Στον αγνοούμενο της Κύπρου

0
581

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Αντί προλόγου

«Την μάν’ αυτοί, που τους γεννά,
την ρουκανούν παντοτεινά,
– σαν δένδρο τα σκουλούκια.
Και παίρνουν, γι’ άπειρα πουγκιά,
ελεημοσύν’ απ’ τη Φραγκιά
– κι απ’ την Τουρκιά – Χαστούκια!»

Γεώργιος Βιζυηνός
Ποιητική συλλογή, Ατθίδες αύραι
«Το συναξάρι του Αγίου Κασσιανού»
Λονδίνο 1883

 

Η ιστορία που θα διηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή. Όπου τα γεγονότα αγγίζουν την υπερβολή ή και τον μύθο, πιστοποιούν ότι στη ζωή τα δρώμενα ξεπερνούν σε πλοκή το αποκύημα και της πιο ξέφρενης φαντασίας.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Το δημοσιογραφικό μου καθήκον με οδήγησε στη Λευκωσία τον Σεπτέμβριο του 1980. Επρόκειτο να κάνω μία επιτόπια έρευνα και βρέθηκα σ’ έναν άχρωμο, απρόσωπο χώρο, όπως είναι συνήθως τα γραφεία στις δημόσιες υπηρεσίες. Το συγκεκριμένο γραφείο ανήκε στο Υπουργείο Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Κύπρου.
Έψαχνα να βρω έναν ονομαστικό κατάλογο αγνοουμένων από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 και βρέθηκα μπροστά σε έναν σωρό από χίλιους εξακόσιους δεκαεπτά φακέλους. Στην αρχή, θέλησα να ρίξω μια φευγαλέα ματιά, ύστερα αποφάσισα να εξετάσω το περιεχόμενο μερικών από αυτούς και στο τέλος κατέληξα να περιεργάζομαι με δέος και σεβασμό τις φωτογραφίες που περιείχαν τα διαβατήρια και τα δελτία ταυτότητας. Ομολογώ πως δεν μπόρεσα να μείνω ψύχραιμη. Χίλιοι εξακόσιοι δεκαεπτά άνθρωποι χαμογελούσαν κάποτε στον φακό. Τώρα αγνοείται η τύχη τους. Ζουν ή πέθαναν ή χάθηκαν στο άγνωστο στην εισβολή των Τούρκων; Αυτά είναι τα ερωτηματικά που ακούγονται, ενώ η ελπίδα απέναντί μου φλερτάρει με τις επιθυμίες μου.
Με το επίμονο ψάξιμο, το μάτι μου λαίμαργο έπεσε πάνω σ’ ένα διαβατήριο που ξεχώριζε ανάμεσα στ’ άλλα. Ήταν παρόμοιο σε σχήμα, χρώμα και μέγεθος με τα ελληνικά διαβατήρια και έφερνε στο εξώφυλλο το σήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το περιεργάστηκα και διαπίστωσα πως στα εσωτερικά του φύλλα έκρυβε μία ταυτότητα που είχε εκδοθεί από την ελληνική αστυνομία. «Ο αγνοούμενος -σκέφτηκα- πρέπει να είναι από την Ελλάδα». Πράγματι, έτσι ακριβώς ήταν. Η σκέψη μου ήταν σωστή, αλλά η λογική μου δεν έβρισκε μία ευλογοφανή απάντηση στα ερωτηματικά που με πίεζαν. «Πώς βρέθηκε ένας Καβαλιώτης στην Κύπρο; Γιατί είναι αγνοούμενος; Πώς…;». Η φαντασία μου από την πλευρά της ήταν αδύναμη να λειτουργήσει. Έπρεπε ν’ ακολουθήσω τα στοιχεία που είχα στη διάθεσή μου.
Ο κάτοχος του διαβατηρίου και της ταυτότητας ονομαζόταν Ζελελίδης Απόστολος. Ανήκε στο γένος Βασιλειάδη, ήταν γεννημένος στη Λαραχανή, χωριό της Ματσούκας του νομού Τραπεζούντας το 1901. Ήταν κάτοικος Καβάλας, Βιζυηνού 12 στην Κηπούπολη, Χριστιανός Ορθόδοξος στο θρήσκευμα και στο επάγγελμά του καπνεργάτης. Τον αναζητούσαν -διάβασα στο σχετικό σημείωμα- οι κόρες του Ζηνοβία, Γενοβέφα, Μαρία, Σιμέλα και Ελένη, όλες κάτοικοι Λευκωσίας. Ακολουθούσαν οι διευθύνσεις και τα τηλέφωνα για τους ενδιαφερόμενους. Κράτησα στο σημειωματάριό μου τα στοιχεία της τελευταίας, της Ελένης.
