Η πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου ή πολέμου στο Αιγαίο

0
1131

Του Παναγιώτη Χατζηγεωργίου,
Δικηγόρου Δράμας


 

 

«Καλύτερα δέκα χρόνια συνομιλιών παρά μια μέρα πολέμου»
(Αντρέι Γκρομίκο)

Η φράση αυτή του επί 28 χρόνια Υπουργού Εξωτερικών της ΕΣΣΔ (μακροβιότερος Υπουργός Εξωτερικών), καταδεικνύει την ανωτερότητα της διπλωματίας. Όσοι είχαν τη δυστυχία να ζήσουν δύο Παγκοσμίους Πολέμους και να γνωρίσουν τη φρίκη τους, όπως ο μετρ της διπλωματίας Γκρομίκο, επέλεγαν πάντα τη διπλωματία.
Φαίνεται όμως πως μετά την πάροδο τόσων ετών έχουμε ξεχάσει αυτή τη φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος μαίνεται στην όχι πολύ μακρινή μας Ουκρανία επί μήνες τώρα. Και στο Αιγαίο ηχούν και πάλι απειλές και τύμπανα πολέμου. Κατά τα Ελληνικά και Τουρκικά ΜΜΕ, επίκειται θερμό επεισόδιο ή και πόλεμος στο Αιγαίο.
Ευτυχώς, τα εκατομμύρια των τουριστών είτε δεν παρακολουθούν ΜΜΕ σε Ελλάδα και Τουρκία, είτε δεν πείθονται από την τρομολαγνεία των καναλιών. Κατακλύζουν και πάλι μετά από χρόνια κορωνοϊού και περιορισμών τα νησιά και τις παραλίες των χωρών μας. Θερμαίνεται η οικονομία, παίρνουν τα πάνω τους τα δημοσιονομικά, ανασαίνουν οι χώρες και οι λαοί.
Ακόμα όμως κι αν εμπρηστικές δηλώσεις και η κλιμακούμενη όξυνση είναι για το θεαθήναι και προς εσωτερική κατανάλωση, ακόμα κι αν δεν υπάρχει κλιμάκωση επί του πεδίου, οπότε και θα λέγαμε ότι ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου και μιας ευθείας σύγκρουσης είναι υπαρκτός, θα πρέπει και πάλι να ανησυχούμε.
Οι εκατέρωθεν δηλώσεις Κυβερνητικών παραγόντων, σχολιαστών και δημοσιογραφούντων (μπορεί μια νύχτα να έρθουμε…, αν τολμάτε ελάτε, σας περιμένουμε…) και ανόητων πολιτικάντηδων (γιατί δεν καταρρίπτουμε ένα τουρκικό drone) δεν βοηθούν στην αποκλιμάκωση και βεβαίως στην επίλυση χρόνιων και δυσεπίλυτων προβλημάτων.
Μα δεν είμαστε εμείς που προκαλούμε, θα ’λεγε κανείς και δικαίως. Οι γείτονες προβάλλουν συνεχώς διεκδικήσεις, αρνούνται τον διάλογο, εξορκίζουν το διεθνές δίκαιο, προβαίνουν σε διαρκείς παραβάσεις και παραβιάσεις του εναέριου χώρου και των χωρικών μας υδάτων, αμφισβητούν κυριαρχικά μας δικαιώματα και την εθνική μας κυριαρχία.
Ναι, εν πολλοίς έτσι είναι. Το ζήτημα όμως είναι τι κάνουμε εμείς για να πετύχουμε αποκλιμάκωση, ειρήνευση, επίλυση των διαφορών. Το επιχείρημα ότι η κατευναστική πολιτική του παρελθόντος απέτυχε και άρα ακολουθούμε πολιτική ισχυρής αποτρεπτικής δύναμης και απομόνωσης της γείτονος αποδεικνύεται, όμως, επίσης ότι δεν αποδίδει.
Πράγματι, θετικές οι στρατηγικές συμμαχίες μας με Γαλλία, Η.Π.Α., Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Θετική η τετραμερής συνεργασία με Κύπρο, Ισραήλ, Αίγυπτο για άμυνα και ενέργεια. Θετικό γεγονός ο εκσυγχρονισμός των ενόπλων μας δυνάμεων. Αν, όμως, όλα αυτά είχαν ως σκοπό να απομονώσουν και περικυκλώσουν ασφυκτικά τη γείτονα, να την αποδυναμώσουν στρατιωτικά, να αποκτήσουμε υπεροπλία, να την αποκλείσουμε από τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, είναι λάθος.
