Του Κων/νου Αθ. Βόλακλη Ph.D., Κλινικός Εργοφυσιολόγος
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) αποτελεί μία χρόνια, φλεγμονώδη και αυτοάνοση νόσο που προσβάλει τις αρθρώσεις προκαλώντας παραμόρφωση αυτών και χρόνια αναπηρία. Προσβάλει περίπου 1% του πληθυσμού, αφορά περισσότερο τις γυναίκες και ο σχετικός κίνδυνος εμφάνισης αυξάνεται με την ηλικία, ενώ υψηλό είναι και το οικονομικό κόστος όπου στις ΗΠΑ έχει αναφερθεί ότι ανέρχεται ετησίως στα 5800 $ ανά ασθενή.
Παράλληλα με τη φαρμακευτική αγωγή, η οποία στοχεύει στη σταθεροποίηση της κλινικής εικόνας και στην ελαχιστοποίηση των παθολογικών αλλοιώσεων στα δομικά στοιχεία των αρθρώσεων, τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται όλο και περισσότερο προγράμματα άσκησης με στόχο την ανακούφιση των συμπτωμάτων και την καθημερινή βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Eπιπρόσθετα, πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι η συστηματική άσκηση σε ασθενείς με ΡΑ δύναται να επιφέρει βελτίωση της φυσικής κατάστασης και μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου καθώς επίσης και να μειώσει τις εξάρσεις και τη βαρύτητα της ασθένειας. Ως επιστέγασμα των σύγχρονων εξελίξεων, η άσκηση ως οικονομικό και αποτελεσματικό μέσο προτείνεται πλέον συμπληρωματικά της θεραπευτική αγωγής σε ασθενείς με ΡΑ στις κατευθυντήριες οδηγίες πολλών επιστημονικών εταιρειών.
Η άσκηση ως μέσο πρόληψης
Αρκετές επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης ρευματικών παθήσεων στα άτομα που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας. Mεταξύ 30.112 γυναικών όσες ανέφεραν αυξημένη φυσική δραστηριότητα στον ελεύθερο χρόνο τους (περισσότερο από 20 min ημερησίως) παρουσίασαν μείωση του σχετικού κινδύνου εμφάνισης ΡΑ κατά 35% μετά από επτά έτη παρακολούθησης. Σε σχετική μετα-ανάλυση όπου συμμετείχαν 255.365 ασθενείς βρέθηκε μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 21% σε όσους ανέφεραν το υψηλότερο επίπεδο φυσικής δραστηριότητας συγκριτικά με όσους έκαναν καθιστική ζωή. Βάσει των ερευνών αυτών, η μείωση της πιθανότητας νόσησης ισχύει ακόμη και μετά από στάθμιση ως προς πιθανούς παράγοντες που επηρεάζουν την εκδήλωση της ΡΑ όπως η ηλικία, το επίπεδο παχυσαρκίας, το κάπνισμα, κ.α.
Η άσκηση ως μέσο θεραπείας
Η άσκηση δύναται να μειώσει τα συμπώματα πόνου και το αίσθημα κόπωσης που παρουσιάζουν πολλοί ασθενείς βελτιώνοντας τη γενικότερη λειτουργικότητα του σώματος όσο και των επιμέρους αρθρώσεων καθώς και την ποιότητα ζωής. Εφόσον αυτή διεξάγεται συστηματικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα αναμένεται βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας και των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου γεγονός που επιφέρει μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνητότητας, ενώ ορισμένοι αναφέρουν και μείωση των κλινικών εκφράσεων της ασθένειας.
Στους βασικούς μηχανισμούς της άσκησης έχουν αναφερθεί προσαρμογές που αφορούν τη μείωση του οξειδωτικού stress και της φλεγμονής, την ενίσχυση του ανοσοποιητικού, τη μείωση στα επίπεδα μεταλοπρωτεϊνασών, επιγενετικές αλλαγές και τη βελτίωση παραμέτρων της φυσικής κατάστασης.
Xαρακτηριστικά προγραμμάτων άσκησης
Συνήθως εφαρμόζεται η αερόβια άσκηση με ένταση που αντιστοιχεί στο 50 με 70% της HRmax, ενώ τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται και πρωτόκολλα υψηλότερης έντασης καθώς και ειδικά προγράμματα μυϊκής ενδυνάμωσης με καλά αποτελέσματα. Η διάρκεια μπορεί να είναι βραχύβια (μερικές εβδομάδες) είτε μακροχρόνια όπου σε αυτή την περίπτωση αναμένονται σημαντικά οφέλη που σχετίζονται με τη βελτίωση της κλινικής εικόνας και την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου. Θετικές προσαρμογές της άσκησης έχουν επίσης αναφερθεί σε διάφορες κλινικές εκφράσεις και ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια νόσησης. Ιδιαίτερα επωφελής έχει αποδειχτεί η άσκηση στο νερό εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών του υδάτινου περιβάλλοντος (άνωση, υδροστατική πίεση, θερμοκρασία νερού).
Συνοψίζοντας, η σωματική άσκηση κατέχει κεντρικό ρόλο στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας προκαλώντας πληθώρα θετικών προσαρμογών. Με βάση τις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις η εφαρμογή της άσκησης προτείνεται ως συμπληρωματικό μέσο θεραπευτικής αγωγής σε ασθενείς με ΡΑ δεδομένου ότι συντελεί αποφασιστικά στη μείωση των κλινικών εξάρσεων της πάθησης βελτιώνοντας σημαντικά τη συμπτωματολογία και την ποιότητα ζωής των ασθενών.

















