Γεωργία Μπακάλη
Η πρώτη επέτειος της απελευθέρωσης της Δράμας από τη βουλγαρική κατοχή (1912-1913) γιορτάστηκε μεγαλοπρεπώς. Τότε, την 1η Ιουλίου 1914, επί δημαρχίας Δημητρίου Βάντση, η γιορτή εκείνη έλαβε πάνδημο χαρακτήρα. Το απόγευμα «εις ρομαντικήν θέσιν» στις πηγές της πόλης στήθηκε λαϊκό πανηγύρι μέχρι την εσπέρα. Στο δημοτικό καφενείο παρατέθηκε πλούσιο τραπέζι και το γλέντι έληξε με λαμπαδηφορία και πυροτεχνήματα, «εν μέσω ακρατήτου ενθουσιασμού των κατοίκων».1 Δεκαπέντε χρόνια μετά την απελευθέρωση, το 1928, ο Γυμναστικός Σύλλογος Δόξα ανακοίνωσε ότι την 1η Ιουλίου, «ημέραν απελευθερώσεως της πόλεώς μας», θα γιόρταζε (όπως προέβλεπε άρθρο του τροποποιημένου καταστατικού του το 1927) τη δεκαετή επέτειό του με αγώνες στίβου στο Στάδιο και ποδοσφαιρικές συναντήσεις.2
Ήταν μια τεχνητή επέτειος. Ο Σύλλογος δεν ιδρύθηκε την ημέρα της απελευθερώσεως της Δράμας (1 Ιουλίου 1913). Ευφυής, ωστόσο, η επινόηση της παράλληλης γιορτής, ιστορικής και αθλητικής μαζί. Καθόλου τυχαία και με ιδιαίτερη σημασία. Δημιουργούσε πνεύμα ενότητας και ιστορικής συνέχειας στην κοινωνία. Συγχρόνως λειτουργούσε ως μηχανισμός συνειρμικής σύνδεσης ανάμεσα στην πρώτη (1913) και τη δεύτερη (1918) απελευθέρωση· ανάμεσα στην ιστορία του Συλλόγου και στην ιστορία της πόλης. Για τα μέλη της κοινότητας η Δόξα γινόταν αντιληπτή ως στοιχείο της ταυτότητάς τους. Μέσω της γιορτής της καλλιεργούσε μια αθλητική και πολιτισμική συνείδηση. Ως ο παλαιότερος αθλητικός σύλλογος, διεκδικούσε την τοπική αθλητική ηγεμονία, σε μια εποχή όπου μετά την έλευση των προσφύγων ιδρύονταν αθρόοι οι σύλλογοι. Η Δόξα, ως συμβολική έκφραση διαφόρων εκδοχών της τοπικότητας, μιας ανήσυχης μεσαίας αστικής τάξης και μιας ελίτ, ορμώμενης από τις αξίες του αθλητισμού και τα εθνικά ιδεώδη για την «εξύψωσιν της αθλητικής ιδεολογίας και της ευγενούς ελληνικής ψυχής»,3 διαμόρφωνε (και με τη διπλή γιορτή) μια κυρίαρχη ταυτότητα που αναζητούσε σαφείς κοινωνικές και πολιτισμικές αναφορές.

Για το πότε ακριβώς ιδρύθηκε η Δόξα δε διαθέτουμε πρωτογενείς γραπτές πηγές. Σύμφωνα με μεταγενέστερες καταγραφές, αναφέρεται ότι ιδρύθηκε αμέσως μετά την απελευθέρωση από τη δεύτερη βουλγαρική κατοχή, δηλαδή προς τα τέλη του 1918. Τότε «μερικά διαλεχτά παιδιά της Δράμας σκέφτηκαν για τη σωματική τους ανάπτυξη και δημιούργησαν τον άριστο σύλλογο της Δόξας», έγραφε ο λόγιος Κώστας Δρακόπουλος (1903-1975), σύγχρονος εκείνων των παιδιών.4 Στις 2 Δεκεμβρίου 1938 η εφημερίδα Φάρος θύμιζε στους αναγνώστες ότι συμπληρώνονταν είκοσι χρόνια από τη στιγμή που οι πρώτοι ποδοσφαιριστές ίδρυσαν τον ΓΣ Δόξα, «το άριστον σωματείον του Αριστάκη», εννοώντας τον Αρίσταρχο Σιμόπουλο, μετέπειτα αρχηγό του ποδοσφαιρικού τμήματος.
