
Γεωργία Μπακάλη
Η δύναμη των εικόνων από τις εκτελέσεις στην Καισαριανή το 1944 ανέδειξε τη σημασία της φωτογραφικής τεκμηρίωσης, τραυματικών ιδίως, γεγονότων. Πρόκειται για εξαιρετικής σημασίας τεκμήρια, με προφανές το δημόσιο ενδιαφέρον και απώτερο στόχο το αυτονόητο: να καταστούν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας ως ντοκουμέντα της αντίστασης και της θυσίας απέναντι στο φαινόμενο του φασισμού και του ναζισμού. Την ίδια στιγμή, η έντονη ευαισθησία και η βαθιά συγκίνηση που εκδηλώθηκε ανά το πανελλήνιο μας υπενθυμίζει ότι η μνήμη των θυμάτων της Κατοχής, όπως και των θυμάτων άλλων ιστορικών γεγονότων, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής, αλλά ως δημόσιο αγαθό που οφείλει να διασώζεται και να προστατεύεται από την κοινωνία και τους θεσμούς. Σε αυτή την κατεύθυνση θεωρούμε σημαντική εξέλιξη ότι το υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε «μνημείο» το σύνολο της φωτογραφικής συλλογής, προβαίνοντας συγχρόνως στη διαδικασία για την απόκτησή της. Εύλογα λοιπόν η ιστορική σημασία των φωτογραφιών θέτει στη δημόσια συζήτηση θέματα διαχείρισης της υλικής κληρονομιάς του παρελθόντος.

Ο ομαδικός τάφος του χωριού Χωριστή. Διακρίνονται 170 κρανία διάτρητα από σφαίρες σύμφωνα με τη λεζάντα της εφημερίδας.
Στα δικά μας τώρα. Στα δικά μας σύμβολα θυσίας. Τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1941 αποτελούν (ή πρέπει να αποτελούν) κορυφαία εκδήλωση της μνημονικής κουλτούρας του τόπου μας. Η 29η Σεπτεμβρίου από το 1945 –οπότε τελέστηκε με μεγάλη επισημότητα πανελλήνιο μνημόσυνο–1 τιμάται ως ημέρα της Σφαγής με την καθιερωμένη (πλην εντελώς τυπική) δημόσια επετειακή τελετή στο ηρώο των θυμάτων. Πιο πίσω στον χρόνο αν πάμε, το τοπικό μαρτυρολόγιο έχει συνέχεια, δεν τιμάται όμως. Η «δεύτερη Βουλγαρία» το 1916-1918 διασώθηκε στη συλλογική μνήμη για τις μαζικές εκτοπίσεις αντρών στη Βουλγαρία, την ομηρία και για την ανθρωπιστική καταστροφή που συντελέστηκε στην Ανατολική Μακεδονία. Η σφαγή της 30ής Ιουνίου 1913 και η καταστροφή του Δοξάτου, αποτυπωμένη στη μνήμη της κοινότητας των Δοξατινών προπάντων, ανέδειξαν το Δοξάτο σε εθνικό σύμβολο στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913).2 Ως προς τα ζητήματα που αφορούν τη συλλογική μας μνήμη, η μεταπολεμική-μετεμφυλιακή πόλωση, η πολιτική μικροψυχία και ακαμψία, κομματικές ενοχές και σιωπές, ζητήματα ιδεολογίας και νοοτροπιών –και βέβαια ο ευνουχισμός του μαθήματος της Ιστορίας στη σχολική μας εκπαίδευση– όλα αυτά απέτρεψαν τη διαμόρφωση γενικότερα μιας κουλτούρας μνήμης.
Το ερώτημα που προβάλλει είναι: Πώς διασώζουμε το ιστορικό μας παρελθόν, ώστε να μην υπάρχει κενό δημόσιας ιστορίας; Τι αφηγούμαστε στα παιδιά (με αφορμή μια φωτογραφία ή ένα κειμήλιο που διασώζουμε στα συρτάρια μας) για την οικογενειακή ιστορία, όταν μάλιστα αυτή συνδέεται με την πολυτάραχη δεκαετία του 1940;3 Κατά πόσο επιδιώκουμε στα σχολεία να συσχετίσουμε τη γενική ιστορία με τον τόπο μας που βρέθηκε στη δίνη ευρύτερων συγκρούσεων (Βαλκανικοί και Παγκόσμιοι Πόλεμοι) και πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος; Τα γεγονότα αυτά έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον ιστορικών και υπάρχουν σημαντικές μελέτες. Δεν υπάρχουν όμως στη Δράμα αναμνηστικές μνημειακές στήλες, ούτε σήμανση, αφήγηση ή πρόσβαση στους τόπους μαρτυρίου των ομαδικών εκτελέσεων του 1941: στα Πευκάκια (πάνω από τον Νέο Κόσμο), κοντά στους Στρατώνες Πυροβολικού, κοντά στην τεχνητή λίμνη (γκιόλα) επί της οδού Καλλιφύτου, στο Ινστιστούτο Καπνού, στη θέση Λατομείο Νικηφόρου και κοντά στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Ομαδικός τάφος κοντά στην τοποθεσία Δενδράκια.
