Μια συγκινητική βραδιά για τον Παναγιώτη Χρόνη και το κοινό του στη Δράμα

0
831

– Διοργανώθηκε μια τριπλή παρουσίαση του έργου του
– Την παρουσίαση του βιβλίου του με τίτλο: «Ασυνάρτητος Λόγος» έκαναν ο συγγραφέας Βασίλης Τσιαμπούσης και ο φιλόλογος Δημήτρης Μαυρίδης


 

Μια συγκινησιακά φορτισμένη βραδιά για τον δημοφιλή μουσικό, συνθέτη και στιχουργό Παναγιώτη Χρόνη, εκτυλίχθηκε το βράδυ της Δευτέρας στο κέντρο «Όπερα» της Δράμας, όπου έγινε τριπλή παρουσίαση του έργου του, που περιλάμβανε προβολή της ταινίας μικρού μήκους που είχε παίξει, με τίτλο “Under the same roof”, αλλά και παρουσίαση του αυτοβιογραφικού βιβλίου του με τίτλο «Ασυνάρτητος Λόγος».
Την παρουσίαση έκανε ο συγγραφέας Βασίλης Τσιαμπούσης και ο φιλόλογος Δημήτρης Μαυρίδης. Επίσης αναγνώστηκαν και κάποιοι από τους στίχους του Παναγιώτη Χρόνη που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Ακόμη έγινε παρουσίαση cd με δεκαοχτώ τραγούδια, με στίχους του Χρήστου Κανελλόπουλου και μουσική του Παναγιώτη Χρόνη με τίτλο: «Οι μεθυσμένες μας πενιές», στο οποίο έλαβαν μέρος δέκα τραγουδιστές. Αναστασία Βασιλειάδου, Παντελής Θεοχαρίδης, Θέλμα Καραγιάννη, Νάντια Καραγιάννη, Σπύρος Κουτσοβασίλης, Γιώργος Ξηντάρης, Μαριάννα Παπαγεωργίου, Σταυρούλα Παναγιωτίδου, Μπάμπης Τσέρτος και ο Βασίλης Τσουρακάς. Σε όσους δε είχαν επισκεφθεί το μαγαζί με την επωνυμία «Εσπερίδες» αλλά και το «Ρεμπέτικο» πράγματι αποδείχθηκε ότι ξύπνησαν ευχάριστες αναμνήσεις.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης αρχικά προβλήθηκε η ταινία Under the same roof, όπου συμμετείχε ο καλλιτέχνης. Ακολούθησε η παρουσίαση του βιβλίου και στη συνέχεια παρουσιάστηκαν μουσικά, με τη συμμετοχή του ίδιου του Παναγιώτη Χρόνη κάποια τραγούδια του cd.

 

Μιλώντας στα ΧΡΟΝΙΚΑ της Δράμας, ο Παναγιώτης Χρόνης, είπε ότι η τριπλή αυτή παρουσίαση ήταν μια εξαιρετική εκδήλωση. «Ήταν συγκινητική με έντονα συναισθήματα χαράς αλλά και νοσταλγίας. Η πρωτοβουλία για την παρουσίαση υπήρξε με αφορμή την έκδοση του βιβλίου μου αλλά και το cd που είχα κάνει με τον Χρήστο Κανελλόπουλο. Κάποιοι δεν είχαν δει και την ταινία με τίτλο “Under the same roof” στην οποία έπαιξα. Αυτή η δυνατότητα τους δόθηκε τη Δευτέρα. Από τα επιφωνήματα κατάλαβα ότι το καταχάρηκαν».
Οι εκδηλώσεις νοσταλγίας των φίλων του πάντως για τους μουσικούς χώρους των «Εσπερίδων» και του «Ρεμπέτικου» ήταν εμφανείς και κατά τη στιγμή που ο δημιουργός υπέγραφε τα βιβλία του στην εκδήλωση της Δευτέρας.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ειδικότερα για το βιβλίο του Παναγιώτη Χρόνη με τίτλο «Ασυνάρτητος Λόγος» ο συγγραφέας Βασίλης Τσιαμπούσης ανέφερε:
«Διάβασα το βιβλίο του Παναγιώτη Χρόνη (190 σελίδες με τις φωτογραφίες και τους στίχους των τραγουδιών που έχει γράψει) με τον παράξενο τίτλο «Ασυνάρτητος λόγος». Βρίσκω τον τίτλο «παράξενο», διότι ο χαρακτηρισμός «ασυνάρτητος» έχει αρνητική έννοια. Εντούτοις, το κείμενό του συγγραφέα έχει και δομή και όσα γράφει μέσα δένουν πολύ καλά μεταξύ τους.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, στην εισαγωγή, προσπαθεί να εξηγήσει γιατί χρησιμοποίησε αυτόν τον τίτλο. Το κείμενο που έχετε στα χέρια σας, λέει, δεν είναι μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, δεν είναι χρονογράφημα μιας εποχής… «Τότε τι είναι;», αναρωτιέται.
