Εξετάσεις αίματος σε πρόσωπα με υπερλιπιδαιμία: Τι είναι απαραίτητο και πότε;

0
141

Αχιλλέας ΠαπαδόπουλοςΤου Αχιλλέα Παπαδόπουλου,
Ειδικού Καρδιολόγου


 

Μέρος Β’

 

Σε αντίθεση με τις παρενέργειες από το ήπαρ, που είναι αρκετά σπάνιες, οι παρενέργειες από τους μύες συμβαίνουν συχνότερα, περίπου σε ένα 5-10% των ασθενών που θεραπεύονται με στατίνες. Αυτές εκδηλώνονται ως μυϊκοί πόνοι, μυϊκή αδυναμία ή κράμπες και μπορεί να συνοδεύονται ή όχι από αύξηση του μυϊκού ενζύμου κρεατινοφωσφοκινάση (CPK). Η CPK πρέπει να μετριέται πριν από την έναρξη της θεραπείας με στατίνες και, αν η τιμή της είναι πάνω από το πενταπλάσιο της μέγιστης φυσιολογικής τιμής, πρέπει η θεραπεία να μην αρχίζει και να γίνεται διερεύνηση του προβλήματος. Η τακτική μέτρηση της CPK δεν συνιστάται στην παρακολούθηση ρουτίνας, παρά μόνο σε περίπτωση συμπτωμάτων από τους μύες όπως αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης μυοπάθειας, π.χ. στους ηλικιωμένους, αυτούς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια και άλλους που παίρνουν πολλά άλλα φάρμακα. Στην περίπτωση που διαπιστωθεί αύξηση της CPK πάνω από το πενταπλάσιο της μέγιστης φυσιολογικής τιμής, διακόπτεται η στατίνη, ελέγχεται η νεφρική λειτουργία και ακολουθεί έλεγχος της CPK κάθε 2 εβδομάδες. Πάντως, πρέπει να θυμόμαστε ότι η CPK αυξάνεται εύκολα μετά από συνηθισμένο μυϊκό τραυματισμό ή έντονη σωματική άσκηση.
Η Lp(a) είναι μια ιδιαίτερα αθηρογόνος λιποπρωτεΐνη, η οποία σε αρκετές μελέτες έχει αναδειχθεί ως επιπρόσθετος παράγοντας κινδύνου για αθηρωμάτωση. Η συγκέντρωσή της στο αίμα καθορίζεται γενετικά με μεγάλες αποκλίσεις στον πληθυσμό. Ένα αδρό όριο που διαχωρίζει τις φυσιολογικές από τις παθολογικές τιμές είναι τα 50 mg/dl, με το 20% του γενικού πληθυσμού να βρίσκεται πάνω από αυτό το όριο. Η μέτρησή της δεν συνιστάται ως εξέταση ρουτίνας για όλους και είναι περιττό να ζητάμε την τιμή της στο αίμα κάθε φορά που γίνεται μέτρηση της χοληστερίνης. Η Lp(a) πρέπει να μετριέται μόνο σε πρόσωπα υψηλού κινδύνου, που πάσχουν από πρώιμη εμφάνιση στεφανιαίας νόσου, οικογενή υπερχοληστερολαιμία, οικογενειακό ιστορικό πρώιμης στεφανιαίας νόσου ή αυξημένης Lp(a), καθώς και σε υποτροπιάζοντα στεφανιαία επεισόδια, παρά την επαρκή θεραπευτική αγωγή με στατίνες.
Η Lp-PLA2 είναι ένζυμο που παράγεται σε φλεγμονώδη κύτταρα στην αθηροσκληρωτική πλάκα. Σε διάφορες μελέτες η αυξημένη τιμή αυτού του ενζύμου έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίων επεισοδίων. Όμως οι μελέτες αυτές παρουσιάζουν αρκετά μεθοδολογικά προβλήματα και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος, κάνουν αυτήν την εξέταση μη απαραίτητη. Μοναδικές εξαιρέσεις ίσως είναι οι ασθενείς που έχουν ήδη υποστεί οξύ στεφανιαίο επεισόδιο και είναι σε υψηλό κίνδυνο για δεύτερο επεισόδιο, αφού σε αυτούς φαίνεται ότι μπορεί να προσφέρει επιπλέον προγνωστικά στοιχεία. Επίσης, περιλαμβάνονται και οι ασθενείς με οριακή υπέρταση, επειδή η αυξημένη τιμή του σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για εγκεφαλικό επεισόδιο.
Η μέτρηση των ApoA1 και ΑροΒ είναι άλλη μία μέτρηση που συχνά ζητούν οι ιατροί, όταν πρόκειται να εκτιμήσουν έναν ασθενή με υπερλιπιδαιμία. Η ΑροΒ μπορεί να έχει θέση στην εκτίμηση ασθενών που παρουσιάζουν μεικτή υπερλιπιδαιμία, δηλαδή αυξημένη χοληστερίνη και τριγλυκερίδια, όπως αυτοί με μεταβολικό σύνδρομο, σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και οικογενή συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία. Σε αυτές τις περιπτώσεις σπάνια η κακή LDL χοληστερίνη μπορεί να είναι φυσιολογική και η ΑροΒ να αποτελεί καλύτερο τρόπο εκτίμησης του κινδύνου που διατρέχει ένα πρόσωπο, λόγω του λιπιδαιμικού του προφίλ, αλλά και καλύτερο θεραπευτικό στόχο. Και η ApoAl δεν φαίνεται να έχει θέση στην καθημερινή κλινική πράξη, εκτός από ελάχιστες κληρονομικές παθήσεις, που διερευνούνται σε ειδικά κέντρα λιπιδίων. Τέλος, η σχέση ApoB/ApoAl είναι από τους πλέον ισχυρούς δείκτες στεφανιαίου κινδύνου, αλλά για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους πολύ σημαντικός είναι και το κόστος, η εξέταση αυτής της σχέσης δεν συνιστάται στην καθημερινή κλινική πρακτική. Στη θέση της μπορεί να χρησιμοποιείται αυτό που περιγράφεται ως αθηρωματικός δείκτης, δηλαδή η σχέση ολικής χοληστερίνης/HDL χοληστερίνη, που έχει αντίστοιχη προγνωστική αξία και το κόστος της είναι αμελητέο, αφού χρησιμοποιούνται παράμετροι που έχουν ήδη μετρηθεί. Για τους πολλούς τελικά συνήθως αρκεί μόνο μία μέτρηση, αυτή της «κακής» LDL χοληστερίνης: όσο πιο χαμηλή είναι η τιμή της στο αίμα, π.χ. μέχρι 50 mg%, τόσο καλύτερα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