Λάθος γιατί η Τουρκία είναι μια μεγάλη δύναμη και θα είναι γείτονάς μας εσαεί. Λάθος γιατί η Τουρκία έχει τεράστια γεωπολιτική σημασία, είναι μέρος της Ανατολικής Μεσογείου, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποκλειστεί από τις εξελίξεις. Λάθος γιατί τα εθνικά συμφέροντα και των «συμμάχων μας» ανακαθορίζονται και έτσι είδαμε Ισραήλ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και οσονούπω και την Αίγυπτο να αναθερμαίνουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία.
Χώρες σαν την Τουρκία δεν πρέπει να απομονώνονται, να περικυκλώνονται ασφυκτικά, να ταπεινώνονται. Και αν προς στιγμήν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, καθίστανται πιο απρόβλεπτες και πιο επικίνδυνες. Μια ματιά στη Ρωσία του Πούτιν μπορεί να αποδείξει του λόγου το αληθές. Και αν στόχος είναι να βρεθεί σε αδύναμη θέση η γείτονα και να της επιβληθεί ρύθμιση, που άλλως δεν θα αποδέχονταν, δεν θα έχουμε λύσει ριζικά και μακροχρόνια το πρόβλημα. Μόλις ανακάμψει, θα επανέλθει δριμύτερη, αισθανόμενη αδικημένη. Επιδίωξή μας θα πρέπει να είναι η ριζική και αμοιβαία επωφελής λύση.
Ναι, πράγματι με το «όχι» στο σχέδιο Ανάν νιώσαμε περηφάνια. Ναι, πράγματι δεν υποκύψαμε στις πιέσεις ούτε στο ΚρανΜοντανα με Αναστασιάδη και Κοτζιά, η συμφωνία δεν μας ικανοποιούσε πλήρως. Το Κυπριακό, όμως, δεν λύθηκε, πάει από το κακό στο χειρότερο.
Ναι, πράγματι με τις δηλώσεις – απάντηση Δένδια στον Τσαβούσογλου, και μάλιστα μέσα στο γήπεδό τους στην Άγκυρα, νιώσαμε χαρά και ικανοποίηση. Ναι, πράγματι η επίσκεψη Μητσοτάκη στις Η.Π.Α., η ομιλία του στο Κογκρέσο, το θερμό χειροκρότημα που εισέπραξε, μας γέννησαν ρίγη εθνικής συγκίνησης και περηφάνιας. Πλην όμως δεν έλυσαν τα προβλήματά μας με τους γείτονές μας.
Αντίθετα, έγιναν πιο επιθετικοί, πιο προκλητικοί, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε. Μα έτσι απομονώνονται διεθνώς, ενώ η δική μας διπλωματική και στρατιωτική ισχύς διαρκώς αναβαθμίζεται. Πράγματι, αυτό είναι το Κυβερνητικό αφήγημα. Είναι όμως έτσι;
Στην πρόσφατη μεγάλη τουρκική άσκηση «EFES 2022» συμμετείχαν πάνω από 30 χώρες και μεταξύ αυτών και οι σύμμαχοί μας Αμερικανοί, Ιταλοί, ακόμα και οι Γάλλοι. Στην άσκηση, μεταξύ άλλων, υλοποιήθηκε και το σενάριο της κατάληψης νησιών. Να σημειωθεί πως το 2016 συμμετείχαν στην άσκηση αυτή, που διεξάγεται κάθε δύο χρόνια, μόνο 8 χώρες και το 2020 16 χώρες. Σήμερα περί τις 35. Δεν το λες και απομόνωση… Δεν το λες και καταδίκη της Τουρκίας από πλευράς των φίλων και συμμάχων, που μαζί με τους γείτονές μας κατέλαβαν κατά το σενάριο της άσκησης νησιά (σημ. όχι δεν κατονόμαζαν ποια).
Τι δέον γενέσθαι, λοιπόν; Καταρχάς να συμφωνήσουμε πως εμπρηστικές δηλώσεις και πολεμικές ιαχές δεν βοηθούν. Είτε προέρχονται από στρατιωτικούς (σημ. ο πόλεμος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να τους την εμπιστευτούμε). Είτε από ανεύθυνους αναλυτές και δημοσιογράφους [σημ. 11.6.22 κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Σκάι… «η Τουρκία έφαγε πόρτα στις Η.Π.Α., δεν θα πάρει αεροπλάνα…, η Τουρκία αισθάνεται απομονωμένη και σύρθηκε στη σύνοδο κορυφής στη Θεσσαλονίκη»). Είτε από πολιτικούς (Βελόπουλος), που ζητούν δυναμική αντεπίθεση και κατάρριψη drones.
