Πασχαλινά με τη χαρά των Βαΐων ως τη γλυκόπικρη αναμονή του Πάσχα..! Τα βάγια..! τα κερκέλλια..!

0
777

Της Νόρας Κωνσταντινίδου


 

Από την Κυριακή της Τυρινής μέχρι τη χαρούμενη είδηση της Ανάστασης που ακούγεται στο μεσονύχτιο του Πάσχα, μεσολαβούν ακριβώς 50 ημέρες νηστείας σώματος και ψυχής. Προετοιμασίες, θα έλεγε κανείς, για την εβδομάδα των Παθών με το Χριστός Ανέστη στο αποκορύφωμα. Η καθιερωμένη νηστεία αρχίζει για τους απαξάπαντες των χριστιανών (μικρών μεγάλων) ταυτόχρονα με το τέλος της Κυριακής των Απόκρεω. Τα αρτύσιμα μπαίνουν στα κελάρια της κουζίνας του κάθε σπιτιού. Αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή (με την σαράντα ημερών αποχή από τα κρέατα, τα γαλακτερά, τα πουλερικά) και φθάνει μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου, ημέρα παραμονής της Κυριακής των Βαΐων.
Η Κυριακή των Βαΐων μπαίνει σαν ευπρόσδεκτη παρένθεση ανάμεσα στις σαράντα μέρες της Μεγάλης Σαρακοστής και στις επτά ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Η μία νηστεία τελειώνει, η άλλη αρχίζει. Αυτό σημαίνει πως είναι νηστήσιμη η ημέρα των Βαΐων ως μεγαλοβδομαδιάτικη, αλλά και δεν είναι, ως απόληξη της νηστείας του σαρανταημέρου που προηγήθηκε. Θυμίζει στους πολλούς τη μικρή διακοπή της νηστείας με βακαλάο (άλλως μπακαλιάρο) και στους λίγους με την ψαροφαγία, σε μερικούς ως πρόκληση. Στην ουσία μπαίνει στη μέση ένα μικρό διάλειμμα, μια ανάσα που λέει ο λόγος, για τη συνέχεια στα όσα μεγαλοβδομαδιάτικα θα ακολουθήσουν. Επί πλέον, όσοι υπολογίζουν στα πλεονεκτήματα που εισπράττει ο ανθρώπινος οργανισμός από την νηστεία, μιλούν με παραδείγματα για τα καλά και ευλογημένα της ομορφότερης εποχής του χρόνου. Με τον ερχομό της Άνοιξης ο φυτικός κόσμος απορροφά χυμούς από τη νυσταλέα φύση του Χειμώνα, η οποία εποχή ξυπνά σιγά-σιγά (ήρεμα και αθόρυβα). Φλεβίζει, αναγεννιέται και καμαρώνεται. Από κοντά και οι φιλόσοφοι: «Ο εγκρατής κύριος εαυτού εισί». Ολόκληρη η Λαογραφία του Νικολάου Πολίτη χωράει εδώ κι όπου αλλού η εγκράτεια προσδιορίζει την αγωγή σε συνδυασμό με τη νηστεία μικρών και μεγάλων! Στην ουσία ο ιδρυτής και θεμελιωτής της ελληνικής λαογραφίας αγάπησε, εργάσθηκε, συνέλεξε και δημοσίευσε την κάθε είδους γλωσσογραφική ύλη του λαού της Ελλάδας. Η Κυριακή των Βαΐων τον συγκινεί όσο αφήνεται «στην εθνική χάρη, στη γλυκύτητα που κερδίζεται από το τραγούδι που αναβιώνουν οι μικροί των Βαγίων έξω από τις πόρτες των νοικοκυραίων:

«Βάι, βάι το βαγιό
τρώμε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή
τρώμε το παχύ τ’ αρνί».

