Εκπαίδευση και αναπηρία

0
8148
Του Αθανάσιου Κάππα
Πολ. Μηχ. & Συγκοινωνιολόγου
Προέδρου Συλλόγου
Γονέων και Κηδεμόνων 1ου ΕΠΑΛ Δράμας

Δεν θα μπορούσε κανείς να αρνηθεί την άποψη ότι η κοινωνική θέση του ατόμου που αποκτάται από την εκπαί­δευση, μεταφέρεται μέσα στην κοινωνία έχοντας τη σφραγίδα της νομιμοποίησης, γιατί η συ­γκεκριμένη θέση έχει αποδοθεί από ένα θεσμό προορισμένο να δώσει στον πολίτη τα δικαιώμα­τα που του ανήκουν. Επομένως το άτομο δίχως αναπηρία, όπως και το άτομο με αναπηρία, για να αναγνωρίσει ότι διαθέτει ίση αξία με τον άλλον και ότι απαιτείται η συμπληρωματικότητα της ταυ­τότητάς του με τη διαφορετική ταυτότητα του διπλανού, απαι­τείται να δεχτεί την κατάλληλη εκπαίδευση. Ποια είναι ωστόσο η κατάλληλη εκπαίδευση για τα άτομα με αναπηρία και κατά πόσο παρέχεται αυτή στο ση­μερινό σχολείο; Λαμβάνει το σχολείο μέσα από τις πρακτικές του μέριμνα για την παροχή αποτελεσματικών διδακτικών και μορφωτικών εμπειριών προς όλους τους μαθητές, ώστε να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις εκπαιδευτικές ανάγκες τους; Η εκπαίδευση των μαθητών με αναπηρία οφείλει να περιλαμ­βάνει ένα σύνολο πρακτικών και αντίστοιχων αντιλήψεων που να βασίζονται στην παραδοχή ότι όλα τα παιδιά έχουν το ίδιο δικαί­ωμα να ωφελούνται στο μέγιστο από τις παρεχόμενες εκπαιδευ­τικές εμπειρίες. Συνακόλουθα, το σχολικό περιβάλλον πρέπει να είναι δομημένο έτσι ώστε να εκμηδενίζονται όλα τα εμπόδια που παρακωλύουν τη δυνατό­τητα ισότιμης συμμετοχής και πλήρους αξιοποίησης όλων των ικανοτήτων που διαθέτουν οι μαθητές σύμφωνα με τον ατομικό ρυθμό ανάπτυξής τους. Η αναζήτηση των τρόπων που μπορούν να οδηγήσουν στη δό­μηση ενός τέτοιου εκπαιδευτικού συστήματος, που κύριο στόχο του έχει την ανάπτυξη της ποι­ότητας της εκπαίδευσης, ώστε όλοι οι μαθητές να μπορούν να φοιτούν σε αυτό χωρίς να κα­τηγοριοποιούνται, προϋποθέτει την αποσαφήνιση των σχετικών εννοιών, όπως “αναπηρία”, “ειδική αγωγή και εκπαίδευση”, καθώς και “συνεκπαίδευση” των παιδιών με αναπηρία.