Όχι μόνο δεν βοηθούν, αλλά υποσκάπτουν την εθνική προσπάθεια για διάλογο και επίλυση των διαφορών, που πρέπει να είναι πάντα ο τελικός στόχος. Στη διπλωματία απαιτείται λογική και όχι θυμικό. Μπορεί στους ανά την επικράτεια καφενέδες να αισθάνονται οι πολίτες ένθεν κακείθεν εθνικά υπερήφανοι με τις αντεγκλήσεις και τους τσαμπουκάδες. Αυτά όμως δεν φέρνουν ειρήνη, ευημερία, ανάπτυξη. Φέρνουν αιματηρούς εξοπλισμούς. Κίνδυνο ανάφλεξης, επεισοδίων, πολέμου.
Εξωτερική πολιτική ασκεί η υπεύθυνη Κυβέρνηση και όχι ο κάθε πολεμοκάπηλος Δήμαρχος ή δημοσιογράφος (βλ. Ίμια, υπόθεση Οτσαλάν, αλλά και όλο αυτό το διάστημα δημοσιογράφους και αναλυτές και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, να διαγκωνίζονται ποιος θα έχει το πιο εμπρηστικό ρεπορτάζ).
Και αν είναι να πολεμήσουμε κάποια στιγμή, δεν είναι καν απόφαση μόνο της εκάστοτε Κυβέρνησης, που τα δικά της παιδιά, ως συνήθως, δεν πάνε στον πόλεμο ή είναι στα μετόπισθεν. Είναι απόφαση όλου του ελληνικού λαού, που θα πρέπει να καταστήσει σαφές στους πολιτικούς του ταγούς πως προτιμά την ειρηνική επίλυση των διαφορών μας.
Ναι, λοιπόν, στην ειρηνική επίλυση μέσω του ειλικρινούς διαλόγου, με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και με προσφυγή τελικά και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Όπου, ας προετοιμάσουμε τον λαό μας, είναι πολύ πιθανό να μην δικαιωθούμε στο 100% των θέσεων και απόψεών μας. Ας τολμήσουν επιτέλους οι πολιτικοί μας να λύσουν τα προβλήματα με τους γείτονες. Κάτι που πριν λίγα χρόνια και επί Γιώργου Παπανδρέου λίγο έλειψε να συμβεί, δεν έγινε όμως, γιατί η Κυβέρνηση φοβήθηκε τελικά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και το πολιτικό κόστος.
Ο άλλος επικίνδυνος δρόμος είναι αυτός της όξυνσης, της νέας κούρσας των εξοπλισμών με νέες αγορές του αιώνα από μέρους μας, που θα εξουθενώσουν και πάλι την οικονομία μας. Με κατασκευή αεροπλανοφόρου αξίας μερικών δις από την Άγκυρα, το οποίο για κάθε χρόνο θέλει για συντήρηση περί τα 500 εκατομμύρια και τους είναι παντελώς άχρηστο, γιατί δεν θα πάρουν F35 και γιατί δεν είναι συμβατό με την κλειστή θάλασσα του Αιγαίου. Το πιθανότερο, βέβαια, είναι πως ούτε εμείς θα πάρουμε F35, καθώς οι Αμερικανοί πάγια επιδιώκουν ισορροπία στο Αιγαίο.
Γιατί η ρητορική όξυνση εύκολα μπορεί να εξελιχθεί σε κλιμάκωση επί του πεδίου. Και γιατί αυτή μπορεί να οδηγήσει εύκολα σε θερμό επεισόδιο και -γιατί όχι- και σε ευθεία σύγκρουση με καταστροφικές συνέπειες και για τους δύο λαούς.
Ούτε κατευνασμός, λοιπόν, αλλά ούτε και τσαμπουκάς. Διάλογος και διπλωματία. Για να σταματήσει η κούρσα των εξοπλισμών και η αιμορραγία των δύο χωρών μας. Για να αποφύγουμε θερμό επεισόδιο και πολεμική σύγκρουση. Γιατί δεν έχουμε άλλο δρόμο από εκείνον της ειρηνικής συνύπαρξης προς αμοιβαίο όφελος.
Γιατί καλύτερα πολλά χρόνια συνομιλιών, παρά μια μέρα πόλεμος, που θα ‘λεγε και ο πολύπειρος Γκρομίκο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