Υπαπαντή του Σωτήρος Χριστού στον Πόντο: «τα δύο τη Κουντούρ’ τη Παναΐας»

0
2209

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Κάθε χρόνο και με την έναρξη του δεύτερου μήνα του νέου έτους (2 Φεβρουαρίου), η εκκλησία μας τιμά την ημέρα της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού. Η επιλογή της ημέρας δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά επιλεγμένα και, αν θέλετε, επακριβώς υπολογισμένα. Συνδέεται (γυρίζοντας σαράντα ημέρες προς τα πίσω) με τη γέννηση του Ήλιου της Δικαιοσύνης, όπως αποκαλέστηκε ο νεογέννητος Χριστός. Η λέξη «Υπαπαντή» έχει κερδίσει διαχρονικά τη μοναδικότητα της χρήσης. Υποψιάζομαι πως προέκυψε λειτουργικά, μπορεί κι από θεία εμπνοή από ένα γηραλέο της πίστης μας άτομο, το οποίο βρέθηκε σε έξαρση και επιθύμησε ολόψυχα όπως βρεθεί «σαν ένα άχυρο, σαν ένα φτωχό χορτάρι» στην προϋπάντηση του βρέφους Χριστού «την ώρα που άνοιξε στον ήλιο Του το μάτι». Και δίκαια, αφού δεν υπήρχε περίπτωση να αξιωθεί της μοίρας του μακαρίου γέροντα, του Συμεώνος των Γραφών, για να πάρει στις αγκάλες του το βρέφος του Θεού και… να πεθάνει σύμφωνα με την ευχή και την προσευχή που γυρόφερνε στον νου του ο υπερήλικας. Εξάλλου, γεννήθηκε με άκρα ταπείνωση ο Χριστός και ήταν απαραίτητο να εκδηλωθεί η ανθρώπινη στοργή προς τον υιό του Θεού, για να γίνει ουσιωδέστερο το νόημα της λέξης «υπαπάντησις», που αποπνέει τη στοργή από τα παράγωγά του υπαντή, υπάντησης. Ωστόσο, πέραν όλων των παραπάνω, η μεγαλοσύνη της λέξης Υπαπαντή είναι αναντικατάστατη.
Στην εκκλησιαστική γλώσσα, η εορτή της Υπαπαντής επαναφέρει στη μνήμη τη μετάβαση της Παναγίας με το βρέφος και τον Ιωσήφ στο ναό. Οι σημερινοί πιστοί παραμένοντας στον χώρο της εκκλησίας τη μέρα της Θείας Λειτουργίας με ευκρίνεια θα έχουν ακούσει μέρος από τη γραπτή φράση του Αποστόλου των Εθνών, από το κεφάλαιο ζ’ (παράγραφοι από 7 ως 17): «χωρίς δε πάσης αντιλογίας το έλαττον υπό του κρείτονος ευλογείται». Πετυχημένο στη φράση το σχήμα λόγου και επιτήδεια σαφής η σημασιολογική αξία του. Στην ερμηνευτική του απόδοση με επικουρική τη μετάφραση σημαίνει: «Και βέβαια, είναι αναντίρρητο και ομολογημένο ότι το μικρότερο και κατώτερο ευλογείται από τον μεγαλύτερο και τον ανώτερο». Μετά τον Απόστολο της ημέρας ακολουθεί η ανάγνωση του Ευαγγελίου. Ο λόγος του Ευαγγελιστή Λουκά ώριμος και κατατοπιστικός επικεντρώνεται στην πράξη: Τότε ο Συμεών δέχθηκε το παιδί στην αγκαλιά του και δόξασε τον Θεό, λέγοντας: «νυν απολύεις τον δούλον Σου, Δέσποτα», καθώς όλα έγιναν σύμφωνα με το ρήμα Σου.