Είναι αυτογραφικά αποσπάσματα, αφήγηση διαφόρων στιγμιοτύπων της ζωής του, στα οποία ηθελημένα ή άθελά του υπήρξε πρωταγωνιστής ή απλώς ενεπλάκη σε αυτά. Και ο τίτλος, «Ασυνάρτητος λόγος»; Προέρχεται από ένα μελοποιημένο ποίημα του Παναγιώτη Χρόνη που ονομάζεται έτσι. Και του φάνηκε του συγγραφέα ότι ήταν ο κατάλληλος γι’ αυτά που ήθελε ν’ αφηγηθεί.
Πολλοί, όταν τα χρόνια μας περνούν, καταλαμβανόμαστε από την τάση να διηγούμαστε περιστατικά της ζωής μας. Συνήθως ευτράπελα, διασκεδαστικά, άλλοτε με γλυκιά νοσταλγία ή και με συγκίνηση, ιδίως αν αφορούν φίλους, γονείς, συγγενείς, που δεν ζουν πια. Αξία όμως στις διηγήσεις μας δεν δίνουν αυτά καθαυτά τα περιστατικά, αλλά ο τρόπος που ο καθένας τα αφηγείται. Προσωπική μου γνώμη, για να επανέλθω, είναι ότι ο Παναγιώτης ονόμασε τον λόγο του «ασυνάρτητο», γιατί ήθελε να πει, «μη με κρίνετε αυστηρά, δεν είμαι συγγραφέας». Θέλοντας, δηλαδή, να μας προκαταλάβει ή και γιατί είναι ένας χαρακτηρισμός που δείχνει τη σεμνότητά του (σ’ αυτό το στοιχείο θ’ αναφερθώ και παρακάτω). Προσωπικά, όμως, διαβάζοντας το κείμενό του, διαπίστωσα ότι την επιείκεια μας δεν την έχει καθόλου ανάγκη. Διότι ο λόγος του είναι επαρκέστατος και η αφηγηματική του ικανότητα πολύ καλή.
Τον Παναγιώτη Χρόνη μέχρι σήμερα τον ξέρουμε ως μουσικό, ως τραγουδιστή, ως στιχουργό και συνθέτη, αλλά με το βιβλίο του δείχνει πως είναι και ένας εξαιρετικός λαϊκός αφηγητής. Τι σημαίνει λαϊκός αφηγητής, γιατί κάποιοι μπορεί να παρεξηγήσουν τον όρο που χρησιμοποιώ. Λαϊκός αφηγητής είναι αυτός που μιλά για λαϊκά πράγματα. Αυτός που την τέχνη να αφηγείται την έμαθε στο καφενείο, στον καφέ και τη ρετσίνα, στην οικογένεια, στη γειτονιά… από τις ιστορίες που έλεγαν οι άλλοι. Λαϊκός αφηγητής είναι αυτός που, χωρίς κάποιος να του διδάξει τι κανόνες τηρούμε για να είναι αυτά που λέμε στρωτά και ενδιαφέροντα, έφτασε να κατέχει την τέχνη, κυρίως γιατί είναι προικισμένος με μάτια και αυτιά ανοιχτά και ανέπτυξε από τις εμπειρίες του ισχυρές προσλαμβάνουσες. Τέλος, λαϊκός αφηγητής είναι αυτός που γράφει όπως μιλάει. Για τον λαϊκό αφηγητή-συγγραφέα ο αναγνώστης είναι ένας φίλος με τον οποίο πίνουν παρέα και συζητούν.
Η αφήγηση του Χρόνη διακρίνεται για τη λιτότητα του λόγου του και την εν γένει οικονομία της. Η οικονομία στα επίθετα είναι μεγάλη, καλολογικά στοιχεία ευτυχώς δεν υπάρχουν, οι προτάσεις είναι κοφτές και στακάτες, κατανοητές και καθάριες. Ο Παναγιώτης δεν έχει κανένα κόμπλεξ να φτιασιδώσει τον λόγο του, εξάλλου ο λόγος του είναι «ζουμερός» από μόνος του. Τέλος, η ταχύτητα της αφήγησης είναι μεγάλη. Σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν πλατειάζει και, απεναντίας, κάνει άλματα.