Η Δόξα συνέχισε μέχρι το 1940 να γιορτάζει την επέτειό της με ποδοσφαιρικές συναντήσεις στο Στάδιό της. Το ποδόσφαιρο ήταν στοιχείο της πολιτισμικής κουλτούρας των Δραμινών ήδη από τον Μεσοπόλεμο. Το 1939 οι Δοξαίοι ετοίμαζαν ενθουσιώδη υποδοχή στον Ολυμπιακό Πειραιώς, προσκεκλημένο από τη Δόξα για την καθιερωμένη ποδοσφαιρική συνάντηση.5 Μαζί ήρθε και η Μεικτή Αθηνών, η επονομαζόμενη Άρσεναλ. Το φίλαθλο κοινό της Δράμας είχε τη χαρά να δει δημοφιλείς παίκτες και να απολαύσει πλούσιο θέαμα και πολλά γκολ με αθηναϊκή σφραγίδα (Δόξα-Ολυμπιακός 0-5 και Ελπίς-Άρσεναλ 1-2).6 Μια ποδοσφαιρική γιορτή.
1 Ιουλίου 1953: Τα εγκαίνια του ανακαινισμένου Σταδίου
Στα χρόνια της Κατοχής (1941- 1944) το καύχημα της Δόξας, το Στάδιο, ισοπεδώθηκε. «Οι Βούλγαροι […] όχι μόνον το εξεθεμελίωσαν, το κατέστρεψαν, αλλά και το μετέτρεψαν εις οργωμένο χωράφι», για να εκλείψει «μία εστία ελληνισμού και πολιτισμού της Ανατολικής Μακεδονίας».7
Ακολούθησαν δώδεκα χρόνια σιωπής. Χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία και τις εισφορές σε χρήμα και εθελοντική εργασία των Δραμινών φιλάθλων και με ελάχιστη κρατική ενίσχυση, το Στάδιο ανοικοδομήθηκε την περίοδο 1948-1953. Περιφράχθηκε με τοίχους ύψους 3,5-4,5 μέτρων, κατασκευάστηκαν κερκίδες από μπετόν για 3 χιλιάδες καθήμενους, αναχώματα για 6 χιλιάδες ορθίους, ανεγέρθηκαν αποδυτήρια, διαμορφώθηκε στίβος προπόνησης αθλητών και γήπεδο ποδοσφαίρου περιφραγμένο με κιγκλίδωμα ύψους 2 μέτρων.8 Το ανοικοδομημένο Στάδιο αναγόταν όχι μόνο σε σύμβολο της επιχειρούμενης τότε ανασυγκρότησης αλλά και σε σύμβολο εθελοντισμού. Μια παρακαταθήκη στην οποία αξίζει να ανατρέχουμε (και να αναρωτηθούμε πού πήγε όλη εκείνη η αίσθηση της κοινότητας που υπήρχε τότε και πώς φτάσαμε από εκείνο το σημείο στο σήμερα).
