Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Σφακιανάκης
[Με αφορμή την υπόθεση των φωτογραφιών που αποτυπώνουν στιγμές από το γεγονός της εκτέλεσης των 200 αγωνιστών στο Σκοπευτήριο Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, επιχειρούμε να δώσουμε στους αναγνώστες μας ένα γενικό περίγραμμα του ιστορικού πλαισίου.]
Το θεσμικό πλαίσιο της καταστολής: από τον Βενιζέλο στον Μεταξά
Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το πολιτικό σύστημα στη χώρα παρέμενε ασταθές, εύθραυστο και καχύποπτο. Οι κυβερνήσεις, είτε φιλοβενιζελικές είτε αντιβενιζελικές, αντιμετώπιζαν ως απειλή τον κομμουνισμό. Ο φόβος για την κομμουνιστική απειλή αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της κρατικής ιδεολογίας (ανεξαρτήτως αστικού κόμματος).
Για να καταστείλουν τον κομμουνισμό, επιστράτευσαν πλήθος μέτρων με αποκορύφωμα το Ιδιώνυμο. Το περιβόητο άρθρο 1 του Ιδιώνυμου (Νόμος 4229/1929) που νομοθετήθηκε από την κυβέρνηση Βενιζέλου έγινε το βασικό εργαλείο καταστολής των αντιφρονούντων. Προέβλεπε τη φυλάκιση ή τη δικαστική ή διοικητική εκτόπιση, εν τέλει την εξορία, όποιου επιδίωκε την εφαρμογή ιδεών «εχουσών ως έκδηλον σκοπόν τη βιαίαν ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος».
Ουσιαστικά, ποινικοποιούσε ακόμη και την απλή διακίνηση ιδεών. Έτσι άνοιγε τον ασκό του Αιόλου, αφού μετέτρεπε την πολιτική διαφωνία σε ποινικό αδίκημα. Στο Ιδιώνυμο δεν κατονομάζονταν ρητά οι κομμουνιστές, ωστόσο στο στόχαστρο βρισκόταν η διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών και, φυσικά, κάθε δραστηριότητα που αμφισβητούσε τη νομιμότητα του αστικού καθεστώτος. Οι συλλήψεις κομμουνιστών ακόμη και για λόγους που δε στοιχειοθετούσαν αδίκημα (κρατούσαν τον Ριζοσπάστη ή διένειμαν προκηρύξεις, συμμετείχαν σε κομματική ή εργατική συνέλευση) ήταν καθημερινή πρακτική, την ίδια στιγμή που το ΚΚΕ ήταν νομιμοποιημένο ως πολιτικό κόμμα. Ήταν μια αντίφαση του συστήματος.
Μία λοιπόν από τις όψεις της μεσοπολεμικής όσο και της μεταπολεμικής-μετεμφυλικής Ελλάδας ήταν οι εκτοπίσεις αντιφρονούντων, είτε επρόκειτο για εργάτες, βιοπαλαιστές ή για πολιτικά πρόσωπα ή διανοούμενους (ακόμη και χωρίς δίκη), αφού οι κατά τόπους Επιτροπές Ασφαλείας είχαν στα χέρια τους το νομικό οπλοστάσιο.
Πριν από τον Πόλεμο και μέχρι την επταετή δικτατορία, έγιναν τόποι εξορίας νησιά, κυρίως απομονωμένα, όπως η Φολέγανδρος, η Γαύδος, ο Άι Στράτης, η Μακρόνησος.
Μετά τον Μάη του 1936, που έδωσε το πρόσχημα για την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, οι διώξεις εντάθηκαν. Το νέο καθεστώς εκκαθάρισε όσους θεωρούσε επικίνδυνους − κομμουνιστές αλλά και δημοκρατικούς πολίτες. Ήταν τόσο εκτεταμένες οι εκτοπίσεις των αντιφρονούντων, ώστε άλλαξε η ανθρωπογεωγραφία κάποιων μικρών νησιών του Αιγαίου: Η Ανάφη από ξεχασμένος ψαρότοπος μεταβλήθηκε σε πυκνοκατοικημένο, «πέτρινο» στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων. Ανάμεσα σε αυτούς βρέθηκε και ο Δημήτριος Γκούλιος, καπνεργάτης από τη Χωριστή – εκτελέστηκε το 1943 στις φυλακές Επταπυργίου.
Χιλιάδες κλείστηκαν στις φυλακές της Αίγινας, της Κέρκυρας και κυρίως της Ακροναυπλίας. Την περίοδο του μεταξικού καθεστώτος, οι στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας λειτούργησαν ως κολαστήριο πολιτικών κρατουμένων, κυρίως κομμουνιστών, που διαβιούσαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες.
Όταν ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος τον Οκτώβριο του 1940, οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας υπέβαλαν υπόμνημα στην κυβέρνηση Μεταξά, ζητώντας το δικαίωμα στράτευσης για να σταλούν στο μέτωπο της Αλβανίας. Ο υπουργός Ασφαλείας του καθεστώτος Κ. Μανιαδάκης, αρνήθηκε. Φρόντισε, μάλιστα, να φέρει ο ίδιος προσωπικά εις πέρας την παράδοσή τους στις κατοχικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941. Έτσι, περίπου 600 κρατούμενοι, μεταξύ των οποίων ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, παρέμειναν φυλακισμένοι στην Ακροναυπλία.