Όταν η Ελένη άνοιξε την πόρτα, έδειξε ότι περίμενε την επίσκεψή μου. Με το όμορφο παρουσιαστικό της και την φανερή απλότητά της, γρήγορα ένιωσα άνετα μαζί της. Πάνω στις χαιρετούρες και λίγο πιο ύστερα από την πορεία των πρώτων αδέξιων ερωτημάτων, έμαθα πως ήταν Ποντία από την Καβάλα. Είχε σπουδάσει στη Γυμναστική Ακαδημία Αθηνών. Ήταν μάνα ενός αγοριού, παντρεμένη με Κύπριο. Αυτό το τελευταίο έφερε στη γλώσσα την απορία του μυαλού, γι’ αυτό και ρώτησα:
– Πώς στ’ αλήθεια εσύ, μια Καβαλιώτισσα, γνώρισες και παντρεύτηκες έναν Κύπριο;
– Κινηματογραφικά.
– Δηλαδή;
– Έχεις όρεξη να ακούσεις;
– Γι’ αυτό είμαι εδώ.
– Νομίζω ότι ήρθες για τον αγνοούμενο πατέρα μου.
– Το ίδιο κάνει, είπα.
– Άκουσε, λοιπόν, είπε με έμφαση, ενώ φρόντιζε να καθίσει πιο άνετα. Τη μιμήθηκα παράλληλα. Είμαι από την Καβάλα, όπως είπες. Το 1972 τελείωσα τις σπουδές μου με άριστα. Για αμοιβή, αλλά και για ξεκούραση από τους κόπους μου για το πτυχίο, πήγα διακοπές στη Γερμανία. Είχα τις αδελφές μου εκεί εργάτριες κι αυτό μου έδινε το πλεονέκτημα να μην μπλέξω με ξενοδοχεία. Μπορούσα δηλαδή με λιγοστά χρήματα να γνωρίσω τη μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα της Δυτικής Ευρώπης, να επισκεφθώ τα μνημεία της και κυρίως να δω από κοντά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου.
Η μεγαλύτερη αδελφή μου, η Ζηνοβία, μαζί με τον άντρα της, πήραν την κανονική τους άδεια από το εργοστάσιο όπου δούλευαν, αγόρασαν τα εισιτήρια για τους αγώνες και μου αφιέρωσαν τις ημέρες των διακοπών τους. Διέθεταν κι αυτοκίνητο. Αυτό βοήθησε, με έδρα τη Στουτγάρδη, να κάνουμε τις περιηγήσεις μας, χωρίς να πληρώνουμε ξενοδοχεία ή μοτέλ. Επισκεφθήκαμε πολλά αξιοθέατα της περιοχής και είδαμε πολλές εργατουπόλεις.
– Στο Μόναχο πήγατε; Ρώτησα σχεδόν από αγένεια, μόνο και μόνο για να διακόψω την κουβέντα της.
– Ναι, πήγαμε στο Μόναχο. Το Μόναχο εξάλλου ήταν στο πρόγραμμά μου. Αλλά δυστυχώς, ούτε την πόλη είδαμε ούτε στο περίφημο Ολυμπιακό στάδιο του Μονάχου μπήκαμε.
– Γιατί τάχα;
– Γιατί συνέπεσε η είσοδός μας στην πόλη με τα γνωστά γεγονότα της έναρξης.
– Αν θυμάμαι καλά, ήταν 5 Σεπτεμβρίου του 1972, είπα με επιφύλαξη.