Το όραμα για μια μεγάλη Δόξα αναστήθηκε. Την 1η Ιουλίου 1953 η πόλη, σημαιοστολισμένη και πεντακάθαρη, γιόρταζε την τεσσαρακοστή επέτειο της απελευθέρωσής της και ο ΓΣ Δόξα ένα σπάνιο αθλητικό γεγονός, ένα θαύμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας: τα εγκαίνια του ανακατασκευασμένου Σταδίου. Σε κλίμα πανηγυρικό ο πρόεδρος Αντώνης Καστρινός έκοψε την κορδέλα. Στο μεταξύ το ΔΣ της Δόξας, για να τέρψει τους φιλάθλους με δυνατές αγωνιστικές συγκινήσεις, είχε φροντίσει να καλέσει τον Παναθηναϊκό, πρωταθλητή Ελλάδας 1952-1953. Το απόγευμα στο Στάδιο ο κόσμος απόλαυσε το ματς Δόξα-Παναθηναϊκός (2-2). Η γιορτή έκλεισε με δείπνο των ομάδων στο ιστορικό εστιατόριο «Γαλλία».9
1958: Η λαμπρότερη επέτειος (και στο βάθος σκοπιμότητες)
Η Δόξα βρήκε τον πιο πανηγυρικό τρόπο για να γιορτάσει την 40ετηρίδα της. Οργάνωσε τους 44ούς Πανελλήνιους Αγώνες Στίβου Ανδρών.10 «Ο τρόπος αυτός εορτασμού είναι σύμφωνος με τον αθλητικό σκοπό και προορισμό της Δόξης και είναι συνεπής προς την μακράν και επιτυχή αθλητική δράσι της Δόξης», έλεγε ο Καστρινός από μικροφώνου κατά τον πανηγυρικό χαιρετισμό του.11 Το τριήμερο 18-20 Ιουλίου η «ηρωική ακριτούπολις της Δράμας», όπως είχε καταγραφεί στη συλλογική μνήμη η μαρτυρικότητα του τόπου, βρέθηκε στο επίκεντρο της αθλητικής ζωής της χώρας».12 Η τέλεση των Πανελληνίων ήταν ύψιστη τιμή για την πόλη, και για τον λόγο ότι τέθηκαν υπό την προστασία του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ήταν προπάντων ένα μεγάλο στοίχημα για τη Δόξα και την πόλη να συνεργαστεί με τοπικούς φορείς και να θέσει σε λειτουργία έναν ολόκληρο οργανωτικό μηχανισμό. Η Δόξα ξεπέρασε τον εαυτό της. Η οργανωτική επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι των συλλόγων Ελπίς και Άρης, προγραμμάτισε και πραγματοποίησε ένα μεγαλειώδες αθλητικό τριήμερο. Έκλεισε με τη διεξαγωγή Μαραθωνίου, με διαδρομή από το Εθνικό Στάδιο, στροφή στους Φιλίππους, επιστροφή μέσω Δοξάτου για να αποτίσουν οι αθλητές φόρο τιμής στο Ηρώο. Συμβολισμοί και ένα βαρύτιμο έπαθλο για τον νικητή από τον Δήμο Δοξάτου!13
Ήταν και μια ευκαιρία τόνωσης της οικονομικής κίνησης της πόλης. Επί 4-5 ημέρες θα φιλοξενούνταν στην πόλη 350-400 αθλητές, 50 επιτελείς του ΣΕΓΑΣ και άλλοι 50 εκπρόσωποι αθλητικών σωματείων από όλα σχεδόν τα διαμερίσματα της χώρας και την Κύπρο ακόμη.14 Αναμφίβολα ήταν ευτύχημα για τους Δραμινούς η δυνατότητα δουν από κοντά ορισμένους αθλητές φημισμένους και εκτός Ελλάδας (τον Ολυμπιονίκη Γεώργιο Ρουμπάνη του Πανελληνίου, τον Βαλκανιονίκη Ευάγγελο Δεπάστα του Πανιωνίου κ.ά.). Οι Δραμινοί δεν διακρίθηκαν στον στίβο. Μόνο ο γυμναστής της Ελπίδας Σταμάτης Σμυρνιώτης κατέκτησε την τρίτη θέση στα 400 μ. μετ’ εμποδίων.15 Ο Παναθηναϊκός, που γιόρταζε τα 50 χρόνια από την ίδρυσή του, σάρωσε τις πρωτιές.16 Το 1958 στο Στάδιο της Δράμας καταρρίφθηκαν δέκα πανελλήνια ρεκόρ, γεγονός που αξίζει μια θέση στην αθλητική ιστορία της χώρας.