Από εκεί, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, διοχετεύτηκαν σε άλλες φυλακές, για να καταλήξουν το 1943 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι. Οι κρατούμενοι στο Χαϊδάρι αποτελούσαν ουσιαστικά μια ανεξάντλητη «δεξαμενή μελλοθανάτων». Οσάκις εκδηλωνόταν αντιστασιακή ενέργεια από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ή από άλλες οργανώσεις, η οποία επέφερε απώλειες στα στρατεύματα κατοχής, εφαρμόζονταν αντίποινα: ένας αριθμός κρατουμένων από το στρατόπεδο οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, συνήθως στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Καπνεργατικό κίνημα στην Ανατολική Μακεδονία. Ριζοσπαστισμός και καταστολή
Η ιστορία της Δράμας και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας συνδέεται με τη δράση ανθρώπων που ταυτίστηκαν συναισθηματικά ή ιδεολογικά με τις αρχές του κομμουνισμού. Λόγω της παραγωγής και της επεξεργασίας του καπνού, συγκροτήθηκε μια πολυπληθής καπνεργατική τάξη, με ισχυρή συγκέντρωση στα τοπικά καπνικά αστικά ή ημιαστικά κέντρα και με παράδοση ισχυρού συνδικαλισμού. Ήταν κλάδος μαχητικός, με ταξική συνείδηση και ανοιχτός σε ριζοσπαστικές ιδέες. Οι καπνεργάτες ήταν αγωγοί και αγωνιστές των ιδεωδών του κομμουνισμού.
Οι κινητοποιήσεις τους στη Δράμα και Καβάλα έπαιρναν τη μορφή κοινωνικών εξεγέρσεων: μαζικές συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια σε δρόμους και πλατείες, συνθήματα, προκηρύξεις, μαύρες και κόκκινες σημαίες, όπλα, συνθήματα κατά του κράτους και των καπνεμπόρων, ύμνος της Γ΄ Διεθνούς, συμπλοκές απεργών με απεργοσπάστες, την αστυνομία και τον στρατό, συλλήψεις και φυλάκιση ή εκτοπισμός σε ξερονήσια. Οι ηγεσίες των συνδικάτων τους ήταν προβεβλημένα στελέχη του ΚΚΕ. Γι’ αυτό και θεωρούνταν επικίνδυνοι, δαιμονοποιούνταν ως πράκτορες και διώκονταν ανηλεώς.
Εκτός από τα τοπικά εργατικά συνδικάτα, το παραρτήματα του ΚΚΕ και της Κομμουνιστικής Νεολαίας, τόσο στη Δράμα όσο και στην Καβάλα, ανασυγκροτήθηκαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με την εγγραφή νέων μελών. Νεαροί και νεαρές –προσφυγόπουλα κυρίως– μυήθηκαν στην κομμουνιστική ιδεολογία και στρατεύτηκαν στη οργάνωση της Νεολαίας. Μάλιστα, το Γυμνάσιο Δράμας εξελίχθηκε σε εστία μύησης και χώρο στρατολόγησης. Το όραμα για μια κοινωνία ισότητας, η ένταξη σε μια κοινότητα ομηλίκων γινόταν ένα ασφαλές καταφύγιο και ωθούσε τους νεολαίους να δοθούν σε μια υπόθεση που πίστευαν ότι νοηματοδοτούσε την ύπαρξή τους, τους χειραφετούσε. Η αστυνόμευση στα Γυμνάσια Αρρένων, Δράμας, Καβάλας, και στο Ορφανοτροφείο Αρρένων Δράμας, οι συλλήψεις, οι ανακρίσεις και οι εξορίες δεν ήταν σπάνια πρακτική. Μαθητής του Γυμνασίου Δράμας εκτοπίστηκε στη Σύρο ως επικίνδυνος κομμουνιστής (Θάρρος, 30.1.1926).
Οι «200 της Καισαριανής»
Ο γιατρός του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Αντώνης Ι. Φλούντζης, κατέγραψε τον κατάλογο των «200» που οδηγήθηκαν για εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής (athensvoice.gr/epikairotita/ellada/947812/athens-review-of-books-ta-onomata-ton-200-ektelesthedon-stin-kaisariani/)
Μεταξύ αυτών αναγνωρίζονται από την περιοχής μας οι:
Καλόφας Απόστολος (Δράμα). Μέλος της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ.
Ο Μακέδος ή Παρασκευάς Δημοσθένης (Καβάλα). διετέλεσε πρόεδρος του καπνεργατικού σωματείου Ευδαιμονία, ήταν μέλος του τοπικού ΚΚ, εκλέχτηκε αναπληρωματικός δημοτικός σύμβουλος στις εκλογές του 1925, ενώ ως εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος το 1934 με τον συνδυασμό του Δημήτρη Παρτσαλίδη τοποθετήθηκε πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου.
Ο Νεγρεπόντης Νίκος (Καβάλα). Εκλέχτηκε το 1934 δημοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό του Δ. Παρτσαλίδη.
Από τους δημοτικούς συμβούλους του συνδυασμού του Παρτσαλίδη, οι: Δημοσθένης Μακέδος, Ιωάννης Ευθυμιάδης, Νικόλαος Νεγρεπόντης και Γεώργιος Μπαρμπαλέξης δικάστηκαν για την εκλογή τους και φυλακίστηκαν. Παραδόθηκαν ως πολιτικοί κρατούμενοι στις Γερμανικές Αρχές και τον Μάιο του 1944 εκτελέστηκαν στην Καισαριανή. (Γ. Πέγιος, Από την ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος της Καβάλας (1922-1953), Αθήνα 1984, σ. 86-87.





