Κι όμως, είναι τόποι ιεροί. Στις θέσεις αυτές ανακαλύφτηκαν τον Σεπτέμβριο του 1946 οι ομαδικοί τάφοι των εκτελεσθέντων, όταν επιζήσαντες αυτόπτες μάρτυρες υπέδειξαν σε συνεργείο του Δήμου Δράμας τις συγκεκριμένες θέσεις για να γίνουν οι εκταφές και να ακολουθήσει η ανακομιδή των οστών, η μετακομιδή και η ταφή σε ειδική κρύπτη στο μνημείο που στήθηκε το 1945 στον Κήπο (με τη μέριμνα του πρώτου μεταπολεμικού δημάρχου Σταύρου Κισάγιζλη).4 Πέρα από το σπαρακτικό τελετουργικό, στο σχετικό ρεπορτάζ διαβάζουμε κάτι ενδιαφέρον. Φωτορεπόρτερ εφημερίδων της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας καθώς και ο γνωστός φωτογράφος της Δράμας Θ. Σερβάνης λάμβαναν φωτογραφίες των τάφων και των λειψάνων. Γεννιέται αυτομάτως η απορία: Έχουν διασωθεί αυτά τα τεκμήρια; Υπάρχουν φωτογραφίες που να αποτυπώνουν εικόνες από τη Σφαγή ή γενικότερα από την Κατοχή στην ευρύτερη περιοχή; Τι έχουν διασώσει Δραμινοί ιδιώτες ως φωτογραφικό ή άλλο τεκμήριο;
Αν κάποια στιγμή εμφανιστούν στο διαδίκτυο (δηλαδή εκτός θεσμών) σχετικές φωτογραφίες, θα γίνουν απλώς viral τροφοδοτώντας σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα. Οι αναρτήσεις σε διαδικτυακές πλατφόρμες φωτογραφιών παλαιότερων εποχών που αποτυπώνουν όψεις της Δράμας, της κοινωνικής ζωής, πρόσωπα που διακρίθηκαν σε κάποιο τομέα ή ιστορικά στιγμιότυπα διεγείρουν το ενδιαφέρον των χρηστών, αλλά δε συμβάλλουν στην παραγωγή ιστορίας. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται εμπεδωμένη αρχειακή κουλτούρα και συνείδηση. Που σημαίνει ότι το αρχειακό υλικό που βρίσκεται (ζηλότυπα) στα χέρια ιδιωτών –συλλεκτών και μη– και παρουσιάζει ιστορικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον πρέπει να καθίσταται κοινό κτήμα. Πώς; Όταν διασώζεται,

διατηρείται, αναπαράγεται ψηφιακά, αξιοποιείται και αναδεικνύεται με τη διοργάνωση επιστημονικών και πολιτιστικών δράσεων ή μέσω της ιστορικής έρευνας από επίσημους αρχειακούς φορείς. Όπως είναι τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (λειτουργούν κεντρικά και περιφερειακά βάσει του Ν.4610/2019) ή μουσεία ή ιδρύματα ή αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρείες. Λειτουργεί και στη Δράμα –στο κτίριο του Διοικητηρίου– αρμόδια υπηρεσία ΓΑΚ όπου μπορούν θεσμικά και υπεύθυνα να ψηφιοποιήσουν σχετικό υλικό (φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, έγγραφα κ.ά.) ιδιώτες, σύλλογοι, συλλέκτες. Συζητάμε λοιπόν για τη σημασία της θεσμικής διάσωσης αρχείων ως στοιχείων της ιστορικής μας ταυτότητας. Για την ανάγκη να γίνουν προσβάσιμα στην έρευνα όσα δεν έχουν πεταχτεί, αλλά παραμένουν διασκορπισμένα, άλλα σε ιδιώτες ή οικογένειες, άλλα σε μικρούς συλλόγους ή συλλέκτες. Οι πολύχρονες έρευνές μου σε αρχειακό υλικό ιδιωτών –και όχι μόνο– έχουν αποκαλύψει ότι συχνά αυτό βρίσκεται παραπεταμένο, σε συνθήκες απίστευτης εγκατάλειψης που το ευτελίζουν σε άχρηστο σκουπίδι.
Επιπλέον, η απουσία ενός χώρου που να συγκροτεί ένα πλαίσιο δημόσιας ιστορίας και μνήμης για τα ιστορικά γεγονότα του τόπου μας είναι εμφανέστατη. Δεν υπάρχει στη Δράμα μουσείο που να αφηγείται συνολικά τις τρεις βουλγαρικές κατοχές και τον Εμφύλιο. Δεν υπάρχει στη Δράμα ένα μουσείο πόλης που να μας ξεναγεί με σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα και ψηφιακές εφαρμογές στη νεότερη ιστορία της, από τις αρχές του 20ού αιώνα. Το μουσείο αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως ζωντανός πολιτιστικός κόμβος, ως εκπαιδευτικός φορέας ή ερευνητικό κέντρο και ως αρχειακό αποθετήριο αναδεικνύοντας τον ρόλο των αρχείων ως στοιχείου της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας της Δράμας.
Το άρθρο αυτό αναρτάται στη συνέχεια στην ιστοσελίδα για την ιστορία και τον πολιτισμό της Δράμας: pylidramas.gr
1 Μακεδονία, 29-30. 9. & 2.10.1945.
2 Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Βιώματα του Μακεδονικού Ζητήματος: Δοξάτο Δράμας, (1912-1946), 2014, σ. 81.
3 Για μια συναρπαστική ανάλυση του βάρους της μνήμης των τριών γενιών βλ. Ξανθίππη Κοτζαγεώργη-Ζυμάρη, Τάσος Χατζηαναστασίου, «Προσωπική και συλλογική μνήμη από τις εμπειρίες της βουλγαρικής κατοχής στην ανατολική Μακεδονία (1941-1944)», Mark Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο: Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, Αθήνα 2000, σ. 297-318.
4 Θάρρος, 22. & 25-29. 9.1946̇ Μπακάλη Γεωργία, «Μνήμη και πρόσληψη των

















