Ημέρα νηστείας η παραμονή των Φώτων ή άλλως στα Θεοφάνεια ανοίγουν οι ουρανοί

0
1950

Της Nόρας Κωνσταντινίδου


 

 

 

Από τη γέννηση του Χριστού μέχρι την παραμονή της γιορτής των Φώτων μεσολαβούν δώδεκα μέρες. Ο λαός τις αποκαλεί μονολεκτικά δωδεκαήμερα ή αλλιώς δωδεκάμερα. Η παράδοση υπαγορεύει ότι στο χρονικό αυτό διάστημα των δώδεκα ημερών του χειμώνα, κυκλοφορούν χωρίς να γίνονται ορατοί, οι καλικάτζαροι, τα παγανά και οι ψυχές των νεκρών.
Την παραμονή των Φώτων ή άλλως των Θεοφανείων σε αρκετά μέρη οι νοικοκυρές ανάβουν το καντήλι, θυμιατίζουν τα εικονίσματα μέσα και έξω από το σπίτι, διώχνουν τα κακά πνεύματα και μνημονεύουν όσους «χάθηκαν». «Εδέβαν πλαν», λένε, αποφεύγοντας να πούνε τη λέξη πέθαναν ή απεβίωσαν. Το «εδέβεν πλάν» πάει να πει «ήλθον, είδον κι απήλθον» (ήρθαν, Θεού συνεργία από κάπου, (από το άγνωστο;) είδαν τα του υπαρκτού κόσμου τα γινόμενα (είδαν) κι απήλθον (κι έφυγαν – διάβηκαν). Μας αποχαιρέτησαν έλεγαν οι προπάτορές μας.
Βέβηκεν λέει ο Σοφοκλής στην τραγωδία του και συγκεκριμένα στον Οιδίποδα επί Κολωνό, όταν διάλεξε να εγκαταλείψει την επίγεια ζωή και να περάσει στον «κάτω κόσμο». Μ’ ένα τελευταίο βήμα του, με το πλέον ταλαίπωρο βηματισμό του βασταζόμενος εξέπνευσε. Δε γράφει ο Σοφοκλής αποβίωσε. Αλλά βάζει στο στόμα των τραγωδών του χορού την επί λέξει φράση: «μη μοι βεβήκει». Έτσι, όπως ο αέρας διαβαίνει ανάμεσα από τις φυλλωσιές σιγανά, ταπεινά ως ακουστά. Ενώ έφυγε ένα μέρος του αέρα ενυπάρχει «σαν φυσηματιά μες τον καλαμιώνα» (όπως λέγει ο Διονύσιος Σολωμός στη Γυναίκα της Ζάκυνθος). Απαράλλαχτα, όπως στις στιχοπλοκές του λέει ο Γιώργος Σεφέρης:

Όπως τα πεύκα
Κρατούνε τη μορφή του αγέρα
Ενώ ο αγέρας έφυγε,
δεν είναι εκεί
Τα ίδιο τα λόγια
Φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.

