Αρχική Άρθρο «Στρεβλή Πορεία 1960-1974»

«Στρεβλή Πορεία 1960-1974»

Των Δημήτρη Σωτηρόπουλου και Ευάνθη Χατζηβασιλείου - Εκδόσεις Μεταίχμιο

0
1186

Του Τίμου Παπαδόπουλου Μέλους του ΣΦΕΑ
(Σύλλογος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών)

(Το κείμενο γράφτηκε
ως απόδοση τιμής στην
24 Ιουλίου του 1974).

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η χούντα έπεσε μετά από την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο και την κατοχή του 36% του νησιού. Η αδυναμία του δικτάτορα Ιωαννίδη και, γενικώς, η ανοργανωσιά του Ελληνικού Στρατού κατέληξαν στο φιάσκο της επιστράτευσης. Κι αυτό συνέβη, γιατί η ανικανότητα, οι ψευτοπαλληκαρισμοί και οι εθνικιστικές κορώνες κατά την Επταετία 1967-1974 είχαν δημιουργήσει ένα κράτος ανίκανο και διεφθαρμένο.
Το παράδοξο είναι ότι, από τη στρατιωτική Χούντα, θα περίμενε κανείς να διατηρούσε έναν Στρατό ισχυρό και οργανωμένο, ώστε να μπορούσε να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Κάτι τέτοιο όμως δυστυχώς δεν έγινε.
Από την άλλη, είναι κοινή πεποίθηση ότι ο ελληνικός λαός και η πολιτική του ηγεσία δεν αντιστάθηκαν στη δικτατορία. Τα παραπλανητικά λόγια ότι ο λαός έριξε τη χούντα είναι εκτός πραγματικότητας. Αλλά ο αφελής κόσμος αγκαλιάζει αυτούς που τον κολακεύουν και του χαϊδεύουν τα αυτιά και όχι αυτούς που του λένε σκληρές αλήθειες. Ας θυμηθούμε όλοι ότι το πρωί της 23ης Ιουλίου του 1974 ήταν μια βουβή, συνηθισμένη μέρα, όπως τα επτά προηγούμενα χρόνια. Και το ίδιο βράδυ ξεχύθηκε στους δρόμους μια κοσμοπλημμύρα, «με σημαίες και με ταμπούρλα», να περιμένει τον Καραμανλή από το Παρίσι.

Στο επόμενο διάστημα οι δημαγωγοί έπιασαν στασίδι. Γέμισαν οι μπουάτ με αντάρτικα τραγούδια και οι δρόμοι με γελοία και ανιστόρητα συνθήματα γεμάτα μίσος και ιστορική παραχάραξη: «Δώστε τη χούντα στον λαό» και «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά».
Η Δεξιά δαιμονοποιήθηκε εν συνόλω ενώ η αλήθεια είναι άλλη. Με τη χούντα πήγαν οι φασίστες, οι απολιτικοί, οι φιλόδοξοι και τα κατακάθια της κοινωνίας. Μπορεί όλοι αυτοί να στεγάζονταν κυρίως στην προδικτατορική δεξιά, αλλά μεγάλο κομμάτι της Δεξιάς Παράταξης έδειξε μέσα στη δικτατορία αντιστασιακό φρόνημα και πατριωτικό παράδειγμα. Φάρος αντίστασης κατά της Χούντας υπήρξε το κίνημα του Ναυτικού, που μαζί με την απόπειρα του Παναγούλη να δολοφονήσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, αποτελούν κορυφαίες αντιστασιακές ενέργειες. Στην περίοδο της δικτατορίας, λοιπόν, επώνυμοι και ανώνυμοι δεξιοί βρέθηκαν να συνομιλούν με το Κέντρο και την Αριστερά και να συμπλέουν όλοι όσοι είχαν αντιστασιακή συνείδηση.
Παράδειγμα δεξιών αγωνιστών ήταν η «Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων», που τα ιδρυτικά μέλη της πιάστηκαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν. Νέοι που αντέδρασαν, γιατί η δικτατορία έθιγε την αστική, δημοκρατική τους συνείδηση και βγήκαν φανερά απέναντί της.
Στον αντίποδα, δεν θυμάμαι νέους, φοιτητές, διανοούμενους, αριστερούς αντιστασιακούς που να μην πέρασαν από την ΕΚΙΝ (Ελληνο-Ευρωπαϊκή Κίνηση Νέων). Μόνο που εμείς, οι αριστεροί, μαθημένοι στους λαϊκούς αγώνες, κάναμε οργανωμένη αντίσταση, βασισμένη στο κατοχικό μοντέλο της παράνομης τριαδικής οργάνωσης με ύψιστο στόχο να μην αποκαλυφθούμε.
Πέρα από τα παραπάνω, ίσως αξίζει μια μικρή αναφορά στο πώς και γιατί φτάσαμε στη δικτατορία. Αλλά αυτή τη φορά, ας μην αφήσουμε να γράψουν την Ιστορία οι φανατικοί και οι ιδεολήπτες.