Το πιο σημαντικό στοιχείο της γραφής του Χρόνη είναι το συναίσθημα. Το συναίσθημα του γράφοντος, αλλά και το συναίσθημα που μεταδίδει με τις ιστορίες του. Αναφέρω δύο από αυτές, που εμένα με συγκίνησαν ιδιαιτέρως:
Ο Χρόνης στο βιβλίο αφηγείται τις εμπειρίες του από τα χρόνια που εργάστηκε ως μόνιμος αστυνομικός. Πιο πολύ πικρές παρά ευχάριστες αναμνήσεις. Την εποχή εκείνη στα μπαρ της Ελλάδας, και της Δράμας, έρχονταν κοπέλες από τον Άγιο Δομήνικο. Κάποια στιγμή τρεις τέσσερις από αυτές, μην έχοντας άδεια παραμονής, κρατούνταν στο αστυνομικό τμήμα μέχρι να επαναπατριστούν με έξοδα της πρεσβείας τους, σε πολύ κακή συναισθηματική κατάσταση. Μάλιστα, ως αντικείμενα εκμετάλλευσης από νταβατζήδες και προστάτες, δεν είχαν στην τσέπη φράγκο για ν’ αγοράσουν ούτε ένα σάντουιτς.
Ο ανθυπασπιστής μια μέρα, αυθαιρέτως και με πολύ μεγάλη προσωπική ευθύνη, βγάζει τις γυναίκες από το Τμήμα και τις πηγαίνει σε ένα εστιατόριο όπου τις ταΐζει πληρώνοντας ο ίδιος το τραπέζι. Ο κίνδυνος να κατηγορηθεί για παράβαση καθήκοντος, ιδίως αν εκείνες δραπέτευαν, ήταν πολύ μεγάλος. Στην επιστροφή για το Τμήμα περνούν έξω από ένα κατάστημα παιχνιδιών. Μια από τις κοπέλες, που είχε αφήσει στην πατρίδα της το μικρό της κοριτσάκι, βλέπει τις κούκλες στην βιτρίνα και βάζει τα κλάματα. Με όσα τους είχαν υποσχεθεί οι «εισαγωγείς», όταν τις έφεραν στην Ελλάδα, θα γύριζαν πίσω με λεφτά και με δώρα. Τότε ο ανθυπασπιστής μπαίνει στο μαγαζί και αγοράζει της κοπέλας μια κούκλα για να την πάει στο παιδί της.
Η δεύτερη ιστορία που εμένα με συγκίνησε είναι η περιγραφή του αρραβώνα του Παναγιώτη με τη Μαριάνθη. Της λέει ότι θα βγουν το βράδυ και να βάλει τα καλά της (η σκηνή γίνεται στο Νευροκόπι, όπου ο συγγραφέας υπηρετούσε ως αστυνομικός). Την πάει με έναν φίλο του σε μια χασαποταβέρνα. Η Μαριάνθη απορεί, «Μου είπες να ντυθώ επίσημα για να έρθουμε στο μαγαζί, στο οποίο ερχόμαστε σχεδόν κάθε βράδυ;». Και τότε εκείνος βγάζει το κουτάκι με τα δαχτυλίδια και της ζητά να τον αρραβωνιαστεί.
Πολλές, όμως, είναι και οι αστείες στιγμές. Περισσότερο απ’ όλες μου άρεσε εκείνη με την κόρη του και τον Σαργκάνη. Ο Παναγιώτης, για όσους δεν τον γνωρίζουν καλά, είναι «βαμμένος» Ολυμπιακός. Παρακολουθούσε στο σπίτι του έναν αγώνα στον οποίο ο Σαργκάνης ήταν συγκλονιστικός. Η κόρη του άκουγε Σαργκάνης και Σαργκάνης, της έμεινε το όνομα. Μετά λίγες μέρες ακούνε, μπαμπάς και κόρη, ένα τραγούδι του Καζαντζίδη κι ο Παναγιώτης τη ρωτά: «Ποιος είναι αυτός που τραγουδά;». «Ο Σαργκάνης», του απαντά η μικρή.
