Και ζωική αλλά περισσότερο φυτική διατροφή

0
2546

Αχιλλέας ΠαπαδόπουλοςΤου Αχιλλέα Παπαδόπουλου,
Ειδικού Καρδιολόγου


Η αποφασιστική παρέμβαση για τη βελτίωση των διατροφικών μας συνηθειών έχει τεράστια σημασία για την πρόληψη των παθήσεων του καρδιαγγειακού συστήματος. Η δίαιτα του μέσου ανθρώπου περιλαμβάνει κατά 65% τροφές ζωικής και μόνο κατά 35% τροφές φυτικής προέλευσης. Άφθονα στοιχεία από κλινικές μελέτες υποστηρίζουν ότι αυτή η διατροφή οδηγεί σε αύξηση της επίπτωσης της παχυσαρκίας, της αρτηριακής υπέρτασης, του σακχαρώδη διαβήτη και της αθηρωματικής νόσου. Οι αριθμοί αυτοί πρέπει να αντιστραφούν και το κύριο μέρος της διατροφής μας να είναι φυτική και να βασίζεται σε δημητριακά ολικής αλέσεως, όσπρια, φασόλια, λαχανικά, φρούτα, καρύδια και σπόρους.
Η φυτική διατροφή, αποτελείται από τροφές που περιέχουν χαμηλές ποσότητες χοληστερίνης ή χοληστερόλης, όπως την ονομάζει η Ιατρική, και κορεσμένων λιπαρών οξέων: αυτά αντικαθίστανται από μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα αλλά και από υδατάνθρακες, που κατά κανόνα συνδυάζονται με άφθονες φυτικές ίνες. Επιπλέον, οι τροφές φυτικής προέλευσης περιέχουν σημαντικές ποσότητες πολυφαινολών, βιταμινών και ιχνοστοιχείων.
Οι ζωικές τροφές πρέπει να αποτελούν συμπλήρωμα της καθημερινής μας διατροφής και όχι το επίκεντρο. Με αυτόν τον τρόπο θα προστατέψουμε όχι μόνο την υγεία μας αλλά και το περιβάλλον: Οι ζωικές τροφές απαιτούν περισσότερη γη, περισσότερο νερό και περισσότερη κατανάλωση ενέργειας για την παραγωγή τους, οδηγώντας σε αύξηση της ποσότητας αερίων του θερμοκηπίου. Η προστασία του περιβάλλοντος περνάει έτσι μέσα από την προστασία της υγείας μας και της ίδιας μας της ζωής!
Η πρόληψη της αθηρωμάτωσης των αγγείων και των κλινικών της συνεπειών, των εμφραγμάτων και των εγκεφαλικών περνάει μέσα από την επιθετική αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου, όπως είναι η χοληστερίνη. Οι υγιεινοδιαιτητικές παρεμβάσεις που αφορούν στην καθημερινή μας διατροφή αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο αυτής της προσπάθειας και πρέπει είτε να προηγούνται είτε και να συνδυάζονται με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.
Τα κορεσμένα λιπαρά οξέα, που προσλαμβάνουμε με τις τροφές, αποτελούν το διατροφικό παράγοντα με την ισχυρότερη επίδραση στα επίπεδα της κακής LDL χοληστερίνης. Έτσι, για κάθε επιπλέον 1% ενέργειας προερχόμενης από κορεσμένα λιπαρά προκαλείται αύξηση της LDL χοληστερίνης κατά 0.8-1.6 mg/dL. Τα trans ακόρεστα λιπαρά οξέα βρίσκονται σε περιορισμένες ποσότητες στα γαλακτοκομικά προϊόντα, το αρνίσιο και κατσικίσιο κρέας, συνήθως αποτελώντας το 5% του συνολικού τους λίπους. Η κύρια πηγή trans λιπαρών είναι τα μερικώς υδρογονωμένα λιπαρά οξέα βιομηχανικής προέλευσης όπως κρουασάν, μπισκότα, γαριδάκια κ.α.
Από ποσοτικής πλευράς, τα trans ακόρεστα λιπαρά οξέα έχουν αντίστοιχη επίδραση στην LDL χοληστερίνη, δηλαδή την αυξάνουν όπως τα κορεσμένα λιπαρά. Αν αντικατασταθεί το 1% της ενέργειας που προέρχεται από τα κορεσμένα λιπαρά με μονοακόρεστα λιπαρά, τότε η LDL χοληστερίνη μειώνεται κατά 1.6 mg/dL, ενώ αν αντικατασταθεί με ω-6 πολυακόρεστα λιπαρά η μείωση φτάνει τα 20 mg/dL.
