Αρχική Δράμα Η αμπελουργία στη Δράμα του Μεσοπολέμου Πρόσφυγες αμπελουργοί και οι καλοί οιωνοί

Η αμπελουργία στη Δράμα του Μεσοπολέμου Πρόσφυγες αμπελουργοί και οι καλοί οιωνοί

0
1196

Γεωργία Μπακάλη

Ο αρχαιοδίφης Θεόφιλος Δ. Αθανασιάδης περιγράφοντας την Κοινότητα Καλής Βρύσης το 1927 παραθέτει την εξής μαρτυρία: Παρά την κώμην τούτην έκειτο αρχαία πόλις και ιερόν του Διονύσου, όπου ως μοι διηγήθησαν γηγενείς κάτοικοι, επί Τουρκοκρατίας Γερμανοί αρχαιολόγοι ενήργησαν ανασκαφάς και ανεκάλυψαν αγαλμάτια και διάφορα έτερα ευρήματα, τα οποία νύκτωρ μετέφερον και απεκόμισαν εκείθεν, ίνα μη λάβωσιν γνώσιν αι Τουρκικαί Αρχαί και κατάσχωσιν αυτά ή εμποδίσωσι τας περαιτέρω εργασίας των, πράγμα το οποίον και εγένετο βεβαίως, αλλά κατόπιν εορτής.1
Το ιερό της Καλής Βρύσης, όπου εντοπίστηκε το κεφάλι γενειοφόρου Διονύσου ρωμαϊκών χρόνων, τελετουργικά υλικά λείψανα και άλλα ευρήματα, καταγράφει την ύπαρξη κάποιας τοπικής αγροτικής λατρείας του θεού.2 Ο λατρευτικός, κατά πάσα πιθανότητα, χαρακτήρας της προτομής του Διονύσου συνδέεται με την από αρχαιοτάτων χρόνων καλλιέργεια του αμπελιού στη δραμινή ενδοχώρα και με την πίστη των ανθρώπων στον θεό του κρασιού και της γονιμότητας. Πομπές Σατύρων, μεταμφιεσμένων, κουδουνίσματα, δρώμενα και ήχοι αντηχούν θαρρείς στα σημερινά Μπαμπούγερα της Καλής Βρύσης.
Όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν την περιοχή μας (τέλη 14ου αιώνα) εισήγαγαν την καλλιέργεια του ρυζιού, που ευδοκιμούσε στις ελώδεις εκτάσεις της. Η νέα καλλιέργεια, ενταγμένη στον διατροφικό τους κώδικα, άλλαξε το αγροτικό τοπίο και την τοπική οικονομία. Στις αρχές του 20ού αιώνα η αμπελοκομία ήταν περιορισμένη. Στα 1906 αριθμούσε 2.500 στρ., με απόδοση 700.000 οκάδες σταφύλια, 73.200 οίνου και 9.300 ρακής.3 Πριν από την προσάρτηση της περιοχής το 1913 στον εθνικό κορμό, καταγράφονται 1.500 περίπου στρ., από τα οποία απέμειναν μόλις 700 έως το τέλος της δεκαετίας αυτής. Μέχρι το 1925 η αμπελουργία εμφανίζεται παραμελημένη και περιορισμένη στα παλιά αμπέλια, που λόγω της αναχώρησης των μουσουλμάνων και της φυλλοξήρας είχαν ελαττωθεί.4
Με την έλευση των προσφύγων του 1922 η αμπελουργία αναδιαρθρώθηκε. Στη Δράμα εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες με ειδίκευση στην αμπελουργία προερχόμενοι οι περισσότεροι από περιοχές της Ανατολικής Θράκης και της νότιας Βουλγαρίας. Εκεί, σε χαμηλά υψώματα και πλαγιές καλλιεργούσαν δεκάδες ποικιλίες σταφυλιών (ζουμιάτικα, σεβαστιανά, μαυρούλια, μοσχάτα, τσαουσιά, παμίτια, γιαπαλάκια κ.ά) και παρήγαγαν διάφορους τύπους κρασιού (πηλίνο, μαύρο, καρτσιάγκο, τσιμπηρό κ.ά.), τσίπουρου και κονιάκ. Οι πρόσφυγες αυτοί φέρνοντας μια παράδοση αιώνων αναβίωσαν εδώ στη Δράμα τον οινικό πολιτισμό στα μεσοπολεμικά χρόνια.
Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) προσπάθησε να τους ενθαρρύνει ηθικώς και υλικώς για να καταστούν παραγωγικοί στην ειδικότητά τους αυτή προς όφελος των ίδιων και της εθνικής οικονομίας. Για την ανασύσταση της αμπελουργίας καθοριστική ήταν η επιστημονική μελέτη που διενήργησε ο Επιθεωρητής Αμπελουργίας της Γενικής Διοικήσεως Θράκης και Ανατολικής Μακεδονίας το 1924.5 Τα πορίσματα των εδαφολογικών και κλιματολογικών παρατηρήσεών του έδειξαν σε ποιες περιοχές θα μπορούσε να ευδοκιμήσει η αμπελοκαλλιέργεια. Έτσι, το ξεκίνημα έγινε το 1925 όταν συστήθηκαν οι πρώτοι τρεις αμπελουργικοί συνεταιρισμοί στην πόλη της Δράμας: Στενήμαχος, Ομόνοια (της Ομοσπονδίας των εκ Βουλγαρίας προσφύγων) και Βότρυς (των προσφύγων Ιωνίας). Στα μέλη τους το τοπικό Γεωργικό Γραφείο της ΕΑΠ παραχώρησε χέρσες εκτάσεις στην θέση που τότε ονομαζόταν Ρόδινα ή Ροντίνα, κοντά στον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Αφού εκχερσώθηκαν με βενζινάροτρα, απέδωσαν περίπου 2.500 στρ. πρόσφορα για αμπελοφυτεία. Το αμπελουργικό εγχείρημα στη Δράμα ενθάρρυναν σημάδια «θεόσταλτα», που συνιστούν το πιο γοητευτικό στοιχείο της ιστορίας:
Εις Ρόδινα κατά την εκσκαφήν προς φύτευσιν αμπέλων ευρέθη το αγαλμάτιον του Διονύσου, το οποίον απεστάλη εις το Μουσείον Αθηνών. Τούτο παρά των αμπελουργών κρίνεται ως ευοίωνον σημείον διά την πρόοδον της αμπελουργίας. Επίσης μεταξύ Προσωτσιάνης και Γκόρνιτσας ανεκαλύφθη μνημείον του Βάκχου. Έτερος καλός οιωνός της αμπελουργίας μας.6

