Μαγνητική τομογραφία καρδιάς: μία εξέταση από το μέλλον

0
2578

Του Αχιλλέα Παπαδόπουλου, Ειδικού Καρδιολόγου

Μέρος Β’

Τέλος, αλλά πολύ σημαντικό, η μαγνητική τομογραφία καρδιάς κερδίζει συνεχώς έδαφος στην εκτίμηση των ασθενών με στεφανιαία νόσο. Πρέπει να αναφερθεί ότι, αν και κατά τη διάρκεια της μαγνητικής καρδιάς μπορεί να διενεργηθεί και μαγνητική στεφανιογραφία, αυτή δεν έχει υψηλή διαγνωστική ακρίβεια και γι’ αυτό δεν χρησιμοποιείται συχνά. Η μαγνητική, όμως, τομογραφία μπορεί με επιτυχία να χρησιμοποιηθεί ακόμα και στις πρώτες μέρες ενός εμφράγματος του μυοκαρδίου, όπου προσφέρει σημαντικές διαγνωστικές και προγνωστικές πληροφορίες για το μυοκάρδιο, καθώς και αργότερα για την εκτίμηση της βιωσιμότητας αυτού, αν δηλαδή μετά από ένα έμφραγμα έχει παραμείνει «ζωντανό» μυοκάρδιο. Η πληροφορία αυτή μπορεί να είναι σημαντική για να αποφασιστεί αν θα οδηγηθεί ή όχι ο ασθενής σε εγχείρηση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (bypass). Πρόσθετη σημαντική εξέταση είναι η δυναμική μαγνητική τομογραφία καρδιάς (stress MRI), με την οποία προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε μυοκαρδιακή ισχαιμία. Είναι εξέταση ανάλογη του σπινθηρογραφήματος του μυοκαρδίου ή της δυναμικής ηχοκαρδιογραφίας (stress echo), με παρόμοια ή και ανώτερη διαγνωστική ακρίβεια από αυτά.
Η μαγνητική τομογραφία καρδιάς μπορεί να διεξαχθεί στους περισσότερους ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις, ωστόσο έχει κάποιους περιορισμούς. Όχι αμελητέο ποσοστό ασθενών, περί τα 7%, έχει κλειστοφοβία και είναι αδύνατον να υποβληθεί στην εξέταση. Πρέπει να σημειωθεί ότι, επειδή η εξέταση απαιτεί τη συνεργασία του ασθενή στη συγκράτηση της αναπνοής, είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να διεξαχθεί υπό γενική νάρκωση. Επίσης, υπάρχει περιορισμός και στις διαστάσεις του ασθενή, καθώς ένας εξαιρετικά παχύσαρκος, και ειδικά με ευρύ θώρακα, μπορεί να δυσκολευτεί να μπει μέσα στον μαγνητικό τομογράφο. Και στις δύο περιπτώσεις, η εξέταση μπορεί να διενεργηθεί σε κάποιον ανοικτό μαγνητικό τομογράφο, ο οποίος όμως στερείται της διαγνωστικής ακρίβειας του κλειστού. Ένα τρίτο πρόβλημα είναι τα μεταλλικά εμφυτεύματα, όπως τα κοχλιακά εμφυτεύματα και κάποια ορθοπεδικά υλικά, καθώς και οι καρδιακοί βηματοδότες, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αντιθέτως, οι μεταλλικές καρδιακές βαλβίδες, που χρησιμοποιούνται τα τελευταία 30 χρόνια, είναι απολύτως ασφαλείς, όπως είναι και όλα τα στεντ που χρησιμοποιούνται στις αγγειοπλαστικές. Προβλήματα στην ποιότητα της εικόνας προκαλούν οι αρρυθμίες, όπως η κολπική μαρμαρυγή, αν και υπάρχουν τρόποι να ξεπεραστούν αυτά, καθώς και η αδυναμία συγκράτησης της αναπνοής, π.χ. σε βαριά καρδιακή ανεπάρκεια ή μεγάλη πλευριτική συλλογή. Τέλος, στους ασθενείς που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλονται ή όχι σε αιμοκάθαρση δεν πρέπει να γίνεται χορήγηση παραμαγνητικής ουσίας (γαδολίνιο), λόγω του κινδύνου που διατρέχουν να εμφανίσουν επικίνδυνο για τη ζωή σύνδρομο, που ονομάζεται νεφρογενής συστηματική ίνωση. Οι ασθενείς αυτοί μπορούν να υποβληθούν βεβαίως σε μαγνητική τομογραφία καρδιάς, η οποία χωρίς τη χορήγηση γαδολινίου προσφέρει κυρίως ανατομικές και λειτουργικές πληροφορίες, όχι όμως αποτελεσματικό χαρακτηρισμό ιστών.
Συμπερασματικά, η μαγνητική τομογραφία της καρδιάς είναι καινούργια σχετικά εξέταση, με σημαντικό παρόν και λαμπρό μέλλον, καθώς συσσωρεύονται ολοένα και περισσότερα επιστημονικά δεδομένα για την αξία της και τη βοήθεια που μπορεί να προσφέρει στη διάγνωση και τον σχεδιασμό της αντιμετώπισης των ασθενών με καρδιαγγειακές παθήσεις. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι είναι απαιτητική εξέταση τόσο για τον ασθενή όσο και για αυτόν που τη διενεργεί, αφού απαιτεί από τον πρώτο τη συνεργασία του, κυρίως στη συγκράτηση της αναπνοής, ενώ από τον δεύτερο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξειδίκευση και εμβάθυνση στο αντικείμενό του και την αφιέρωση πολύ χρόνου για τη διενέργεια και την ερμηνεία της εξέτασης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here