– Ακριβώς. Τη θυμάμαι, είπε, την ημερομηνία, γιατί συνδέθηκε με όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Εκείνη την ημέρα γνώρισα τον άνδρα μου. Η αφορμή προέκυψε από τα επεισόδια στο στάδιο. Είχαμε βρεθεί σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης και όμως δεν μπορέσαμε να μπούμε στο Μόναχο. Είχαμε μπλοκαριστεί και δεν ξέραμε τον λόγο. Στην αρχή δεν δώσαμε σημασία, γιατί δεν βρήκαμε εισιτήρια για την έναρξη και αγοράσαμε άλλα, για τη δεύτερη μέρα. Αργότερα, όμως, μας έζωσαν τα φίδια, γιατί βλέπαμε καθαρά πως κάτι εξαιρετικό μεσολάβησε. Ανήσυχοι ψάχναμε για μια εξήγηση. Η άγνοια της γερμανικής γλώσσας δεν μας άφηνε κανένα περιθώριο στην πληροφορία. Βλέπαμε μία μεγάλη ουρά αυτοκινήτων, ένα τράφικ, όπως λένε οι ξένοι, και δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε. Στο κυκλοφοριακό σύστημα της Γερμανίας και την ημέρα έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων μποτιλιαρίσματα τέτοιου είδους δεν είχαν καμιά αιτιολογία ύπαρξης. Καταλαβαίνεις, νομίζω, τη θέση μας. Άγνωστοι ανάμεσα σε αγνώστους και χωρίς γνώση της γλώσσας, πασχίζαμε να λύσουμε τις απορίες μας. Τι είχε συμβεί; Γιατί δεν μας επέτρεψαν να μπούμε στην πόλη; Φοβισμένοι κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. Κοιτάζαμε και τους Γερμανούς και μας έζωναν περισσότερο τα φίδια. Έδειχναν τόσο λυπημένοι…! Πονεμένοι, θα έλεγα, γιατί οι ίδιοι γνώριζαν κι όλας τα συμβάντα από τις ειδήσεις που μετέδιδαν τα ραδιόφωνα στα αυτοκίνητά τους. Για πρώτη φορά κατανόησα πόση αξία έχει η γνώση μιας ξένης γλώσσας. Πάνω στους προβληματισμούς μας και στην απόγνωσή μας, άκουσα στο διπλανό από μας αυτοκίνητο να μιλάνε ελληνικά. Χωρίς άλλη σκέψη πλησίασα και ρώτησα:
– Έλληνες είστε;
– Όχι, Κύπριοι.
– Το ίδιο κάνει.
– Όχι βέβαια. Είμαστε Κύπριοι και μιλούμε ελληνικά.
– Μιλάτε ελληνικά και αυτό έχει σημασία για μας. Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει και ανησυχούμε. Μήπως μπορείτε να μας ενημερώσετε; Ρώτησα και το μάτι μου έπεσε στους νεαρούς του αυτοκινήτου.
– Έγιναν επεισόδια στο Ολυμπιακό στάδιο, στη διάρκεια των αγώνων, είπε ο κύριος που καθόταν στο τιμόνι.
Απλώθηκαν στη συνέχεια και σε άλλες πληροφορίες. Έδωσαν με λεπτομέρειες τα καθέκαστα και ύστερα, ένας από τους πέντε πρόσθεσε συμπερασματικά: «Είναι δύσκολο, αδύνατο θα έλεγα, να μπούμε στην πόλη».
Ο γαμπρός μου, ο Θανάσης, πλησίασε χαρούμενος. Άκουσε τη συνομιλία, διαπίστωσε την κυπριακή καταγωγή των νεαρών και έδειξε τα συναισθήματά του. Γιατί κι ο ίδιος Κύπριος ήταν και το συναπάντημα με πατριώτες του σε ξένη γη είχε την αξία του. Από εκείνη τη στιγμή προσθέσαμε έναν ακόμα Κύπριο γαμπρό στην οικογένειά μας. Ξέχασα να σου πω από την αρχή, πως και οι πέντε γαμπροί του πατέρα μου από την Κύπρο είναι.
– Είναι δυνατόν; Ρώτησα και έδειξα πόσο μου ήταν δύσκολο να πιστέψω μια τέτοια σύμπτωση.
– Είναι δυνατόν…!
– Δεν γίνεται εύκολα πιστευτό, ξαναείπα.
