Μεγάλη Παρασκευή 1967

0
1500

Γράφει ο Τίμος Παπαδόπουλος


 

21 Απριλίου 1967 -55 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

 

Τα εισιτήρια στα αεροπλάνα ήταν, τότε, κάτι σαν μικρό τετραδιάκι με πολλά φύλλα. Ούτε έλεγχος, ούτε ταυτότητες. Το εκμεταλλευτήκαμε και με πολλές προφυλάξεις μπήκαμε στο αεροπλάνο τελευταία στιγμή. Στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα ήταν δύσκολα. Έτσι που βρεθήκαμε και απροετοίμαστοι δεν είχαμε πού να κρυφτούμε και πού να κοιμηθούμε. Οι ασφαλίτες στο κατόπιν μας και η πόλη μικρή, δύσκολο να κρυφτούμε και να χαθούμε από το κυνηγητό τους.
Την προηγούμενη Παρασκευή, 21 Απριλίου, έγινε Δικτατορία. Από τη μία μέρα στην άλλη όλα άλλαξαν και έγιναν χειρότερα. Αυτά για εμάς. Δεν ήταν όμως έτσι για όλους. Οι περισσότεροι βρήκαν τις ισορροπίες τους και μερικοί αισθάνθηκαν και καλύτερα. Για μένα ήταν σαν να έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου. Τη μία μέρα λογάριαζα πού θα πάω να περάσω καλύτερα και την άλλη πώς θα σβήσω τα ίχνη μου.
Γλύτωσα τελευταία στιγμή. Να ’ναι καλά ο αδελφός του φίλου μου. Χαράματα συλλάβανε τον φίλο μου, που ήταν στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη. Αμέσως έτρεξε να ειδοποιήσει όσους θεωρούσε υποψήφιους να συλληφθούν. Τελικά δεν ξέρω ακόμη αν ήταν καλύτερα που με ξύπνησε. Από τις εξελίξεις φάνηκε ότι, η ζωή όσων δεν μπόρεσε να συλλάβει η χούντα ήταν πολύ χειρότερη. Όσοι πιάστηκαν τα χαράματα τις 21 Απριλίου, πήγαν εξορία και εκεί στα νησιά, μαζί με χιλιάδες γνωστούς και φίλους πέρασαν όλη την περίοδο της δικτατορίας. Εμείς όμως, από τη μία στιγμή στην άλλη γίναμε «παράνομοι». Μόνο τη νύχτα ήταν ανοιχτοί οι δρόμοι για μας και εκείνο με παραλλαγές και χίλιες δυο προφυλάξεις. Πού θα φας, πού θα κοιμηθείς, πώς θα σβήσεις τα ίχνη σου και η ασφάλεια στο κατόπιν σου, ήταν η καθημερινή αγωνία. Όσοι έπεφταν στα χέρια της ασφάλειας με συνοπτικές διαδικασίες οδηγούνταν στις φυλακές. Και αυτό ήταν η καλύτερη εκδοχή γιατί όσο περισσότερο καιρό διέφευγες τη σύλληψη τόσο περισσότερο ήσουν επικίνδυνος γι αυτούς, γιατί ήταν φανερό ότι κάποιοι σε κάλυπταν και σε βοηθούσαν, και το πιθανότερο ότι οργάνωνες μαζί τους την αντίσταση. Όλα αυτά έπρεπε να τα ομολογήσεις. Τα βασανιστήρια ήταν απάνθρωπα. Ηλεκτροσόκ, φάλαγγα, με σιδερόβεργα χτυπήματα στα πέλματα, που πρήζονταν σε λίγες ώρες τα πόδια και οι πόνοι χτυπούσαν κατευθείαν στον εγκέφαλο. Στέρηση ύπνου, ατέλειωτες ώρες και μέρες ορθοστασία, στέρηση νερού και όλα αυτά με χυδαίες βρισιές και ανάλογες συμπεριφορές.
Στο αεροπλάνο χώθηκα στη θέση μου και μόνον όταν ξεκίνησε σήκωσα το κεφάλι να δω τι γίνεται. Βράδυ έφτασα στην Αθήνα την ώρα που έβγαινε ο επιτάφιος. Συγκινήθηκα. Ήταν η πρώτη ανθρώπινη αντίδραση μετά από επτά ημέρες, από την ώρα που μπήκε η Δικτατορία στη ζωή μου. Στην έξοδο του αεροδρομίου της Αθήνας συνάντησα τον Κλεάνθη Γρίβα και άλλες δυο γνωστές φάτσες από τα γραφεία της οργάνωσης. Δώσαμε στα γρήγορα ένα ραντεβού για την επόμενη και εξαφανιστήκαμε.
Την επόμενη, Μεγάλο Σάββατο, η Αθήνα γιορτινή και αναστάσιμη και εμείς ακόμη Μεγάλη Παρασκευή και πένθος. Συναντηθήκαμε στον κήπο του αρχαιολογικού Μουσείου. Ο Αλέκος Φλαμπουράρης μας βρήκε ένα διαμέρισμα στην Ιπποκράτους, αλλά μόνο με κρεβάτια, χωρίς σκεπάσματα και σεντόνια. Δεν ήταν όμως αυτό το πρόβλημα. Σε λίγες μέρες έκανα το πρώτο παράνομο αντιστασιακό ραντεβού με τον Χρόνη Μίσιο. Εγώ, ο Αλέκος και ο Χρόνης με μία γυναίκα έτσι για παραλλαγή για να φαίνονται σαν ζευγάρι. Στο Ζαχαροπλαστείο Παπασπύρου στη Συγγρού, με την πλάτη στο τοίχο και κολλητά στον διάδρομο τα είπαμε. Μόνο ο Χρόνης ήταν ψύχραιμος, παλαιά καραβάνα στην παρανομία. Κάναμε ακόμα μία συνάντηση σε λίγες μέρες. Στον Φλοίσβο του Φαλήρου αυτή την φορά και με την ίδια σύνθεση. Εκεί καθίσαμε αρκετή ώρα και ο Χρόνης, κρυφά από τους άλλους, μου έδωσε ένα χαρτί στην χούφτα μου. Ήταν το επόμενο ραντεβού κάπου στο Γαλάτσι. Ήταν ο Χρόνης με κάποιον άγνωστο σε μένα, Μαρίνος μου συστήθηκε, αλλά ήξερα πως δεν ήταν το αληθινό του όνομα. Αυτό το ραντεβού με ανακάτεψε όλα τα σχέδια που έκανα όταν έφευγα από τη Θεσσαλονίκη. Μου είπαν να γυρίσω πίσω και να έρθω σε επαφή με την οργάνωση που άρχισε να στήνεται στη Θεσσαλονίκη. Να …να… να.. και να γυρίσω οπωσδήποτε πίσω. Τους είπα ότι εγώ έφυγα για να γλυτώσω τη σύλληψη, αλλά αυτός ο Μαρίνος, τίποτα, σκέτο ντουβάρι. Επέμενε σαν να μην άκουγε τα λόγια μου και ο Χρόνης συνεχώς γελούσε. Τελικά έφυγα. Γύρισα στη Θεσσαλονίκη και ο Λευτέρης Δοματζόγλου με φιλοξένησε μερικές μέρες και ύστερα φρόντισε να με προστατεύσει. Με έστειλε στο σπίτι του Πάνου Σαββόπουλου.
Σε λίγες μέρες είχα πιάσει επαφή με την παράνομη οργάνωση.
Η αντίσταση είχε αρχίσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