Επιπλέον, οι Ευρωπαϊκές οδηγίες για την αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας, συστήνουν την κατανάλωση επαρκούς ποσότητας φυτικών ινών. Η ποσότητα αυτή σε καθημερινή βάση είναι 5 με 15 γραμμάρια και εκτός του ότι βοηθάει σημαντικά στην καλή λειτουργία του εντέρου, συμβάλλει και στην απώλεια βάρους, αφού οι φυτικές ίνες μας χορταίνουν ευκολότερα με μικρότερες ποσότητες τροφής. Επίσης αποφασιστικός είναι και ο ρόλος τους στη βραδύτερη απορρόφηση της γλυκόζης στο αίμα, με αποτέλεσμα τη μικρή αύξηση του σακχάρου μας όταν τις συμπεριλαμβάνουμε στο φαγητό μας.
Οι υδατάνθρακες που προσλαμβάνουμε με την τροφή έχουν ουδέτερη επίδραση στην κακή LDL χοληστερίνη έτσι, οι πλούσιες σε υδατάνθρακες τροφές αντιπροσωπεύουν πιθανή επιλογή για την αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών οξέων και ειδικά αυτές που επιπλέον είναι πλούσιες σε φυτικές ίνες. Κι αυτό επειδή οι ίνες μεγιστοποιούν την επίδραση της διατροφής στα επίπεδα της LDL χοληστερίνης και ελαχιστοποιούν τις πιθανές ανεπιθύμητες επιδράσεις της πλούσιας σε υδατάνθρακες διατροφής στις υπόλοιπες λιποπρωτεΐνες.
Η πρωτεΐνη της σόγιας έχει μέτρια επίδραση στη μείωση της LDL χοληστερίνης. Τα προϊόντα που περιέχουν σόγια μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να έχουμε αντικατάσταση ζωικής πρωτεΐνης, που συνήθως συνοδεύεται από μεγάλες ποσότητες κορεσμένων λιπαρών. Σε αντίθεση με τα ζωικά προϊόντα, η σόγια δεν περιέχει παρά μόνο μικρή ποσότητα των ανθυγιεινών κορεσμένων λιπαρών οξέων: μόνο 12-14% των λιπαρών οξέων της σόγιας είναι κορεσμένα, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό είναι μονοακόρεστα (23%) και πολυακόρεστα (63%). Η αναμενόμενη μείωση της LDL χοληστερίνης είναι της τάξης του 3-5% και αφορά σε πρόσωπα που έχουν αυξημένες τιμές χοληστερίνης. Η μείωση αυτή μπορεί να μην είναι τόσο εντυπωσιακή, έχει όμως ιδιαίτερη σημασία, αφού επιτυγχάνεται με παρέμβαση στη διατροφή και όχι με χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων, ενώ συνοδεύεται και από τις υπόλοιπες θετικές επιδράσεις των τροφών που περιέχουν σόγια. Η σόγια χαρακτηρίζεται από σημαντική περιεκτικότητα πρωτεϊνών υψηλής διατροφικής αξίας, ανάλογης εκείνης των πρωτεϊνών του κρέατος και των γαλακτοκομικών.
Παράλληλα η σόγια αποτελεί τη βασική πηγή ισοφλαβονών, που είναι ουσίες με ισχυρή αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση, ενώ περιέχει και σημαντικές ποσότητες ασβεστίου και σιδήρου. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά κάνουν τα προϊόντα που περιέχουν πρωτεΐνες σόγιας ιδιαίτερα ελκυστικά ως μέρος μιας υγιεινής διατροφής ακόμη και στο πλαίσιο προγράμματος για την απώλεια βάρους. Είναι άλλωστε γνωστό ότι σε σύγκριση με τα λίπη και τους υδατάνθρακες, οι τροφές που περιέχουν σημαντική ποσότητα πρωτεϊνών προκαλούν μεγαλύτερο κορεσμό και βοηθούν καλύτερα στον έλεγχο της πείνας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