Αν και δεν χρειάζεται να γραφούν εδώ τα όσα είναι αυτονόητα, πως δηλαδή οι γυναίκες στα χωριά να μην διάβασαν ποτέ Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη. Ούτε Διονύσιο Σολωμό, Κωνσταντίνο Καβάφη, Γιώργο Σεφέρη. Ούτε Ευαγγελιστές. Ωστόσο τιμούν την παράδοση και από μια ανέσβηστη νοσταλγία γύρω από τα προσφιλή τους πρόσωπα κάνουν την παραμονή των Φώτων μαζί με την κεροδοσιά και προσκλητήριο νεκρών, Ανάβουν κεριά «μια σειρά κεράκια αναμμένα χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια». Απονέμουν ως το χρέος τους τιμή, μαζί με τις ικεσίες τους για την ανάπαψη των ψυχών των ανθρώπων τους που «έφυγαν « εδέβαν πλαν» από προσώπου γης».
Για το ιδιότυπο αυτό τελετουργικό του μνημόσυνου που επιτελούν τα γονικά στη μνήμη των προσφιλών προσώπων τους και το οποίο γίνεται συγκαιρινό, τοποθετούν μπροστά στα εικονίσματα του σπιτιού ένα μεγάλο και βαθύ σκεύος κουζίνας (σινίν το ονοματίζουν).. Το γεμίζουν παραδοσιακά μόνο με σιτάρι, όπου θεωρούν πως ενυπάρχει ψυχή ζωντανή, όπως ζωντανές είναι και ακούν οι ψυχές των όσων ονομαστικά μνημονεύουν. Δεν βάζουν κανένα άλλο είδους σπόρο, ούτε αλεύρι. Αλλά με κόκκους σιταριού, ως το «μάνα ζωής», που φέρνουν ζωντανή τη φύτρα. Πιστεύουν περιέργως πως οι σπόροι σταριού δεν αλλοιώνονται! Ωστόσο η πίστη τους δεν τους προδίδει. Είδαν οι γεωργοί στους Σιταγρούς στις τελευταίες ανασκαφές του εικοστού αιώνα στον οικισμό της Τούμπας δείγματα ζωντανά, τεσσάρων χιλιάδων στα χρόνια. Ίσως γιατί αναβιώνουν πρακτικά το ακουστικό κάλεσμα την από αιώνων απόσβεση χρέους που αποδίδουν προς τους «κοιμωμένους». Μέσα στο κατάλληλο σκεύος ολόγεμο με σιτάρι στερεώνουν ένα ένα τα κεριά αναμμένα Την ώρα της κεροδοσιάς ονοματίζουν. «Εκφωνούν το βαπτιστικό όνομα εκείνων που από τη δική τους οικογένεια «εδέβαν πλαν». Όπως λένε για παράδειγμα: «Αυτό για τον Χαράλαμπο. Αυτό για τη Σοφία. Αυτό για τον Μήτο… Α τό… Α το.., κι α’τό για την Κερέκη».
Αφού ονοματίσουν και τον τελευταίο από τον οικογενειακό περίγυρο, αναφέρονται ονομαστικά ως και στους πρόσφατα αποβιώσαντες συγγενείς, γείτονες και συγχωριανούς. Το τελευταίο κερί το ανάβουν στη μνήμη του αγνώστου, ή του παντέρημου που δεν έχει κανένα στον κόσμο. Δεν άφησε απογόνους που βραδιά σαν την αποψινή την εσπερινή των Φώτων τον αφήνουν ονοματιστό κι έτσι μένει αλειτούργητος. Για το λόγο αυτό προσθέτουν λέγοντες, ίσως και με κάποια έμφαση. «Α’ το (αυτό) για τον άκλερον και τον σααπσούζ». Η λέξη άκλερον ή άκλιερος, αν προήλθε από το άκληρος, σημαίνει (σύμφωνα με νομική εξήγηση) αυτόν που δεν έχει κληρονόμους. Αλλά, άκληρος ονομάζεται κι αυτός που δεν έχει μερίδα, ο φτωχός, ο ενδεής. Κάπου οι έννοιες συναντιόνται με τον άδοξο, αυτόν που δεν υμνήθηκε δηλαδή, κι έτσι η καταγωγή της λέξης μπορεί να κρατά από το αρχαίο ακλεής ή το ακλήιστος που δηλώνει τον ανώνυμο. Η λέξη σααπσούζ προέρχεται από το περσικό SHAIBSIZ, που λέγεται για τον απροστάτευτο και τον ορφανό. Από την ετυμολογική αυτή διασαφήνιση της φράσης: «για τον άκλερον και το σααπσούζ» που ακούγεται, αναγνωρίζεται η μεγαλοσύνη των απλών ανθρώπων. Πιστοί στα ήθη και έθιμα διακονούν, χωρίς να είναι βέβαιο αν το γνωρίζουν, τον δύστυχο ή το δίστιχο που συχνά βρίσκονται στο στόμα του λαού. Οι τελευταίες επιθυμίες του καθένα ζητούν την πλήρωση και την αποπλήρωση και είναι πόνος ψυχής η ανεκπλήρωτη διατύωση:

Τα Φώτα θέλω το κερί μ’.
Και των ψυχών κοκκία
Τη Μεγάλη Παρασκευή,
έναν μαντηλόπον δάκραι.

