Μέτρηση χοληστερίνης και άλλων λιπιδίων: Νηστικός ή όχι;

0
4835

Αχιλλέας ΠαπαδόπουλοςΤου Αχιλλέα Παπαδόπουλου,
Ειδικού Καρδιολόγου


 

 

Μέρος Α’

 

Στη διαδικασία εκτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου κάποιου προσώπου είτε στην αρχική εξέταση είτε στη συνέχεια της παρακολούθησης, είναι πολύ συχνή η παραγγελία εξετάσεων από την πλευρά του θεράποντος ιατρού για τη μέτρηση της χοληστερόλης και των υπόλοιπων λιπιδίων του αίματος. Σε κάποιον με υπερλιπιδαιμία, που πρόκειται να αρχίσει υπολιπιδαιμική θεραπεία, είναι λογικό να γίνονται, πριν την έναρξή της, τουλάχιστον δύο μετρήσεις με διαφορά 1 έως 12 εβδομάδων, προκειμένου να τεκμηριωθεί με ακρίβεια το πρόβλημα και να αποφευχθούν τυχόν εργαστηριακά λάθη, που δεν είναι σπάνια. Αυτό, βέβαια, δεν αφορά τους ασθενείς με εξαιρετικά υψηλές τιμές χοληστερόλης και εκείνους μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, που πρέπει να αρχίσουν άμεσα υπολιπιδαιμική θεραπεία. Καινούργια εξέταση αίματος πρέπει να γίνεται 4 με 12 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας, καθώς και 4 με 12 εβδομάδες μετά από κάθε αλλαγή της δόσης ή του φαρμάκου που χρησιμοποιείται, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η επίτευξη των στόχων της θεραπείας. Από τη στιγμή που οι στόχοι έχουν επιτευχθεί, η ολική χοληστερίνη, τα τριγλυκερίδια, η LDL χοληστερίνη και η HDL χοληστερίνη καλό είναι να μετρώνται μία φορά τον χρόνο.
Ένα από τα πιο συχνά θέματα συζήτησης τα τελευταία χρόνια στα καρδιολογικά συνέδρια, αλλά και αντικείμενο αρκετών ερευνών, είναι το κατά πόσο είναι απαραίτητο αυτές οι μετρήσεις των λιπιδίων να γίνονται σε κατάσταση νηστείας. Δηλαδή, αν ο εξεταζόμενος θα πρέπει να προσέρχεται για αιμοληψία νωρίς το πρωί μετά από ολονύχτια αποχή από τη λήψη τροφής για 10-12 ώρες, ή αν μπορεί να πάει για την αιμοληψία οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα κι αν έχει προηγηθεί πρόσφατη λήψη τροφής. Η αποχή από λήψη τροφής για 8-12 ώρες αποτελεί εμπόδιο για τον έλεγχο μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, που αποφεύγει να το κάνει, είναι ακόμα λιγότερο δημοφιλής για τα μικρά παιδιά και σχετικά επικίνδυνη για τους διαβητικούς υπό αγωγή, που διατρέχουν τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Εξάλλου, τα αποτελέσματα νηστείας αυτών των ωρών αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος του χρόνου της καθημερινής μας ζωής, που στην πλειονότητά της βρίσκεται σε μεταγευματικές συνθήκες. Τα τμήματα προληπτικού ελέγχου (τσεκ-απ) γεμίζουν κόσμο τις πρωινές ώρες και αναγκάζονται να επιβαρύνονται οικονομικά με προσωπικό, που τις υπόλοιπες ώρες δεν είναι απαραίτητο. Τέλος, ο έλεγχος του λιπιδαιμικού προφίλ σε συνθήκες μη νηστείας δεν δημιουργεί πρόβλημα στον έλεγχο άλλων παραμέτρων, αφού, για παράδειγμα, και για τον διαβήτη η τάση είναι να ελέγχεται χωρίς προηγηθείσα νηστεία μετρώντας τη γλυκοζιωμένη αιμοσφαιρίνη, αντί για το απλό σάκχαρο.
Το απλό προφίλ λιπιδίων περιλαμβάνει την ολική χοληστερόλη, την LDL και HDL χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια. Η ολική χοληστερόλη, η HDL χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια μετρώνται απευθείας, ενώ η LDL χοληστερόλη μπορεί είτε να μετρηθεί απευθείας στις περιπτώσεις που τα τριγλυκερίδια είναι ≥400 mg/dL ή να υπολογιστεί με τη βοήθεια της εξίσωσης Friedewald (ολική χοληστερόλη – HDL χοληστερόλη – τριγλυκερίδια /5). Από το απλό προφίλ λιπιδίων μπορεί επίσης να υπολογιστούν η υπολειπόμενη χοληστερόλη και η non-HDL χοληστερόλη. Σε ένα πιο σύνθετο λιπιδαιμικό προφίλ θα μπορούσε να προστεθεί η λιποπρωτείνη (α) και οι απολιποπρωτεΐνες Β και Α1. Η λιποπρωτεΐνη (α) πρέπει να μετριέται τουλάχιστον μία φορά σε κάθε πρόσωπο που θέλουμε να υπολογίσουμε τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, όμως, επειδή παραμένει σταθερή στην πορεία του χρόνου, δεν έχει νόημα η επαναλαμβανόμενη μέτρηση, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις θεραπευτικής παρέμβασης. Οι απολιποπρωτεΐνες Β και Α1 μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικές των non-HDL και HDL χοληστερόλης, όμως αυτό συνήθως δεν είναι απαραίτητο, επειδή συνοδεύεται από σημαντική αύξηση του κόστους των εξετάσεων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