Θάρρος, 19.12.1923. Διαφήμιση του νεοσύστατου εργοστασίου οινοπνευματωδών ποτών Β. Χριστοδούλου, μοναδικό στη Δράμα και στην Ανατολική Μακεδονία. Ξεκίνησε τη λειτουργία του στα τέλη του 1923.

Η περίοδος 1926-27 σηματοδοτεί τη νέα εποχή της αμπελοφυτείας. Συστήθηκαν νέοι συνεταιρισμοί στην πόλη και σε χωριά: Άγιος Τρύφων, Κεντρικού Ορφανοτροφείου Αρρένων, Ομάς Γυμνασίου Δράμας, Πρόοδος, Καλαμπακίου, Οργαντζή Κυργίων, Εφτελιάς, Δοξάτου κ.ά. Επιπλέον διατέθηκαν εμβολιασμένα αμερικανικά μοσχεύματα από την ΕΑΠ και δάνεια για την εκκίνηση της καλλιέργειας. Μοσχεύματα φυτεύτηκαν και από γηγενείς στη Δράμα, την Προσοτσάνη και στον Μυλοπόταμο. Ο προϊστάμενος του Γεωργικού Γραφείου Δράμας Σταύρος Κισάγιζλης οραματιζόταν την προοπτική να μετατραπούν οι περίπου δέκα αμπελουργικοί συνεταιρισμοί του νομού σε μία σοβαρή ανώνυμη βιομηχανική οινοποιητική εταιρεία, προς όφελος τόσο των συνεταιριστών όσο και των καταναλωτών της περιφέρειας. Εξάλλου, τα στατιστικά της Οικονομικής Εφορίας ήταν αποκαλυπτικά: στη Δράμα την εποχή εκείνη καταναλώνονταν τεράστιες ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών, προπάντων ούζου, οι οποίες έρχονταν από τη νότια Ελλάδα.7

Ο Αμπελουργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός «Ομόνοια» γιόρταζε με επισημότητα την τελετή αγιασμού των σταφυλιών τον Αύγουστο στην πλατεία των αμπελώνων του στη θέση Ροντίνα. (Φωτογραφία: Αρχείο Φώτη Μπέγγα)

Κοιτάζοντας αναδρομικά τις συντονισμένες ενέργειες της ΕΑΠ για την αναβίωση και επέκταση της αμπελουργίας, αντιλαμβανόμαστε τη σημασία του αναπτυξιακού μοντέλου της. Ωστόσο ο πόλεμος, η Κατοχή του 1941-44 και ο Εμφύλιος ανέκοψαν την πορεία της αμπελουργίας-οινοποιίας την τραυματική δεκαετία του 1940. Τον μίτο της τοπικής αμπελουργίας ξανάπιασαν πρωτοπόροι οινοπαραγωγοί τη δεκαετία του 1980. Έκτοτε η οινοποιία διαγράφει ανοδική τροχιά και γνωρίζει παγκόσμια φήμη. Σήμερα η Δράμα ανάγεται σε μείζονα οινικό προορισμό και γεννά θεσμούς που προβάλλουν τα τοπικά κρασιά. Κορυφαίος θεσμός η ΔραμΟινογνωσία.