– Έχεις δίκαιο. Κανείς δεν το πιστεύει με το πρώτο άκουσμα, πέντε γαμπροί με την ίδια καταγωγή στο ίδιο σπίτι. Ο ίδιος ο πατέρας μου έκανε δεκαπέντε χρόνια να το κατανοήσει. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε από την πορεία της εξιστόρησης. Σου αφήνω λίγη διορία για να μαντέψεις όσα ακολούθησαν. Οι Κύπριοι -οι νεαροί του αυτοκινήτου και ο γαμπρός μου- βρήκαν τη χαρά τους. «Σα γνώριμοι από καιρό» είχαν πολλά να πουν. Όπως ήταν επόμενο, δεν σταμάτησαν να λένε τα δικά τους.
Στο τέλος, όταν τ’ αυτοκίνητα γύρω μας αραίωσαν αισθητά, έκανα την πρόταση: «Δεν φεύγουμε καλύτερα; Πάμε να τα πούμε κάπου αλλού;». Γυρίσαμε πίσω. Βρήκαμε τον δρόμο για το Τυρόλο. Πήγαμε στο Ίνσμπουργκ, αφού ψυχαγωγία αναζητούσαν και οι ίδιοι. Τουρισμό έκαναν, όπως μας είπαν. «Θαύμα η φύσις κι όνειρο». Κατεβήκαμε στο Σάλτσμπουργκ. Θαρρείς κι επίτηδες διαλέξαμε το ωραιότερο μέρος του κόσμου για περιήγηση. Όπως ήταν επόμενο, ο φτερωτός θεός, ο Έρωτας, βρήκε το πιο κατάλληλο τοπίο για να μας παγιδέψει. Στο στόχαστρο έβαλε εμένα και τον νεαρό στο τιμόνι. Διασκεδάζοντας πάντα, μας έριξε τα βέλη του, άδειασε όλη τη φαρέτρα του καταπάνω μας και ύστερα μας άφησε στο έλεος του πιο όμορφου σκηνικού. Πεζολογώ, για πράγματα εξαιρετικώς ποιητικά. «Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε» λέει ο ποιητής και δεν αφήνει να μαντεύσουνε πως σ’ αυτό «το σπίτι πρόκειται να πέσει αστροπελέκι». Πράγματι, αμέσως μετά ακολούθησε το δράμα. Γιατί ο πατέρας μου ήταν αρνητικός. Δεν συγκατένευσε, ούτε θέλησε να μας δώσει την ευχή του στη συνέχεια για τον γάμο μας. Το γνώριζα! Ο πατέρας μας δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του στους γάμους των αδελφών μου με Κύπριους. Αυτό ήταν γνωστό και περίμενα την αντίδρασή του. Ενώ αγαπούσα τον πατέρα μου και δεν ήθελα να βγω από τη βουλή του, έπραξα το αντίθετο.
– Γιατί; Ποιο κακό του έκαναν οι Κύπριοι; ρώτησα.
– Οι ίδιοι οι Κύπριοι κανένα. Η άρνηση του πατέρα μας δεν σχετιζόταν με τους κατοίκους του νησιού. Από άλλες αιτίες πήγαζαν οι αντιρρήσεις του. Κυρίως από το γεγονός πως στην Κύπρο ζούσαν αντάμα Έλληνες και Τούρκοι. «Φίδια στον κόρφο τους κουβαλούν οι Κύπριοι» έλεγε συχνά και χρόνια πιο μπροστά προμάντευε τα γεγονότα της εισβολής στην Κύπρο. «Τούρκοι -έλεγε- είναι αυτοί! Δεν έχουν τον θεό τους». Έλεγε κι άλλα πολλά και το συμπέρασμα ήταν ένα: αργά ή γρήγορα οι Τούρκοι θα καταλάβουν την Κύπρο. Για τον λόγο αυτό, δεν ήθελε τα παιδιά του να ζήσουν στην Ανατολή, να συμβιώσουν με αλλόπιστους, να μην γνωρίζουν μόνιμα τι θα ξημερώσει η άλλη μέρα.
– Μα αυτό είναι ακατανόητο! ψέλλισα.
Η Ελένη δεν μ’ άκουσε. Συνέχισε να δίνει εξηγήσεις.