Η ελληνική φιλοσοφική θεώρηση βρίσκεται μέσα στην ταφή των αφανών και στην δόξα των αγνώστων και ανωνύμων. Είναι αυτό που είπε ο Θουκυδίδης συμπλέοντας με τον Ευριπίδη: η τιμή προς τους αγνώστους κι άγνωρους στοιχειοθετεί «νόμο ελληνικό». Η έννοια αυτή σχετίζεται με τη μαρμάρινη στήλη που στήθηκε στην Αθήνα της Αθηνάς (θεάς της σοφίας) για τον «Άγνωστο Θεό». Αυτή η φράση προβλημάτισε αυτό στιγμής τον Απόστολο Παύλο όταν είδε και διάβασε τη γραφή Τω Αγνώστω!.
Υπόχρεος ο Απόστολος των Εθνών είπε κι διαλάλησε πολλά για τον άγνωστο Θεό. Στο βαθμό που όταν με το πέρασμα των χρόνων έγινε ψίθυρος ο λόγος του, όμοιος με το ψιθύρισμα της πατημασιάς του φίλου πάνω στην ψάθα, κάπου δηλαδή πολύ κοντά στο τίποτε, ξεπήδησε η φωνή της γνώσης για την αξία της ζύμωσης του ψωμιού, όταν φουσκώνει η ζύμη. Αυτοί είναι οι πανανθρώπινοι συμβολισμοί που περιβάλλουν τα μνημεία αθόρυβα γενικά και αυτή είναι η προσφορά τιμής του ανθρώπου: «Τω Αγνώστω».
Μέσα από τη γενόμενη αναφορά (μέρες που τη διακονούν οι εναπομείναντες στα εκατοντάχρονα των προσφύγων), στα ήθη και έθιμα γενικώς των Ποντίων, μετά από την παραπάνω υπενθύμιση του εθίμου, τη βραδιά των Θεοφανείων, ύστερα από την επιβεβαίωση του ζωντανέματος της λαογραφικής επικαιρότητας, διαπιστώνεται η ύπαρξη του συγκεκριμένου εθίμου. Εγκλωβισμένο ως χρέος μέσα στις επί μέρους αξίες που ενστερνίστηκαν οι πιστοί, βρήκαν τη ρότα για να, ταξιδέψουν την Παράδοση από την Αθήνα στο Ιόνιο Πέλαγος, και την Κάτω Ιταλία, (προς τη Δύση, θα λέγαμε) και από την Αθήνα πάλι, στο Αιγαίο, στα παράλια της Μικράς Ασίας και στο κέντρο αυτής ως τις άκρες των συνόρων της (προς Ανατολάς) και όσο κι αν αμβλύνθηκε, μπορεί και να νοθεύτηκε, έφτασε όμως ως τον Πόντο. Εκεί βρήκε την από τη φύση γεωγραφική περιτείχιση, την από τη μάνα φύση δημιουργία της κιβωτού του Νώε. Διατηρήθηκε, όπως διατηρήθηκε. Έφθασε ως τις ημέρες μας, με διακόνους το λαό τον πιστό, στα όσα από «σκυταλοδρομία» αιώνων, κληρονόμησε. Κι αυτό, γιατί στη λύρα που ηχολογεί συχνά διακρίνονται τα λόγια:
Ναι! Ανοίγουν στα Θεοφάνεια οι ουρανοί!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