Από τη λατρεία του Διονύσου στον Άγιο Τρύφωνα

Ο Άγιος Τρύφωνας (εξ ου και ο προαναφερθείς ομώνυμος συνεταιρισμός) καθιερώθηκε ως ο άγιος προστάτης των αμπελουργών. Παρουσιάζεται μάλιστα σε νεότερες αγιογραφίες να κρατά κλαδευτήρι. Το κλάδεμα είναι η σημαντικότερη αμπελουργική εργασία. Αναζωογονεί το αμπέλι και καθορίζει την ποσοτική και ποιοτική απόδοσή του. Το γεγονός ότι ξεκινούσε τον Φεβρουάριο φαίνεται ότι έπαιξε ρόλο στην καθιέρωση της γιορτής του Αγίου στην αρχή του μήνα.8 Τον Άγιο Τρύφωνα τιμούσαν με γιορτές και πανηγύρια και πάντα με το καθιερωμένο κουρμπάνι σε όλες τις οινικές περιοχές της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμυλίας και ευρύτερα των Βαλκανίων.9 Στη Δράμα οι αμπελουργικοί συνεταιρισμοί γιόρταζαν τη μνήμη του πολιούχου τους. Προς τιμήν του άλλωστε δόθηκε το όνομά του σε αμπελότοπο νότια της πόλης. Πολιτισμικές διαδοχές και συνέχειες.


1 Θεόφιλος Δ. Αθανασιάδης, «Αι κοινότητες του Νομού Δράμας», Οικονομική Στατιστική του Νομού Δράμας 1927 (Φεβρουάριος 1928), [Δράμα], σ. 67.
2 Για τα ευρήματα της λατρείας του Διονύσου βλ. ενδεικτικά: Χάιδω Κουκούλη-Χρυσανθάκη, «Ο αρχαίος οικισμός της Δράμας και το Ιερό του Διονύσου», ΠΕΣΔ 1, Δράμα 1996, σ. 67-86˙ Κατερίνα Περιστέρη, «Ανασκαφική έρευνα στην Καλή Βρύση Δράμας (1991-1993)», ΠΕΣΔ 2/1, σ. 161-163.
3 Γ. Παλαμιώτης, Γεωργική Έρευνα της Μακεδονίας, Αθήνα 1914, σ. 164.
4 Για την αμπελουργία στο πλαίσιο της αποκατάστασης των αγροτών προσφύγων βλ. Σταύρος Κισάγιζλης, «Ο εποικισμός των αγροτών προσφύγων της περιφερείας Δράμας», Ετήσιον Δελτίον του Εμπορικού & Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Καβάλας 1927-1928, 5 (1928) 65-68.
5 Θάρρος, 11.12.1924.
6 Θάρρος, 21.1.1926. Για την ανεύρεση προτομής του Διονύσου σε αμπέλι στην περιοχή της Νέας Στενημάχου βλ. Ελένη Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου, «Προτομή Διονύσου από τη Δράμα», ΠΕΣΔ, 2/1, σ. 169-175.
7 Γεωργία Μπακάλη, «Τα ’20ς και ’30ς της Δράμας: Μια περιδιάβαση στη ζωή τής –όχι και τόσο ανέμελης– “Belle Époque”» Β΄, Δίοδος 66100, 18 (7/2020) σ. 56.
8 Η πληροφορία προέρχεται από τις αφηγήσεις του παππού μου, που ήρθε από το Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης και καλλιεργούσε αμπέλια στην Αγία Παρασκευή.
9 Στη Στενήμαχο έσφαζαν το κουρμπάνι, που ήταν συνήθως μοσχάρι ή βόδι, και μοίραζαν το κρέας σε όλη την κοινότητα. Στο Καλαμπάκι το έθιμο, φερμένο από πρόσφυγες του Κρυόνερου της Ανατολικής Θράκης, αναβιώνει κάθε χρόνο του Αγίου Αθανασίου. Είναι έθιμο με ευετηριακό και γονιμικό χαρακτήρα.

(Το άρθρο αυτό αναρτάται στη συνέχεια στην ιστοσελίδα για την ιστορία και τον πολιτισμό της Δράμας: pylidramas.gr )

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ
Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!