– Ο πατέρας μου γεννήθηκε στον Καύκασο το 1901. Επτά χρόνων έζησε τον σπαραγμό των μεγάλων που έβλεπαν τα παιδιά και τους άντρες τους να οδηγούνται στα καταναγκαστικά έργα και τις εξορίες που επέβαλαν οι Νεότουρκοι. Στα δεκατέσσερα χρόνια του, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ρωσοτουρκικός συγκεκριμένα, σκίαζε περισσότερο το κλίμα φοβίας γύρω του. Πάνω που έφθασε τα δεκαπέντε χρόνια της ζωής του, έζησε στο κλίμα της σφαγής των Αρμενίων. Στα δεκαοκτώ υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του, να μπλέξει στα άτακτα κοπάδια φυγής από το χωριό του στο Βατούμ κι από εκεί να οδηγηθεί στην αχανή Ρωσία. Δεν αναφέρομαι στον ξεριζωμό του ’22. Είμαι όμως υποχρεωμένη να σου πω ότι ποτέ δεν ξεχνώ τον καημό που έβλεπα στο πρόσωπο του πατέρα μου. Δεν θα σε κουράσω. Θα παραλείψω τα βάσανα της προσφυγιάς, θα μείνω στα ευχάριστα. Είκοσι τεσσάρων χρόνων, ο πατέρας μου παντρεύτηκε. Μέσα στα πρώτα δέκα χρόνια του γάμου, απέκτησε έξι παιδιά. Στα δεκαπέντε χρόνια, οι γέννες έγιναν οκτώ, αλλά τα παιδιά λιγόστεψαν. Έμειναν στη ζωή τρία κορίτσια. Τα αγόρια πέθαναν από τις συνηθισμένες στην εποχή παιδικές αρρώστιες. Ήθελε ένα αγόρι στην οικογένεια και ξανά έμεινε έγκυος η μητέρα μου, αλλά γεννήθηκε η Σιμέλα. Νέα απογοήτευση. Στα πενήντα του χρόνια γεννήθηκα εγώ κι ήμουν κορίτσι. Να περιγράψω τις αντιδράσεις του; Δεν είναι απαραίτητο. Είναι ευκολονόητες. Πάντως, για να είμαι δίκαιη, οι φωνές του πατέρα ήταν περισσότερες, όταν η μεγαλύτερη αδελφή μας, η Ζηνοβία, πήρε ην απόφαση να φύγει ως εργάτρια στα εργοστάσια της Δυτικής Γερμανίας. Ακόμα τρίζουν τα τζάμια του σπιτιού μας απ’ τις φωνές του! Η αδελφή μου ήταν αμετάπειστη. Πλησίαζε κι όλας τα τριάντα πέντε χρόνια της ζωής της και για τα μέτρα της εποχής εκείνης και για τη μικρή κοινωνία της εργατούπολής μας ήταν γεροντοκόρη. Πάνω στην πίεση που γεννούσε το κοινωνικό περιβάλλον αντέταξε τις επιλογές της. Έκανε την επανάστασή της. Έσπασε τους φραγμούς της ποντιακής παράδοσης που πρέσβευε τα θηλυκά της οικογένειας να κάθονται φρόνιμα στο σπίτι. Για να μην πολυλογώ, το 1959 η Ζηνοβία βρέθηκε στην ξενιτιά. Απελπισμένος ο πατέρας, ξαναζούσε τις γνωστές από την πατρίδα σκηνές του αποχαιρετισμού, όταν οι νέοι έφευγαν να βρουν «την καλή τους τύχη» στη Ρωσία.
– Σταμάτα, μην κλαις, παρακάλεσα.
Η Ελένη σκούπισε τα μάτια της. Με κοίταξε μέσα από τα δάκρυά της και συνέχισε:
– Δώδεκα Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή, πήγαμε στο αεροδρόμιο να υποδεχτούμε τους γονείς μας. Πήγαμε όλες οι αδελφές, μία Κύπρος ολόκληρη, που λέει ο λόγος. Λογάριασε. Πέντε κόρες, πέντε γαμπροί, δέκα εγγόνια και δέκα συμπέθεροι. Εδώ πρέπει να σε πληροφορήσω ότι και οι πέντε ως αδελφές ζούσαμε με τα πεθερικά μας στην Κύπρο. Αλλά αυτά είναι δευτερεύοντα. Εκείνο που αξίζει να ειπωθεί είναι ότι και η Κύπρος του 1974 ήταν όμορφη όσο ποτέ. Μην το θεωρήσεις ποιητικό, αλλά πράγματι, συναγωνιζόταν σε ομορφιά τη θεά της, την Αφροδίτη. Την ξεπερνούσε κι όλας, γιατί η Κύπρος είχε προσθέσει τότε στα κάλλη της κι εκείνο το μοναδικό εργαλείο από το Πάσχα της Ορθοδοξίας.