Στο τελευταίο τεύχος του Ιουνίου, στο περιοδικό «books journal», ο Περικλής Κωνσταντινίδης παρουσιάζει το βιβλίο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου και του Δ. Σωτηρόπουλου «Στρεβλή πορεία».
Θα προσπαθήσω να μεταφέρω από τη σημαντική αυτή έκδοση κάποιες αναμφίβολες αλήθειες:
Α) Το κίνημα της 21ης Απριλίου 1967 δεν ήταν κίνημα του Ελληνικού Στρατού αλλά μιας κλίκας ανώτερων (όχι ανώτατων) αξιωματικών. Το αφήγημα περί πραξικοπήματος των ενόπλων δυνάμεων, του παλατιού και των ξένων δυνάμεων καταρρίπτεται από τα υπάρχοντα στοιχεία. Σε αυτή τη διαπίστωση, άλλωστε, έχει καταλήξει και το ΚΚΕ στον τόμο Γ2 με τον τίτλο «Δοκίμια Ιστορίας», που παρουσιάστηκε στον Περισσό στις 24-01-2024.
Β) Πολλά βιβλία, που μιλούν για την περίοδο της δικτατορίας, έχουν γραφεί από πολιτικούς και στρατευμένα πρόσωπα, και είναι μαρτυρίες με ιδεοληπτικές απόψεις και μονομέρειες. Γράφει επ’ αυτού ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου. «Το μεγαλύτερο μέρος της συναφούς βιβλιογραφίας δεν ενδιαφέρεται για το τι πραγματικά συνέβη. Ενδιαφέρεται για τη διατύπωση πολιτικών επιχειρημάτων και την εργαλειοποίηση της ιστορίας, κάτι που εξηγεί και τη σοβαρή υστέρηση, με διεθνείς όρους, της ελληνικής βιβλιογραφίας για την σύγχρονη Ιστορία». Από αυτό το γεγονός προέκυψε μεταδιδακτορικά ένας λαός θυμωμένος και στρεβλά πληροφορημένος, να πιπιλίζει τις καραμέλες που τον κερνούσε η ιντελιγκέντσια και οι τυχοδιώκτες.
Γ) Ο Ηλίας Πετρόπουλος περιγράφει ως εξής τους πραξικοπηματίες του 1967: «Η χούντα ήταν περισσότερο γελοία παρά σκληρή. Άνθρωποι χοντροκομμένοι και αμόρφωτοι παρά ιδεολόγοι και πολιτικοί».

