Mια εικόνα παραμέλησης, υποβάθμισης και μελαγχολίας, αντικρίζει κανείς, εδώ και δεκαετίες στο ιστορικό κέντρο της πόλης, με σχεδόν κατεστραμμένα ιστορικά κτίρια, οδούς με πολλαπλές πρόχειρες επιδιορθώσεις, καθώς και εμφανείς κινδύνους από ενδεχόμενες πτώσεις δομικών υλικών.
Το ιστορικό κέντρο της Δράμας, το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να αποτελεί κόσμημα και πόλο έλξης επισκεπτών αλλά και πηγή υπερηφάνειας για τους μόνιμους κατοίκους, δυστυχώς έχει παραδοθεί στην τύχη του επί δεκαετίες.
Με εξαίρεση την αντικατάσταση του ασφαλτοτάπητα της οδού Βενιζέλου, που πραγματοποιήθηκε πριν από περίπου 30 χρόνια, επί θητείας του Μαργαρίτη Τζίμα, με στόχο την προσθήκη μιας πιο σύγχρονης αισθητικής στο κέντρο, έκτοτε δεν έχει σημειωθεί καμία ουσιαστική παρέμβαση για την περαιτέρω ανάδειξη της ευρύτερης περιοχής, πέραν του έργου της βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης στην οδό 19ης Μαΐου.
Το ιστορικό κέντρο της Δράμας, συγκρινόμενο με αντίστοιχες περιοχές άλλων πόλεων, δυστυχώς σήμερα προκαλεί μόνο θλίψη, ενδεχομένως και αγανάκτηση. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούν οι σωστικές ενέργειες ιδιωτών, που ευτυχώς ενδιαφέρθηκαν και έσωσαν, ένα τμήμα έστω, της ιστορίας του τόπου, όπως η καπναποθήκη Αθανασιάδη, ή το Αρχοντικό στην Περδίκα, το Σαντιρβάν κ.α. Όσον αφορά όμως τα υπόλοιπα ιστορικά κτίσματα, που αποτελούν μέρος της νεώτερης ιστορίας της Δράμας, προκύπτει το ερώτημα εάν για την εικόνα που παρουσιάζουν είναι υπεύθυνη η οικονομική δυσπραγία ή η αδιαφορία των αρμοδίων αρχών, που δεν μερίμνησαν επί πολλά χρόνια ώστε να μη φτάσουμε σε μια τόσο απελπιστική κατάσταση που παραπέμπει σε εικόνα εγκαταλελειμμένης πόλης, τουλάχιστον στην περιοχή του κέντρου.
Τα ερωτήματα είναι πολλά. Αρμόδιοι φορείς είχαν αναφέρει στο παρελθόν, όταν είχε τεθεί το ζήτημα, ότι τα παλαιά εγκαταλελειμμένα κτίρια αποτελούν ιδιωτική περιουσία και οποιαδήποτε σωστική παρέμβαση θα μπορούσε να γίνει μόνο από τους ιδιοκτήτες τους, εφόσον δεν υφίσταται άμεσος κίνδυνος για τους διερχόμενους και δεν έχουν γίνει αναφορές από πολίτες για πτώσεις υλικών ή άλλα συναφή προβλήματα. Ωστόσο, ανακύπτει το ερώτημα γιατί το νομικό πλαίσιο που είναι κοινό σε όλη την Ελλάδα δεν εμπόδισε άλλες πόλεις να επιδείξουν μέριμνα και να εξασφαλίσουν τη διατήρηση, σε σημαντικό μέρος του ιστορικού τους κτιριακού αποθέματος.
Δυστυχώς, στη Δράμα, η σύγχρονη ιστορία της πόλης μετατρέπεται σε ερείπια, με την αδιαφορία από πλευράς των αρχών να κρύβεται πίσω από το πολύπλοκο πλέγμα των αρμοδιοτήτων και τη γραφειοκρατία, η οποία παραμένει ένα διαρκές άλλοθι για την αδράνεια των υπηρεσιών επί δεκαετίες. Ευτυχώς, προσφάτως ο Δήμος Δράμας, αφού διαπίστωσε την κατάσταση του οδοστρώματος στην οδό Βενιζέλου (ιδιαίτερα μετά τις εργασίες εγκατάστασης των δικτύων), αποφάσισε να προγραμματίσει τη σταδιακή αντικατάστασή του με λιθόστρωση. Πρόκειται για μια ενέργεια που θα υλοποιηθεί σταδιακά, αλλά αποτελεί τουλάχιστον ένα βήμα, σε σύγκριση με την πλήρη απουσία παρεμβάσεων που παρατηρήθηκε στη Βενιζέλου τα τελευταία 30 χρόνια.
Εάν τουλάχιστον οι αρχές μεριμνήσουν για την αποκατάσταση του οδοστρώματος στον ευρύτερο ιστορικό πυρήνα της πόλης, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα ξεκίνημα και ίσως να ελπίσουμε σε κάποια αλλαγή της σημερινής εικόνας. Επί του παρόντος όμως η εικόνα στο ιστορικό κέντρο της πόλης παραμένει απογοητευτική, ίσως και ντροπιαστική για την ιστορία της. Εάν μάλιστα προστεθούν στο οπτικό πεδίο και τα πολυάριθμα, επί πολλά χρόνια, κενά εμπορικά καταστήματα, η κατάσταση αποκτά πραγματικά οδυνηρές διαστάσεις.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι σαφή: Μας ικανοποιεί η εικόνα που αντικρίζουμε στον ιστορικό πυρήνα της πόλης επί δεκαετίες; Εάν όχι, γιατί δεν αναλαμβάνονται ουσιαστικές πρωτοβουλίες για την αντιστροφή της δυσμενούς αυτής κατάστασης; Ευθύνεται μόνο η
πολυπλοκότητα των αρμοδιοτήτων και η εκτεταμένη γραφειοκρατία στη χώρα αυτή για την αδράνεια, ή μήπως και η αδιαφορία και η ανικανότητα των εκάστοτε υπηρεσιακών παραγόντων;
Χρειάζεται μέριμνα το ιστορικό κέντρο
Σταδιακά μετατρέπεται σε ερείπια η νεώτερη ιστορία της Δράμας



