Δύσκολα αποφεύγει κανείς τον πειρασμό να σκεφτεί ότι η ανάληψη των Πανελληνίων εξυπηρετούσε επικοινωνιακές στρατηγικές του Συλλόγου. Το 1958 οι Μαυραετοί πετούσαν. Η Δόξα Δράμας ήταν «το καλύτερο συγκρότημα της Ελλάδος», δήλωνε ο Ιταλός προπονητής της Εθνικής Βιτόρε (Ρίνο) Μαρτίνι μετά τη νίκη της επί της Νίκης Βόλου.17 Προκρίθηκε στους αγώνες Κυπέλλου και στις 30 Ιουλίου το διεκδικούσε από τον πρωταθλητή Ολυμπιακό. Η επιτυχής διοργάνωση των Πανελληνίων σφράγιζε την εμπορική αξία της Δόξας. Ήταν μια ομάδα που «πουλούσε». Παραπέρα, με τους Πανελληνίους όλη η Ελλάδα έμαθε σε ποιο σημείο του χάρτη βρισκόταν η Δράμα, έλεγε ο Καστρινός στον απολογισμό του. Και αυτό, υπογράμμιζε, χάρη στη Δόξα, την ομάδα γέννημα μιας πόλης 30.000, που τόλμησε να συναγωνισθεί την πρωτεύουσα και τη συμπρωτεύουσα.18 Δεν ήταν υπερβολή.
Επί προεδρίας Καστρινού (1952-1964) η Δόξα συνδέθηκε με αθλητικούς οραματισμούς, αξιακά προτάγματα και ατομικές φιλοδοξίες. Η σχέση του με τη Δόξα ήταν στοιχείο της προσωπικής του μυθολογίας. Συνέβαλε στην ακμή της κατά το χρονικό διάστημα 1956-1962. Έχοντας σταθεροποιήσει την προεδρία στον Σύλλογο, ο Καστρινός έβαζε μπρος για νέους θώκους με όχημα τους Πανελληνίους. Μετρούσαν πολιτικά.
Ήταν υποψήφιος βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων στις εθνικές εκλογές της ίδιας χρονιάς και υποψήφιος δήμαρχος στις δημοτικές το 1959. Δεν ήταν δα και λίγο για την εικόνα του να βρίσκεται στην τριμελή ελλανόδικο επιτροπή ανάμεσα σε προσωπικότητες του ελληνικού αθλητισμού, τον πατριάρχη του Παναθηναϊκού και πρόεδρο του ΣΕΓΑΣ Απόστολο Νικολαΐδη και τον θρυλικό αθλητή και παράγοντα του ελληνικού αθλητισμού Δημήτρη Καραμπάτη.
Ο επετειακός εορτασμός του 1958 αντανακλά εκείνη την ακμαία περίοδο (1956-1962) της Δόξας και αποτελεί ακόμη ένα τεκμήριο της σύνδεσής της με την τοπική κοινότητα. Εδώ, ας σημειωθεί, ότι η περίοδος εκείνη κυριάρχησε στο κοινωνικό φαντασιακό, μυθοποιήθηκε, εξιδανικεύτηκε, ώστε σήμερα να διαχέεται στον δημόσιο λόγο μια νοσταλγία για το τέλος «της αθωότητας» και των «ρομαντικών» χρόνων του ποδοσφαίρου πριν από την πλήρη επαγγελματοποίηση και εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου.
Μετά ήρθαν δίσεκτοι καιροί για τους Μαυραετούς: καθίζηση της ποδοσφαιρικής ομάδας, αφαίμαξη των δυνάμεων της Δόξας από την «αδηφάγο βουλιμία των συλλόγων του κέντρου»,19 διοικητικές ανεπάρκειες. Σε συνδυασμό γενικότερα με το πέρασμα σε μια απρόσωπη, τεχνοκρατική και λιγότερο άμεση σχέση των φιλάθλων με το ποδόσφαιρο επήλθε αποσύνδεση της ομάδας από την τοπική κοινωνία και την κουλτούρα που είχε αναπτυχθεί γύρω από την ομάδα και το γήπεδο. Οι λαμπρές γιορτές της πέρασαν το κατώφλι του παρελθόντος και κλείστηκαν στα άδυτα της λήθης.
♦ ♦ ♦
Είμαστε σήμερα εμπρός σε μία πρόκληση: το Στάδιο της Δόξας κλείνει το 2027 έναν αιώνα ζωής και το 2028 η υπεραιωνόβια Δόξα τον κύκλο των 110 χρόνων. Στο ιστορικό σπίτι της Δόξας, το παλαιότερο της πόλης και της περιοχής της, άφησε ανεξίτηλο το αγωνιστικό της αποτύπωμα μια αξιομνημόνευτη‒για εμάς του Δραμινούς και όχι μόνο‒ γενεαλογία παικτών.