Ήταν ένα παιχνίδι του μπαμπά με την κόρη, να της μαθαίνει τους τραγουδιστές. Μια άλλη μέρα, ενώ άκουγαν πάλι ρεμπέτικα, του λέει η μικρή: «Μπαμπά, αυτός είναι ο Κερομύτης». «Μπράβο, ρε», της λέει ο Παναγιώτης.
«Μπαμπά», λέει η μικρή, «τον φοβάμαι τον Κερομύτη. Γιατί λέει εκείνο το τραγούδι “Μες του Βάβουλα τη Γούβα / έχω ψήσει μια μικρούλα”». Το κορίτσι είχε εκλάβει το «έχω ψήσει» με την κυριολεκτική του σημασία.
Τελευταία θέλω να επισημάνω κάποια άλλα στοιχεία που μου άρεσαν:
Μέσα στο βιβλίο τρέχουν δύο χρονολόγια. Το ένα με τις μέρες και τα έτη, και το άλλο με τα τραγούδια και τους τραγουδιστές. Αναφέρω μία μόνο από τις πολλές εγγραφές στο βιβλίο: Λέει ο Παναγιώτης ότι γεννήθηκε στην καρδιά της δεκαετίας του ’50. «Λίγες μέρες πριν», το αντιγράφω όπως το λέει, «ο θεϊκός Καζαντζίδης ηχογραφούσε στην Κολούμπια το Γεια σου Πειραιά αθάνατε». Τέτοιες νοσταλγικές αναφορές υπάρχουν ουκ ολίγες στο βιβλίο. Κάτι ανάλογο συμβαίνει κι όταν μιλά για τις συναντήσεις του και τις φιλικότατες σχέσεις που ανέπτυξε με μεγάλους τραγουδιστές της εποχής (Μπιθικώτσης, Μπίνης, Καίτη Γκρέυ κ.α.) Και οι φωτογραφίες στο τέλος του βιβλίου είναι χαρακτηριστικές.
Στο βιβλίο υπάρχουν, πέρα από την αφήγηση ζωντανών στιγμιοτύπων, και απόψεις για διάφορα ζητήματα και όχι μόνο της μουσικής. Π.Χ. για το Ρεμπέτικο από κοινωνιολογική άποψη, για τη Βέμπο, για την ξενιτιά και τους ξενιτεμένους, για τις οικονομικές συνθήκες της εποχής, για την Αστυνομία της μεταπολίτευσης και για άλλα. Οι ιστορίες του Χρόνη δεν διαδραματίζονται μέσα σε μια γυάλα, αλλά σε μια κοινωνία που βράζει, διασκεδάζει, πονά, αγωνίζεται και πάσχει.
Τελευταίο κράτησα κάτι στο οποίο αναφέρθηκα και στην αρχή, για τη σεμνότητα του Παναγιώτη Χρόνη. Είπα ότι ο τίτλος είναι ένα πρώτο σημάδι αυτής της σεμνότητας. Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν και άλλα δείγματα, παραδείγματος χάριν το ότι έρχονταν τραγουδιστές από την Αθήνα στα μαγαζιά που λειτούργησε ο συγγραφές, τις Εσπερίδες και το Ρεμπέτικο, γίνονταν φίλοι, και από φιλότιμο, για να μην νομίσουν ότι εκμεταλλεύεται την γνωριμία τους, δεν τους έδινε καν ν’ ακούσουν τα τραγούδια που έγραφε ο ίδιος. Και που θα μπορούσαν, κάποια από αυτά, να τα συμπεριλάβουν στο ρεπερτόριό τους.
Τέλος, το ότι σε μεγάλο μέρος γράφει, μιλώντας για τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, το εκλαμβάνω πάλι ως ένα δείγμα της σεμνότητάς του. Στην ιστορία που ανέφερα με τα κορίτσια από τον Άγιο Δομήνικο, δεν γράφει «μπήκα στο παιχνιδάδικο και της αγόρασα μια κούκλα» ή «τις λυπήθηκα και τις πήγα για φαγητό». Αλλά λέει, κάπως αόριστα, «ο ανθυπασπιστής τις πήγε για φαγητό και στον γυρισμό αγόρασε και μια κούκλα για το κοριτσάκι μιας από τις γυναίκες».
Το βιβλίο του Παναγιώτη Χρόνη, εκτός των άλλων αρετών του, είναι ένα κείμενο νοσταλγικό, που μοσχομυρίζει Δράμα. Είναι ένα κείμενο που ρέει, ευφραίνει και αξίζει πραγματικά να διαβαστεί».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ
Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!