– Νομίζω ότι όσα λες είναι σωστά. Πράγματι, το Πάσχα στην Κύπρο ξεχωρίζει σε πολλά.
Ήθελα να πω περισσότερα, αλλά η Ελένη δεν άκουγε. Ήθελε να δώσει μεγαλύτερη διάσταση στα γεγονότα, να εγείρει το θυμικό μου και να κερδίσει το ενδιαφέρον μου για την έρευνα.
– Στο αεροδρόμιο πήγαμε με δέκα δικά μας αυτοκίνητα. Τα βάλαμε επίτηδες σε παράταξη, για να υποδεχθούμε με «πρωτόκολλο» τους Μεγαλειότατους της καρδιάς μας. Μπροστά, στην παράταξη, βάλαμε το καροτσάκι -τροχοφόρο κι αυτό- με τον γιο μας μέσα. Τον έχουμε ντύσει στα γαλάζια, ενώ οι εννιά κόρες των αδελφών μου έβαλαν ροζ φορέματα. Εμείς οι μεγάλοι σταθήκαμε στη γραμμή για τη θριαμβευτική υποδοχή. Παίζαμε, όπως μάθαμε να παίζουμε στις εποχές που το φαγητό έμενε να είναι παιχνίδι. Πολυλογώ, αγνοώντας πως η σιωπή μεγαλώνει την ομορφιά της περιγραφής. Ένα μόνο θα μου επιτρέψεις να προσθέσω. Για τον πατέρα μου και για τη μάνα μου, οι οποίοι μόνο το πρόσωπο της φτώχειας γνώρισαν, όλα αυτά ήταν συγκλονιστικά. Είχαν παραμυθένια χροιά. Οι άγιες μέρες του Πάσχα, με τη σειρά τους, τόνωσαν τη συγκινησιακή φόρτιση. Οι γλυκύτατες των εκκλησιών καμπάνες με τις μελωδικότατες ψαλμωδίες προσκαλούσαν κι αυτούς τους Τουρκοκύπριους να μπούνε στους ναούς. Θαύμα όλα γύρω κι όνειρο.
– Ακριβώς αυτό ταιριάζει στην περίπτωσή σας, είπα.
– Πάσχα κάναμε όλοι μαζί στο Επισκοπείο, όπου και ο Μητροπολιτικός Ναός. Δεύτερη Ανάσταση στη μονή Κίκου. Την εβδομάδα της Διακαινησίμου γυρίσαμε ένα μεγάλο μέρος του νησιού. Στη Λεμεσό γιορτάσαμε την πρωτομαγιά. Η μητέρα, παραδόξως, δεν ήθελε να ακολουθήσει. Επιθυμούσε να κρατά συντροφιά τα παιδιά. Απέφευγε, θαρρώ, τις πολλές μετακινήσεις. Στην Αριδίππου ο πατέρας μαγεύτηκε με τη θάλασσα της Λάρνακας. «Ε! Τραπεζούντα» ψιθύρισε. Στο Κιτίο έκανε τον σταυρό του. «Βατούμ, να η θάλασσά σου» ψέλλισε. Στη Δεκέλεια, στην Ξυλοτύμπου, στην Ξυλοφάγου, με δυσκολία κρατούσε τον θαυμασμό του. Στην Αμμόχωστο έκλαψε. «Να το Σοχούμ!» τον άκουσα να λέει. Στο Ακρωτήρι του Αγίου Ανδρέα φιλούσε τα κύματα και τα παρακαλούσε να πάνε τον ασπασμό του απέναντι στους τάφους των πατεράδων του. Στην Ακάνθου είπε τη σκέψη του φωναχτά: «Παρατηρήσατε κάτι, παιδιά μου; Ακόμα δεν ανταμώσαμε κανέναν Τούρκο». Γελάσαμε. Σχεδόν παντού Τούρκους ανταμώναμε. Η Θεανούλα, το πειραχτήρι της μεγάλης μου αδελφής, είπε: «Παππού, εσύ έζησες με τους Τούρκους και πώς γίνεται να μην τους αναγνωρίζεις;». Ο πατέρας μου σώπασε. Έχω την εντύπωση ότι αναρίγησε. Νομίζω, εκείνη ήταν η στιγμή που είπε: «Αλίμονο, η ιστορία επαναλαμβάνεται!». Στην Κυρήνεια έβγαλε το καπέλο του. Προσευχήθηκε: «Θεέ μου, είσαι πολύ μεγάλος! Φύτεψες τον Παράδεισο στη γη της Κύπρου». Από τη Μόρφου, έστειλε χαιρετίσματα στη γη της Ιωνίας. Όταν κάναμε τον γύρο του Τρώοδος, ο πατέρας έμαθε τι σημαίνει ευφορία γης. Στην Επισκοπή, οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις των «Εγγυητριών Δυνάμεων» τρόμαξαν τον πατέρα. Από ‘κεί και πέρα δεν ξανά μίλησε. Ο φόβος μπήκε στα φυλλοκάρδια του. Γι’ αυτό δεν χάρηκε το Κούρειο, ούτε γύρισε να δει την πέτρα της Αφροδίτης. Δεν συγκινήθηκε αργότερα με τα ψηφιδωτά της Πάφου. Έμεινε σιωπηλός με τον πόνο στην όψη.