Αυτοί οι γραφικοί μαχαλόμαγκες, το πρώτο πράγμα που επικαλέσθηκαν για να δικαιολογήσουν την πράξη τους ήταν η παραστρατιωτική οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ, που είχε αρχηγό τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Η ιστορία της δημιουργίας της παραστρατιωτικής αυτής οργάνωσης ξεκινάει από τον ακροδεξιό Γεώργιο Γρίβα (αρχηγό της Χ και της ΕΟΚΑ).
Τον Γρίβα τον διάλεξε ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964, όταν στις εκλογές του Φεβρουαρίου έγινε πρωθυπουργός με το εκπληκτικό 52%.
Μοναδικό κριτήριο της επιλογής του Γρίβα ήταν ότι θεωρούνταν αντι-Καραμανλικός, γιατί μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχε αποκαλέσει τον Καραμανλή και τον Μακάριο προδότες. Ο ίδιος αυτός, που προκάλεσε στην Κύπρο προβλήματα με τεράστιο κόστος, δημιούργησε και στην Ελλάδα τη συνωμοτική παραστρατιωτική οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ με την συμμετοχή κατώτατων αξιωματικών.
Γρήγορα όμως τα μέλη του ΑΣΠΙΔΑ αναζήτησαν σοβαρότερο ηγέτη και προσέφεραν την ηγεσία της οργάνωσης στον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο υποσκελισμός έκανε τον Γρίβα θηρίο και, εντέλει, κατάγγειλε δημόσια τη συνομωσία που ο ίδιος είχε οργανώσει.
Είναι γνωστό ότι όσα συνέβησαν τον Ιούλιο του 1965 είχαν ως αιτία, αφενός, την απαίτηση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου να αναλάβει και το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και, αφετέρου, την προσπάθεια του βασιλιά να μην το επιτρέψει. Ως δικαιολογία ο Ανώτατος Άρχων προέβαλε ότι θα ήταν σκάνδαλο να αναλάμβανε ο πρωθυπουργός το υπουργείο, αν απώτερος σκοπός του ήταν να καλύψει τη δράση του ΑΣΠΙΔΑ.
Τα Ιουλιανά υπήρξαν η αρχή της μεγάλης πολιτικής ανωμαλίας που επικράτησε στη χώρα από το καλοκαίρι του 1965 μέχρι την Άνοιξη του 1967. Και κατά τη διετία εκείνη όλοι μιλούσαν για την πιθανότητα να επέμβει ο Στρατός και να επιβάλει δικτατορία.
Δυστυχώς, η Αριστερά αντέδρασε τότε αφελώς και με παλικαρίστικο τρόπο. «Αν τολμήσουν να καταλύσουν τη Δημοκρατία», διαλαλούσε, «ο λαός θα ξεσηκωθεί και θα ανατρέψει τους δικτάτορες». Ο Μίκης έλεγε ότι «Θα χτυπήσουν οι καμπάνες και θα γεμίσουν οι πλατείες από τη λαϊκή οργή στα χωριά και στις πόλεις». Ο Ανδρέας ότι «Ο λαός θα αντισταθεί και δεν θα ανεχθεί καμιά κατάλυση των δημοκρατικών ελευθεριών». Αντί, δηλαδή, να ενθαρρύνουν και να συμμετέχουν σε προσπάθειες για να εκτονωθεί η κατάσταση, μάλλον έριχναν λάδι στη φωτιά.

Στις 21 Απριλίου όλα έγιναν διαφορετικά. Ο λαός δεν ξεσηκώθηκε, καμία καμπάνα δεν χτύπησε και ο Ανδρέας συνελήφθη κρυμμένος στα κεραμίδια του σπιτιού του.
Στην περίοδο της δικτατορίας ο Ανδρέας Παπανδρέου ίδρυσε το ΠΑΚ (Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Κίνημα) και με ακραία συνθηματολογία υπερκέρασε και υπερφαλάγγισε την Αριστερά. Μιλούσε για ένοπλη πάλη, για δολοφονίες χουντικών και ομάδες κρούσης. Λόγια παχιά και φαγητά ανάλατα, που πάντως επηρέασαν το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα για τα επόμενα είκοσι τουλάχιστον χρόνια.
Το πιο σημαντικό που μένει από το βιβλίο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου είναι η πραγματική Ιστορία. Αυτή, δηλαδή, που αποκαλύπτει τον μύθο για το πώς φτάσαμε στη δικτατορία και πως γράφτηκε η ιστορία της μεταπολεμικής περιόδου. Ακόμη, πώς τα ψέματα οικοδόμησαν στην κοινωνία μια σαθρή αντίληψη πάνω στην οποία βασίσαμε το μέλλον μας και τις συμπεριφορές μας.

Το βιβλίο, όμως, βοηθάει και στην ανάλυση της περιόδου 1981-2019, οπόταν στήθηκε ένα οικοδόμημα ψεύδους και πολιτικής εξαπάτησης.
Η Ελλάδα σήμερα παραμένει μια κοινωνία διάχυτης υποψίας και διχασμού. Και πάλι, δυστυχώς, ελάχιστοι κάνουν μια προσπάθεια να μιλήσουν με ειλικρίνεια, ελάχιστοι προσπαθούν να θυμίσουν ως μάθημα την Ιστορία εκείνης της περιόδου, κάτι που, αν γινόταν, θα συνέβαλλε και στην ανάπτυξη συναινέσεων, και στην τόνωση της αυτογνωσίας μας και στην εξέλιξη της κοινωνίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ
Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!