Φαίνεται ότι οι θεωρίες που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί σχετικά με την αναπηρία δεν έχουν αποτελέσει τη βάση ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα και τα άτομα με αναπηρία να ζουν με ποιότητα όπως κάθε συ­μπολίτης τους. Επιβάλλεται επο­μένως ο επαναπροσδιορισμός της αναπηρίας. Ο στόχος αυτός, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εκπαίδευσης, η οποία αποτελεί ένα ισχυρότατο εργαλείο κοι­νωνικοποίησης που μπορεί να συμβάλει στην ανατροπή των κοινωνικών δεδομένων, καθώς και τη δημιουργία μιας νέας κουλτούρας για την αναπηρία. Για το λόγο αυτό, προτείνεται η δημιουργία ενός νέου, εκπαιδευ­τικού μοντέλου το οποίο θα αντι­λαμβάνεται την αναπηρία τόσο ως συνέπεια της μειωμένης συμμετοχής του ατόμου στην εκπαιδευτική και πολιτισμική δράση του κοινωνικού συνόλου, όσο και στην απόρριψη της προσωπικής του κουλτούρας, επειδή αυτή θεωρείται ότι δια­φοροποιείται από την κυρίαρχη πλειοψηφική κουλτούρα του συνόλου. Στο πλαίσιο του νέου αυτού μοντέλου, η εκπαιδευτική πραγματικότητα συμβαδίζει με, -και αποδέχεται την-, κοινωνική πραγματικότητα, κύριο χαρα­κτηριστικό της οποίας είναι η διαφορετικότητα των ατόμων. Στο πλαίσιο αυτής της αντιμετώ­πισης, ο μαθητής με αναπηρία δεν απαξιώνεται, αλλά αντίθετα διασφαλίζεται η αξία του και επι­διώκεται ο εντοπισμός των ανα­γκών του ώστε να υποστηριχθεί ουσιαστικά και να συμβάλλει στην προαγωγή της κοινωνικής-σχολικής ομάδας.

Η αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία έχει πάρει κατά καιρούς διάφορες μορφές, όπως απόρριψη, απομόνωση, οίκτο, φιλανθρωπία κ.α. Σήμερα, η κατάσταση είναι διαφορετική κα­θώς η καθιέρωση της υποχρεω­τικής εκπαίδευσης, η διακήρυξη των ανθρώπινων δικαιωμάτων το 1950, ο αγώνας κατά των διακρίσεων, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος στο παιδί κατά την εκπαιδευτική διαδικασία και άλλα γεγονότα συνέβαλαν στη διαμόρφωση των σύγχρονων τάσεων στο χώρο της ειδικής αγωγής.

Κατά την περίοδο από το 1906 μέχρι το 1950, η εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία ασκείται με ιδιωτική πρωτοβουλία και διακρί­νεται για τον έντονο προστατευ­τισμό της και την ιδρυματική της μορφή. Η περίοδος από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως τη μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από τη εξέλιξη των αντιλήψεων απέναντι στα άτομα με αναπηρί­α, οπότε και εμφανίζεται έντονο ενδιαφέρον ιδιωτών και κράτους προς τα άτομα με νοητική ανα­πηρία και τα άτομα με ψυχικές διαταραχές.

Η κατάσταση της εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία στην Ελλάδα παραμένει εξαιρετικά ελλιπής. Η εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία αναφέρε­ται σχεδόν αποκλειστικά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ μέριμνα για επαγγελματική εκ­παίδευση είναι σχεδόν ανύπαρ­κτη. Τα τμήματα ένταξης απο­τελούν τον κύριο τύπο αγωγής, ενώ άλλες μορφές εκπαίδευσης όπως η συνεργατική διδασκαλία αγνοούνται, με αποτέλεσμα η ένταξη να παραμένει σε φιλοσο­φικό επίπεδο.

Σε κάθε δημοκρατικά ευνομού­μενη Πολιτεία το δικαίωμα ισότι­μης πρόσβασης και συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία στην ευρύτερη κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας αποτελεί καίριο ζήτημα. Προκειμένου όμως να επιτύχει το άτομο με αναπηρία την προ­σωπική του ανέλιξη μέσα στο κοινωνικό σύνολο απαιτείται να δεχτεί την κατάλληλη εκπαίδευ­ση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης των ατόμων με αναπηρία οφείλει να επικεντρώνεται στην ανάπτυ­ξη ενός «Σχολείου για Όλους», μέσα στο οποίο κάθε μαθητής θα μπορεί να αναπτύσσει ισόρ­ροπα την προσωπικότητά του ανεξάρτητα από οποιαδήποτε δυσκολία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