Η Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών, της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως. «Εμνήσθην ημερών αρχαίων»

0
1101

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Μεγαλοβδομαδιάτικα στο χωριό μου σταματούσε η κάθε είδους εργασία στον κάμπο. Προσφύγων καταφύγιο σε χαλάσματα τσιφλικάδων ήταν η πρώτη κατοίκηση από τους πρόσφυγες του 1922- 1923. Μαυρότοπο, τον είπαν για να είναι η ονομασία ταιριαστή με το μαύρο των στεκούμενων νερών από τα τενάγη των Φιλίππων και τη μαύρη άχαρη ζωή των ξεριζωμένων ως την προσαρμογή τους. Σήμερα ο Μαυρότοπος λέγεται πλέον Αργυρούπολη. Κι αυτό γιατί χρυσίζοντα είναι τα στάχυα που προσφέρει στην παραγωγή και «χρυσός» είναι ο σπόρος μπροστά και μετά από τα αλωνίσματα. Αλλά και στην αμειψισπορά με τα «χρυσά» φυλλώματα του καπνού ξεχρεώνεται η χάρις της επιλογής και του ιδρώτα που ξοδεύτηκε στις καλλιέργειες.
Οι αμιγείς κάτοικοι του χωριού μου έφεραν από την «πατρίδα» ήθη κι έθιμα αξεπέραστα ως και σήμερα μετά από περίπου εκατό χρόνια, όπως: «Έπαυαν κάθε δουλειά την εβδομάδα που προηγείτο του Πάσχα. Έκαναν όπως ήξεραν από την «πατρίδα». Η βασική αιτιολογία σχετίζονταν με την αποφυγή γεωργικών εργαλείων που θύμιζαν φονικά όργανα, σφυριά, κασμάδες, τσάπες. Αλλά και κάθε έκφραση χαράς την απόφευγαν, αφού κόντραρε ως προσβολή προς τις μέρες των παθών του Χριστού. Δεν ήταν πρόσφορη η μνήμη του πένθους στην κάθε είδους ευεξία. Η ένωση των λέξεων χαρά και λύπη, η χαρμολύπη στη σύνθεσή της που ήταν εύηχη και περιεκτική σε νόημα, δε τους επηρέαζε.
Οι καθημερινές ενασχολήσεις συχνά περιορίζονταν στα απολύτως αναγκαία Μεγαλοβδομαδιάτικα, όπως το πότισμα των κηπευτικών, το ξεβοτάνισμα των αρωματικών φυτών (του μαϊντανού, του άνηθου και του δυόσμου), αλλά και το επιφανειακό ξεχορτάριασμα στις αράδες με τα κρεμμυδάκια και τα σκορδάκια, τα μαρουλάκια και τα ραπανάκια. Όλα αυτά στην ουσία ανέμεναν τα γυναικεία χέρια. Ο πόνος στη μέση που ακολουθούσε εύρισκε την «αποπληρωμή» του στη σκέψη, πως επρόκειτο τα ζαρζαβατικά να προσθέσουν με την παρουσία τους γεύση και ομορφιά στο πασχαλιάτικο τραπέζι. Ίσως πάλι να φυσούσε ένα νεύμα υποψίας για καλύτερες μέρες. Συνακόλουθα θα περιέλουζε όλους εμάς η αισιοδοξία στις εκάστοτε πασχαλιάτικες συνάξεις μας, ευχαριστώντας το Θεό για την εκ νεκρών Ανάσταση του Χριστού.
Εκείνο όμως που επισημαίνεται και έχει απόλυτη σχέση με την οικογενειακή σύμπνοια των ημερών, εναρμονίζεται με το ρόλο της γιαγιάς μας. Η γιαγιά ως οικοδέσποινα έλεγε και επιθυμούσε να ψιθυρίζονται οι ψαλμοί των ακολουθιών που ψέλνονται στις εκκλησίες μας, όπου κι αν βρισκόμασταν στη διάρκεια της Εβδομάδας των Παθών. Η ίδια ήξερε πολλούς, αν όχι όλους τους περισσότερους από τους εκκλησιαστικούς ύμνους, χωρίς την απαραίτητη κατανόηση ορισμένων λέξεων. Κι ενώ τα χέρια καταγίνονταν με τα ανεπιθύμητα ζιζάνια και το ξερίζωμα από τις ριζωμένες αγριάδες, από το στόμα της και τα στόματά μας δεν εξέλιπαν τα Πασχάλια. Κυρίαρχο ψάλσιμό της γιαγιάς: «Το νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ˙ λάμπρινόν μου την στολήν της ψυχής, φωτοδότα, και σώσον με».
