Το μιλιάριο και ο σταδιοδείκτης στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας

Άξονας πολιτισμού και ιστορίας χιλιάδων ετών η διαδρομή της Εγνατίας Οδού

0
1879

Δυο αντικείμενα εξαιρετικού ενδιαφέροντος από την Εγνατία Οδό των Ρωμαϊκών χρόνων αλλά και της Ελληνιστικής περιόδου, μαρτυρούν πέραν των άλλων την αξία ανάδειξης της Εγνατίας Οδού με όλο το ιστορικό φορτίο που φέρει και την σημασία της για την περιοχή στο πέρασμα της ιστορίας, εκτίθενται μεταξύ άλλων ευρημάτων στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Δράμας.

Πρόκειται για δυο ευρήματα που είτε αναγράφουν πληροφορίες σκαλισμένες σε πέτρα και αναφέρουν τις χιλιομετρικές αποστάσεις κατά την διαδρομή της Εγνατίας Οδού, είτε έχουν σκαλισμένες πληροφορίες για τα πρόσωπα της εποχής τους. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για το γνωστό μιλιάριο το οποίο έχει βρεθεί στην περιοχή του Καλαμπακίου, όπως και τον Σταδιοδείκτη που εκτίθεται στο ίδιο σημείο του Αρχαιολογικού Μουσείου Δράμας.
Τα μιλιάρια, όπως αυτό που εκτίθεται στο μουσείο, σύμφωνα με όσα είπε στα ΧΡΟΝΙΚΑ, η κα Βασιλική Πουλιούδη, έφορος αρχαιοτήτων Ν. Δράμας, τοποθετούνταν κατά την Ρωμαϊκή Εποχή ανά χίλια βήματα και αφηγούνταν στον κορμό τους ιστορίες για σημαντικούς ανθρώπους που πέρασαν από εκεί (αυτοκράτορες κλπ) ή για συντηρήσεις που είχαν γίνει στην Εγνατία Οδό.
Ο σταδιοδείκτης που βρέθηκε επίσης στην περιοχή του Καλαμπακίου προέρχεται από την Ελληνιστική Εποχή και έδειχνε στους πεζοπόρους ή αυτούς που κινούνταν με τροχήλατη άμαξα τις αποστάσεις από τους Φιλίππους προς την Αμφίπολη. Η ιστορική περίοδος από την οποία προέρχεται ο σταδιοδείκτης δείχνει ότι επί Βασιλιά Φιλίππου είχε γίνει ήδη αξιοποίηση των φυσικών περασμάτων πριν από τους Ρωμαίους και πριν την δημιουργία της Εγνατίας Οδού.
Συμπληρωματικά αξίζει να σημειωθεί ότι η Εγνατία Οδός ήταν όπως αναφέρει το Υπουργείο Πολιτισμού, “ένας από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς και εμπορικούς δρόμους του αρχαίου κόσμου. Ο άξονας που συνέδεε τη Ρώμη με τις κτίσεις της στην Ανατολή. Κατασκευάστηκε μεταξύ 146 και 120 π.Χ. από τον ανθύπατο της Μακεδονίας Γναίο Εγνάτιο, πάνω στα ίχνη του πανάρχαιου δρόμου που διέσχιζε τη Μακεδονία και τη Θράκη από τα ανατολικά προς τα δυτικά.
Από την αρχαϊκή ακόμη εποχή (7ος – 6ος αι. π.Χ.) διάφοροι λόγοι (στρατιωτικοί, διοικητικοί, εμπορικοί) είχαν συμβάλλει στην ανάγκη κατασκευής ενός αρκετά πυκνού οδικού δικτύου, το οποίο αργότερα συμπληρώθηκε με έργα οδοποιίας των Μακεδόνων βασιλέων. Το οδικό αυτό δίκτυο αποτέλεσε τη βάση για τους περισσότερους ρωμαϊκούς, βυζαντινούς, οθωμανικούς, αλλά ακόμη και σύγχρονους δρόμους, καθώς το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους ήταν και είναι πάντοτε καθοριστικό. Αυτός είναι ο λόγος που οι δρόμοι δεν αλλάζουν εύκολα πορεία. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (ΙΙ, 97, 1-2), ο κυριότερος και πιο πολυσύχναστος από τους αρχαίους δρόμους ήταν η «κάτω οδός» που ερχόταν από το Βυζάντιο και αφού διέσχιζε την Ανατολική Μακεδονία οδηγούσε στη Θέρμη. Από τη Θέρμη διακλαδιζόταν σε δύο αρτηρίες, από τις οποίες η μία οδηγούσε στη νότια Ελλάδα και η άλλη διασχίζοντας τη Μακεδονία και την Ιλλυρία και ακολουθώντας την κατεύθυνση της κατοπινής Εγνατίας έφθανε στο Δυρράχιο, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία ανάμεσα στα παράλια της Αδριατικής και της Μαύρης θάλασσας. Το δρόμο αυτόν ακολούθησαν τα στρατεύματα του Δαρείου και του Ξέρξη στις εκστρατείες των Περσών κατά της Ελλάδας, στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Μέγας Αλέξανδρος στην εκστρατεία του από την Ευρώπη προς την Ασία.
Η Εγνατία ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με το δρόμο αυτό”.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here