– Στάσου, σε παρακαλώ, είπα βάζοντας όσο μπορούσα ικεσία στη φωνή μου. Μιλάς ασταμάτητα και δεν μου αφήνεις την ευκαιρία να εντοπίσω τον χρόνο. Όλα αυτά που περιγράφεις έγιναν τη χρονιά της τουρκικής εισβολής;
– Ναι, αλλά η εισβολή τότε δεν ακουμπούσε ούτε τους εφιάλτες μας σε ώρες πυρετού. Ήταν πέρα από τις σκέψεις μας κι ακόμα πιο πέρα από τις υποψίες μας.
– Αλήθεια, δεν καταλάβατε τις προθέσεις των Τούρκων;
– Όχι, σε διαβεβαιώνω. Δεν ξέρω τις σκέψεις του πατέρα… αν ποτέ τον ανταμώσω, θα είναι το πρώτο που θα τον ρωτήσω. Τώρα που το σκέπτομαι, έχω κάποιες επιφυλάξεις, γιατί από την ημέρα που γυρίσαμε από την Πάφο στη Λευκωσία, ο πατέρας ήθελε να φύγει. Με παρακάλια τον κρατήσαμε για τη βάπτιση. Για αυτήν, εξάλλου, ήρθε. Αλλά η βάπτιση ορίστηκε να γίνει 30 Ιουνίου και έπρεπε να περιμένει την ημέρα των Δώδεκα Αποστόλων. Το μυστήριο τελέστηκε στη Μονή Κίκου. Απόστολο βαπτίσαμε το αγοράκι μας κι ο μεγάλος Απόστολος, ο παππούς, δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Τον είδα να σκουπίζει τις κόγχες των ματιών του και το μεγάλο τετράγωνο πρόσωπο. Όταν αργότερα του δείξαμε τη θέση που συνήθιζε να κάθεται ο Μακάριος και να αγναντεύει γύρω το νησί, τον άκουσα να μουρμουρίζει: «Θεέ μου, όσο απλώνεται το μάτι του Ιεράρχη να φτάνει η ευλογία Σου!».
– Εκεί, νομίζω, σήμερα βρίσκεται ο τάφος του Εθνάρχη, είπα αλλά η Ελένη δεν έδειξε ενδιαφέρον. Συνέχισε:
– Η άλλη μέρα από τη βάπτιση του αγοριού μας ήταν η επέτειος του γάμου των γονιών μας. Στην Καβάλα, την 1η Ιουλίου ο λαός γιορτάζει τα Ελευθέρια της πόλης κι ο πατέρας έλεγε πάντα αυτό το αστείο: «Πανηγυρίζουν οι Καβαλιώτες για την ελευθερία τους κι εγώ κλαίω για την ελευθερία που έχασα». Εκείνη τη χρονιά, οι γονείς μας συμπλήρωναν ακριβώς πενήντα χρόνια συζυγικής ζωής. Λίγο περισσότερα ήταν τα χρόνια της προσφυγιάς στην Καβάλα. Για να ευχαριστήσουμε τους γονείς μας, φτιάξαμε μία καλλιτεχνική σε εμφάνιση και σχήμα τούρτα.