Με το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι της, με τις δυο άκρες της μαντήλας δεμένες φιόγκο πάνω από τη χωρίστρα των μαλλιών της, είχε, μπορεί να πει κανείς, στημένες τις κεραίες της για να εισπράττει τα δικά της μηνύματα από το «υπερπέραν». Να τα παίρνει και να τα αναμεταδίδει. Έτσι συνέχιζε ασταμάτητη τις ψαλμωδίες της. Τα εγκωμιαστικά προς τη Θεοτόκο (τη με σιγή θρηνωδό μάνα του Χριστού, της του υιού του Θεού) που τις παρέθεσαν οι της Οικουμένης νοήμονες υμνωδοί, τη συγκινούσαν τη γιαγιά μας αφάνταστα. Έπιανε στον αέρα κάθε ήχο, κάθε λέξη και την παρέθετε στη σειρά, όπως την έπλαθε η γλώσσα των υμνογράφων, οι γνώστες και πλάστες των Θεοτοκίων, όπως έγραφαν: «Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις Σε καταφεύγομεν, ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν».
Έψαλλε η γιαγιά, σιγαλά, ήρεμα, αραδιαστά, χωρίς αποκοπή από τις πηγές της. Εμείς ένα γύρω κοντά της ακολουθούσαμε την απόδοση των ύμνων της, όχι ακριβώς παθητικά, ούτε προσαρμοστικά. Αλλά, από μια ενδόμυχη υπαγόρευση, πως κάτι κάπου στο εσώτερο είναι μας κάτι από τον εσωτερικό της πλούτο κοιμόνταν μέσα μας. Καθώς βρήκαν την ευκαιρία να ακουστούν τα ακούσματά μας από εκείνη ακουστά, δεν είχαμε λόγους να σταματήσουμε. Μόνο η μεγάλη αδελφή μας, η οποία έφερνε το όνομά της, σηκώθηκε κάποια στιγμή όρθια και ρώτησε: «Πώς γίνεται να ξέρεις τόσους ψαλμούς γιαγιά;» Η γιαγιά μας δε μίλησε. Μας άφησε να βρούμε το ευδιάκριτο γιατί. Κάθε χρόνο από την Κυριακή των Βαΐων ως την Κυριακή του Πάσχα το ίδιο σκηνικό σε ίδιο και απαράλλακτο αποτύπωμα μνήμης. Χρόνια και χρόνια επακριβώς επαναλαμβανόμενο. Και η επανάληψη μητέρα κάθε μαθητείας που συμβάλλει στο «εμνήσθην ημερών αρχαίων».
Αυτό σημαίνει πως παραδίπλα από τη μάθηση η επανάληψη στα φετινά απόβραδα της Μεγάλης Εβδομάδας θα αναχωρήσει οριστικά. Μόνη ελπίδα τα όσα αποκόμισαν οι πιστοί το βράδυ της Ανάστασης. Ο λαός, όπως τον ερμήνευσε ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος, ζητώντας τη βοήθεια του Θεού θα βρει τα νέα μονοπάτια για τα αδιέξοδά του μέσα στις χαράδρες των δυσκολιών. Και η γιαγιά μας μέσα από υπαρκτές χαράδρες του αιώνα της, τη φοβερή απειλή του λοιμού, την φρικώδη οδύνη του κίτρινου πυρετού, από ελονοσία των στεκούμενων νερών των Φιλίππων στον κάμπο της Δράμας, είδε στο Πάσχα των ημερών της λύτρον αγάπης και μας το μετέδωσε. Ακριβώς όπως μεταδόθηκε το φως της Αναστάσεως από μπαλκόνι σε μπαλκόνι εικονικά. Αλλά η γιαγιά περνώντας το Πάσχα ως Πέρασμα, πέρασε στην άλλη ζωή. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here