Εκεί τα παιδιά της γειτονιάς μεταμορφώθηκαν σε Μαυραετούς του Βορρά. Εκεί οπαδοί και φίλαθλοι της Δόξας αναζήτησαν τις συγκινήσεις που τρέφονταν από τους αγώνες της ομάδας τους. Κραύγασαν το «Δόοοξα», πανηγύρισαν θριάμβους αγκαλιασμένοι με τον διπλανό φίλαθλο, θρήνησαν τη «μεγάλη ηττημένη», διαμαρτυρήθηκαν για «άδικα» πέναλτι. Για τους παλαιότερους Δραμινούς το Στάδιο είναι οι Κυριακές της νιότης τους στο πέταλο. Το Στάδιο είναι ποτισμένο από την ιστορία του ΓΣ Δόξα και της πόλης. Παραμένει ένα τοπόσημο αστικής και συλλογικής μνήμης.
Το χρυσό ιωβηλαίο του Σταδίου είναι μια καλή ευκαιρία για εορτασμό.
Κάποια αποσπάσματα του παρόντος άρθρου είναι προδημοσίευση του υπό έκδοση ιστορικού-φωτογραφικού λευκώματος για το δραμινό ποδόσφαιρο και τη Δόξα Δράμας.
1Νέα Αλήθεια, 4.7.1914˙ Μακεδονία, 5.7.1914.
2 Θάρρος, 30.6.1928.
3 Δημήτριος Στυλίδης (πρόεδρος Συλλόγου Δόξας), «Ο Γυμναστικός Σύλλογος η “Δόξα” και το Στάδιόν του», [εφημ.] Η Δόξα, 25.12.1927.
4 Η Δόξα, 25.12.1927.
5 Αθλητισμός, 21.6.1939.
6 Αθλητισμός, 7.7.1939.
7 Αρχείο ΓΣ Δόξας, [αταξινόμητο] αρ. 264, ΔΣ Δόξας προς Υπουργό Βορείου Ελλάδος, 15.12.1955. Με την αναφορά αυτή στην τύχη του Σταδίου, ο Αντώνης Καστρινός επιχειρούσε να τεκμηριώσει το αίτημά να δοθεί από το κράτος οικονομική βοήθεια για την ανοικοδόμηση του.
8 Αρχείο ΓΣ Δόξας, φ. 8, αρ. 84, ΔΣ Δόξα προς Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, 11.7.1961.
9 Θάρρος, 2.1.1953.
10 Θάρρος, 27.9.1957.
11 Αρχείο ΓΣ Δόξα, 44 Πανελλήνιοι, Λόγος Προέδρου ΓΣ Δόξας.
12 Αθλητική Ηχώ, 15.7.1958.
13 Αρχείο ΓΣ Δόξας, 44 Πανελλήνιοι, Ανακοίνωσις ΓΔ Δόξας.
14 Αρχείο ΓΣ Δόξα, 44 Πανελλήνιοι Αθλητικοί Αγώνες ΓΣ Δόξα Δράμας. Οι αθλητές φιλοξενήθηκαν στο Γυμνάσιο Αρρένων, το οποίο μετατράπηκε σε «Αθλητικό Χωριό».
15 Αθλητική Ηχώ, 20. 21. 22. & 23. 7.1958.
16 Αθλητική Ηχώ, 20. 21. 22. & 23. 7.1958.
17 Αθλητική Ηχώ, 6.1.1958.
18 Αρχείο ΓΣ Δόξας, [αταξινόμητο] Απολογισμός 1959.
19 Αθλητική Ηχώ, 12.7.1959. Με τη φράση αυτή ο Σύλλογος Φιλάθλων Οπαδών Δόξης αποδοκίμασε την πιθανολογούμενη μεταγραφή του Τ. Λουκανίδη στον Παναθηναϊκό και παράλληλα του Π. Γρηγοριάδη σε μεγάλο αθηναϊκό σύλλογο.