Αυτό ήταν το Δημοτικό τραγούδι που ακούγονταν στα χωριά μας από άκρη σε άκρη μετά την απόλυση του εκκλησιάσματος. Σε μερικά μάλιστα απομονωμένα χωριά μαζί με το τραγούδι αναβίωνε και η Ειρεσιώνη. (Ειρεσιώνη, λέγεται «κλάδος μορίας ελαίας μετά παντοίων οπωρικών, έθιμο πεπαλαιωμένο, το οποίο περιέφεραν οργανωμένες ομάδες παιδιών τραγουδώντας για την Ειρήνη), με συντελεστές παιδιά αγόρια και κορίτσια.
Στον παραδοσιακό Πόντο, αλλά και στο Καρς, στον Καύκασο, στην Μαριούπολη, οι Έλληνες κάτοικοι στον κόλπο του Αζόφ, της Κριμαίας, στη Μαύρη Θάλασσα, της Οδησσού στις όχθες του Δούναβη κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων, με μικρή παραλλαγή από το παραπάνω τετράστιχο τραγούδι, τραγωδούν με τη δική τους παραλλαγή:

«Βάι, βάι, το βαΐ
τρώω ψάρι και χαψί
και την άλλην Κερεκήν
τρώγω το παχύ τ΄ αρνί».

Αλλά, και:
«Βάι, βάι, το βαΐ
τρώμε οψάραι και χαμψίν
και τ’ απάν την Κερεκήν΄
τρώμεν βούτυρον τυρίν»

Τραγουδούν τα παιδία, ενώ παράλληλα πάνω στο τέλος του άσματος χαρίζουν στην «κυρά καλή, κυρά μαλαματένια» μικρό κλαδάκι από βάγια που κρατούν στο καλαθάκι τους και αναμένουν την αντίχαρη, μπιστεμένοι στο γνωστό «Η χάρη θέλει αντίχαρη και πάλι χάρη μένει». Η Κυρία του σπιτιού, του οίκου δηλαδή, η οικοδέσποινα, όπως λέγονταν στον Πόντο, βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού της και μοιράζει κουλούρια σε όλα τα παιδιά. Τα κουλούρια της ημέρας ξεχωρίζουν από αυτά που γνωρίζουμε. Γίνονται με τη χρήση ζύμης ασυνήθιστης συνταγής και πλάθονται με ζυμάρι που η ποσότητά τους είναι λίγο περισσότερη από όση έχουν τα γνωστά κουλούρια. Δεν έχουν στην επιφάνειά τους σουσάμι και φέρνουν την ονομασία κερκέλαι ή κερκίς στα αρχαιελληνικά. Στο ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ γραμμένο από τον Άνθιμο Παπαδόπουλο, χρησιμοποιεί και επεξηγεί το ρήμα κερκελλάζω, αναφέρεται στο ουσιαστικό κερκέλλιν και στο υποκοριστικό κερκελλίτσα, και δε σταματά. Ονοματίζει τα άλλα παράγωγα από στο ποντιακό ιδίωμα. Δεν είναι λίγα και δεν είναι τα μοναδικά. Η πικρία όμως που αιωρείται στην ατμόσφαιρα των ημερών συνάδει με αυτό που χάνεται, όπως με τη λέξη κερκέλαι.
Στη γενική παραδοχή περισσεύει τη σχετική με τη μοίρα των λέξεων που καταποντισμένες εξαφανίζονται, μένει σαφής η διαπίστωση. Τα εκατομμύρια των λέξεων που προσμετρήθηκαν από πάντα θα υποστηρίζονται μέσα από τις κινητές εορτές. Στο μεγαλύτερο μέρος τους περιστρέφονται γύρω από το Πάσχα. Όπως ακριβώς υποστήριξε ο Νικόλαος Πολίτης το κερί, τα Βάγια του βαγιού με τη Λαμπρή της Κυριακής για το Χριστός Ανέστη αποτελούν την πνευματική ύλη για τη διάσωση του Ε λ λ η ν ι κ ό ς με τη γλώσσα την ελληνική σε αποθησαύριση. Συμμέτοχος και η Μάνα φύση που μαζί με το εκκλησιαστικό εύρος της γλώσσας το Δόξα τω Θεώ μας αρκεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