρχονταν, αλλά με βλέπανε που δεν κατέβαινα και ήρθαν. Τους έδειξα μερικά μέτρα πιο πέρα έναν τάφο που δεν είχε μάρμαρο, αλλά κάγκελο γύρω γύρω. Μέσα στον τάφο, δηλαδή πάνω στο χορτάρι, κοιμόταν ένας άντρας. Αυτός κοιμόταν ούτε ανάσκελα ούτε μπρούμυτα, αλλά στο πλάι και είχε τα χέρια του κάτω από το κεφάλι σαν μαξιλάρι, όπως έκανα κι εγώ τα βράδια.
Έβαλε η μαμά το δάχτυλό της στα χείλη για να μας πει να κάνουμε ησυχία. Μας πήρε απ’ το χέρι και πήγαμε πίσω στη γιαγιά. Μας είπε να μην πάμε άλλη φορά κατά κει, πως είναι ο τάφος του πατέρα του Παντελή, αυτού που πίνει πολύ και καμιά φορά εκεί κοιμάται.
Δεν μπορούσα να καταλάβω. Της είπα να φωνάξουμε την αστυνομία. Δεν χρειάστηκε όμως, γιατί ο Παντελής ξύπνησε. Τον είδα να σηκώνεται όρθιος και να τεντώνει τα χέρια.
Ήταν πολύ ψηλός ο Παντελής. Κοίταξε μια τον ήλιο, κοίταξε μια το βουνό απέναντι στην Καλή Βρύση, σήκωσε μια το πόδι πάνω από το κάγκελο, βγήκε από τον τάφο κι έφυγε.
Εγώ είχα κοκαλώσει, ακίνητος. Τον κοιτούσα μέχρι να φτάσει εκεί που δεν τον έβλεπα άλλο. Στο αμάξι μετά, σκεφτόμουν πως δεν θα έπρεπε να φωνάξουμε την αστυνομία, γιατί κι αυτός ίσως έπαιζε κρυφτό κι είχε βρει εκεί κρυψώνα και πως ίσως αποκοιμήθηκε και δεν είπε ποτέ «φτου για μένα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