Όνειρο τελειότητας και καμάρι ζαχαροπλαστικής έμπνευσης. Μία Κύπρος καμωμένη με παντεσπάνι, σοκολάτα και κρέμα σαντιγί. Στήσαμε την τούρτα στο σαλόνι και φέραμε τον πατέρα ανύποπτο στον χώρο. Ήταν μέρος της έκπληξης που ετοιμάσαμε. Παίζαμε, είπαμε… Δεν υπολογίσαμε όμως την ευαισθησία του. Απορροφημένοι στο παιχνίδι του αιφνιδιασμού, λέγαμε στον εορτάζοντα να καμαρώσει την τούρτα «Κύπρος» και να την κόψει…
Τα δάκρυα της Ελένης πήδησαν σαν από πίδακα που δέχεται υδραυλική πίεση. Σιωπηλή, περίμενα να περάσει η συγκίνηση. Μέσα από αναφιλητά και μυξοκλάματα, διέκρινα με το ζόρι την παρακάτω αφήγηση:
– Η πρώτη μαχαιριά τού έφερε συνειρμικά στον νου το μαχαίρωμα του Πόντου, υποθέτω. Έχω στον νου μου τους χάρτες κι ανατριχιάζω. Κάνε έναν παραλληλισμό και πες… αν δεν είναι έτσι…
– Έχεις δίκαιο. Τώρα που το λες, διαπιστώνω κι εγώ πως ο Πόντος και η Κύπρος μαχαιρώθηκαν στο βόρειο τμήμα τους, πρόσθεσα με έμφαση.
– Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Ο πατέρας μου δεν ήξερε και πολλά γράμματα, αλλά εκείνη τη δεδομένη στιγμή κατασυγκινήθηκε. Επιπλέον, συνηθισμένος στον πόνο μια ζωή, δεν γνώριζε να ζει στο κλίμα της χαράς. Η μεγάλη συγκίνηση τον κατακεραύνωσε. Έπαθε συμφόρηση. Τα γεγονότα του Ιουλίου μάς βρήκαν στα νοσοκομεία. Όταν πήραμε εξιτήριο, γνωρίζαμε σχεδόν ότι παίζαμε επικίνδυνα με την υγεία του. Ήμασταν όμως υποχρεωμένοι να φύγουμε από το νοσοκομείο, να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Οι άνδρες μας ήταν ανάστατοι κι εμείς, ως γυναίκες, είχαμε ένα βαρύ προαίσθημα. Στις 20 Ιουλίου, ο πόλεμος άγγιζε το όμορφο νησί μας. Οι Τούρκοι έχουν κάνει απόβαση. Τυχερός ο πατέρας… Η φροντίδα μας για την επισφαλή υγεία του τον κράτησε μακριά από τις πρώτες συγκινήσεις. Άτυχη η μητέρα… Η είδηση της εισβολής των Τούρκων τη σκότωσε. Η εμπειρία από τις θηριωδίες του ’22, τις οποίες έβλεπε να επαναλαμβάνονται, προκάλεσε την αποπληξία της. Έπεσε ξαφνικά στο χώμα, με τον ίδιο τρόπο που σωριάζονται τα γέρικα δέντρα, καθώς τα δέρνει η μπόρα, ύστερα από καλοκαιρινή καταιγίδα. Έσβησε η μάνα μας χωρίς λόγο. Δίχως μια αναφορά στο δίκαιο του πατέρα. Είκοσι δύο Ιουλίου είχαμε την κηδεία. Πανικόβλητες οι αδελφές, όλες μαζί, θάψαμε τη μητέρα μας, απουσία των ανδρών μας. Ο πόνος εκείνες τις ώρες μάς έσπρωχνε να δικαιώσουμε τον πατέρα. Έπαθε κι έμαθε… Είχε μεγάλο δίκαιο. Όταν επιστρέψαμε από τα νεκροταφεία, ο πατέρας είχε εξαφανιστεί. Κανένας δεν τον είδε. Κανένας δεν τον άκουσε…
– Από τότε χαμένος; ρώτησα.
– Από τότε ανήκει στους αγνοούμενους, είπε.
Και τα δάκρυα έραναν τη μνήμη του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here