«Απόδοτε τα του Καίσαρος Καίσαρι»

0
592

Του Βασίλη Τσιαμπούση


 

Κυριακή των Βαΐων. Ο κόσμος υποδέχεται στα Ιεροσόλυμα τον Χριστό, αλλά τον υποδέχεται μάλλον ως αρχηγό του Έθνους, ως ελευθερωτή από τους κατακτητές Ρωμαίους. Ως απεσταλμένο του Θεού που θα “ανυψώσει (επί γης) το κέρας ημών”.
Βλέποντας αυτόν τον αλαλαγμό, αυτή την τρέλα, οι Γραμματείς πανικοβάλλονται, φοβούμενοι ότι ο χρόνος δουλεύει εναντίον τους. Και η προσπάθειά τους επικεντρώνεται με ένταση στην αποδόμηση της ελπίδας του λαού προς το πρόσωπό του. Ρωτούν, λοιπόν, τον Χριστό, πιθανότατα την επόμενη κιόλας μέρα, να πει τη γνώμη του για την κατοχή από τους Ρωμαίους (συγκεκριμένα, αν πρέπει να τους πληρώνουν οι Εβραίοι φόρο). Εκείνος τους ζητά ένα δηνάριο, που επάνω του είχε τη μορφή του Καίσαρα. Και τους δίνει την απάντηση “Απόδοτε τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ”.
Η απάντηση έχει προφανώς το νόημα ότι εγώ σας μιλώ για την Ουράνια Βασιλεία κι εσείς ψάχνετε ν’ ακούσετε εκείνα που θέλετε. Αλλά αυτή η απάντηση σερβίρεται από τους Φαρισαίους ως ανήκουστη πολιτική τοποθέτησή του και ως εθνική προδοσία. Αποτελώντας την απόδειξη ότι «Αυτός δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει εθνικός ηγέτης, όπως προσδοκάτε. Είναι ένας μάγος, ένας τσαρλατάνος, και όχι ο σωτήρας του Ισραήλ!».
Επιτέλους εφευρίσκεται αυτό που έψαχναν για μήνες. Και είναι τόσο πετυχημένο, που η μεταστροφή του κόσμου ακολουθεί σαν χιονοστιβάδα. Τα “παπαγαλάκια και οι ρουφιάνοι”, όπως αγοραία θα λέγαμε σήμερα, γυρνούν στις γειτονιές και τις πλατείες και λένε: “Ο Χριστός είπε ότι καλώς πληρώνουμε φόρο στον Καίσαρα. Στο όνομα της τήρησης της τάξης, δεν τον νοιάζει (τον Χριστό) το Ισραήλ, δεν τον νοιάζει αν πεινάμε και ζοριζόμαστε οικονομικά”.
Συν τοις άλλοις, και ο Ιούδας επιβεβαιώνει με τη στάση του (συνομιλώντας με τις Αρχές να τον παραδώσει) ότι ο Χριστός δεν είναι ο Μεσσίας που όλοι περίμεναν. Και πιθανότατα διαδίδει κρυφά, έχοντας πια διαλέξει πλευρά: «Εγώ, ως ταμίας των μαθητών του, σας βεβαιώνω ότι ξοδεύεται να μιλά για τα Ουράνια και περιφρονεί τελείως τα υλικά. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μόνο πνεύμα, είναι κυρίως ύλη».
Το ερώτημα που γεννιέται είναι: Η απάντηση του Χριστού ήταν άστοχη (παρ’ όλο που προς στιγμήν αποστόμωσε τους Γραμματείς); Καθόλου. Ήταν απλώς ένα βήμα για την εθελούσια θυσία. Ο Χριστός κατέβηκε για να θυσιαστεί, όχι για να σωθεί. Αν με ένα μαγικό τρόπο ο Χριστός δεν σταυρωνόταν, γήρασκε, πέθαινε ως κοινός θνητός, ούτε χριστιανισμός θα υπήρχε ούτε οι ιδέες του και η διδασκαλία του θα τύχαιναν ευρείας διάδοσης και αποδοχής. Θα ήταν απλώς ένας φιλόσοφος που είπε ωραία πράγματα. Πολύ περισσότερο, όμως, κανείς μας δεν θα είχε την ελάχιστη ελπίδα σωτηρίας. Διότι με τον θάνατο, και κυρίως με την Ανάσταση του Χριστού, σωζόμαστε κι εμείς. «Εσύ είσαι η δική μας ανάσταση», διαβάζουμε στην εξόδιο ακολουθία. Που σημαίνει ότι δεν θα σωθούμε γιατί είμαστε καλοί άνθρωποι, γιατί πιστεύουμε στον Θεό, αλλά γιατί θα μας σώσει Εκείνος δια του δικού του Θανάτου και δια της δικής του Αναστάσεως.

Υ.Γ. Δεν θεωρώ τυχαίο το ότι η ευαγγελική περικοπή, για το δηνάριο και την περίφημη ρήση “τα του Καίσαρος Καίσαρι”, διαβάζεται τη Μεγάλη Τρίτη, μια μέρα μετά την ένδοξη είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και πριν τη σύλληψή του. Ίσως, μάλιστα, εκείνοι που καθόρισαν τις ακολουθίες της Εκκλησίας το περιέλαβαν στην καταλληλότερη στιγμή που έπρεπε να ακουστεί. Για να εξηγήσουν το ανεξήγητο: Πώς ο Χριστός, μετά την ενθουσιώδη υποδοχή του κατέληξε στον Σταυρό. Για να ακολουθήσει, βεβαίως, η μεγάλη χαρά από την ένδοξή Του Ανάσταση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