Η εορτή της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού μετράται από μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως Δεσποτική και ως Δεσποτική με την επακριβώς ημερομηνία θεσπίσθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό στα χρόνια της δόξης του το 541, μπορεί και το 542. Η επιτελούμενη εορτή της Υπαπαντής, με όλη την επισημότητα που επιφορτίστηκε στην πράξη, τιμήθηκε στη Δύση ως Θεομητορική, με το κοντά στον νου αιτιολογικό πως η τιμώμενη της ημέρας είναι η Θεοτόκος, η οποία και βίωσε τη λοχεία του τοκετού. Στον Πόντο η ημέρα της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού διαθέτει τόσο ισχυρό θεσμικό βάθος με παράλληλο ανιστορημένο και συντιθέμενο λόγο, ώστε η προσήλωση στη διάκριση της ονομασίας ως Δεσποτικής να παραμένει αδιακύμαντη. Το γνωστό Μηνολόγιο του μήνα Φεβρουαρίου με τους καταχωρημένους γραπτούς συνολικά ψαλμούς περιστρέφεται μπορεί και ισόποσα γύρω από τον Σωτήρα Χριστό και παράλληλα με τη Μητέρα αυτού, όπως.«Ούτως έστιν ο εκ Παρθένου τεχθείς˙ ούτος ο εκ Θεού Θεός». Το δε Απολυτίκιο της γιορτής αρχίζει με χαιρετισμό προς τη Μάνα του Σωτήρος Χριστού κι όχι μόνο. «Χαίρε, κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης. Χριστός ο Θεός ημών φωτίζοντας τους εν σκότει. Ευφραίνου, και συ πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος εν αγκάλαις τον ελευθερωτήν, των ψυχών ημών χαριζόμενον ημίν και την ανάστασιν». Όσο για το Ευαγγέλιο που διαβάζεται από τον ιερέα η προσθήκη του γυναικείου ονόματος της Άννας, της ογδόντα τεσσάρων χρόνων χήρας που ακούγεται, αποδίδει τιμή στη γυναίκα, ίσως και ανέλπιστη, σίγουρα όμως πρωτοφανέρωτη. Συμεών και Άννα, τα δύο διαφορετικά φύλα των υπερηλίκων γίνονται παρόντα και ενεργά στην εορτή της Υπαπαντής, υπαντής.
Στον χώρο της λαογραφίας, φανερές είναι λατρευτικές εκφράσεις προς τη Θεοτόκο Μαρία, στον Πόντο. Κάποιες φορές ξεπερνούν και την υπερβολή, αν και τίποτα δεν δικαιούται να εναντιώνεται στις καταθέσεις της καρδιάς. Πέρα από τον εκκλησιασμό στην ώρα του εσπερινού και την αντίστοιχη προσήλωση στην ακολουθία της Θείας Λειτουργίας ανήμερα της εορτής, δεν είναι λίγες οι εκφράσεις του «κοινού των Ποντίων». Τα ήθη και έθιμα που τίθενται σε εφαρμογή συγκινούν. Οι γυναίκες βρίσκουν την ευαρέσκειά τους με τις πολλές ώρες που διαθέτουν στους εσπερινούς με πλήθος τις αφιερωματικές αρτοκλασίες. Εισπράττουν ανείπωτη τη χαρά τους στην προσφώνηση της λέξης «αδελφοί», αυτήν που ακούν στην έναρξη της ανάγνωσης του Αποστόλου. Με την αποχή τους από κάθε είδους εργασίας, φορτίζουν τις αντοχές τους. Δεν κρατούν μαχαίρι, ψαλίδι, κοπίδι ανήμερα. Δεν κεντούν, δεν πλέκουν, δεν ράβουν ολοήμερα. Όλα τα παραπάνω συνδέονται με την τιμή που αποδίδεται στη γιορτή που αναγνωρίζεται ως Θεομητορική. Ακόμη και στις μέρες μας διασώζεται η παρατήρηση: «Αιλί εκείνον π’ έκαμεν τα δύο τη Κουντούρ’ τη Παναΐας. Μήτε η τζέπρα αφήν΄ατόν μήτε η ανεχεντία». Δηλαδή: «Αλίμονο σ’ εκείνον που δουλεύει στις 2 Φεβρουαρίου. Ούτε η λέπρα τον αφήνει ήσυχο, ούτε η ανέχεια».
Στον πανταλαλεμένο Πόντο ξακουστοί υπήρξαν και μεγαλεπήβολοι στήθηκαν οι ναοί της Υπαπαντής του Κυρίου στα Κοτύωρα, στην Άρδα και αλλού. Καλύπτοντας από πολλές πλευρές τις αλειτούργητες αυτές εκκλησίες και τις δακρυσμένες κυρίες των Ελλήνων του Πόντου, η Μέριμνα Ποντίων Κυρίων Δράμας άναψε κεριά και θυμιατήρια στα κατά τόπους μας εικονοστάσια με την παρακλητική δέηση του χρόνου να επέλθει ριζική η αλλαγή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here