Νόσοι του περικαρδίου

0
200

Αχιλλέας ΠαπαδόπουλοςΤου Αχιλλέα Παπαδόπουλου,
Ειδικού Καρδιολόγου


 

 

Μέρος Γ’

 

Η περικαρδίτιδα κατά κανόνα ελέγχεται και υποχωρεί με τη χορήγηση φαρμάκων. Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται εισαγωγή στο νοσοκομείο, κυρίως για την αναγνώριση του αιτίου που την προκάλεσε, αλλά και για την έγκαιρη αναγνώριση και την άμεση αντιμετώπιση των ενδεχόμενων επιπλοκών. Ωστόσο, σε κάποιες επιλεγμένες περιπτώσεις που τα συμπτώματα είναι ήπια και ανεκτά, ο πυρετός είναι χαμηλός και η γενική κατάσταση του ασθενούς είναι καλή, μπορεί να χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή και ο ασθενής να παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Τα φάρμακα που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο για τη θεραπεία της οξείας περικαρδίτιδας είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, όπως η ασπιρίνη. Η συνολική διάρκεια θεραπείας είναι περίπου ένας μήνας, αρχικά σε υψηλές δόσεις επί 7-10 ήμερες και κατόπιν σε χαμηλότερες, Επειδή αυτά τα φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό στο στομάχι, θα πρέπει πάντα να συγχορηγούνιαι και φάρμακα που το προστατεύουν. Έτσι, οι περισσότερες περικαρδίτιδες υποχωρούν μετά από λίγες ημέρες, η καρδιά λειτουργεί φυσιολογικά, όπως δείχνει το υπερηχοκαρδιογράφημα, και ο πάσχων μπορεί να βγει από το σπίτι, αποφεύγοντας ως νέος, για δύο-τρεις μήνες, αθλητικές δραστηριότητες. Όταν τα παραπάνω φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά, ή σε βαρείες περιπτώσεις με επηρεασμένη τη γενική κατάσταση του ασθενούς, εναλλακτική λύση είναι η κορτιζόνη, η χορήγηση της οποίας όμως, δυστυχώς, προκαλεί αρκετά συχνά επιπλοκές.Τέλος, τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί στη θεραπεία της περικαρδίτιδας και η κολχικίνη. Κατά περίπτωση μπορεί να ανατρέξουμε και σε συνδυασμό των παραπάνω φαρμάκων. Να μην λησμονείται ότι η περικαρδίτιδα εμφανίζεται ως αποτέλεσμα κάποιας άλλης πάθησης, οπότε και η θεραπεία θα πρέπει να απευθύνεται στο αίτιο που την προκάλεσε, π.χ. φυματίωση. Σε μεμονωμένες, εξαιρετικά ανθεκτικές και αυστηρά επιλεγμένες περιπτώσεις, η χειρουργική αφαίρεση του περικαρδίου αποτελεί την εύκολη, που όμως πρέπει να είναι και η έσχατη, λύση.
Δυστυχώς, ορισμένες περικαρδίτιδες συνοδεύονται από επιπλοκές. Σε κάποιες περιπτώσεις, η αύξηση του υγρού στην περικαρδιακή κοιλότητα είναι υπερβολική, όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, με συνέπεια η καρδιά να συμπιέζεται από το υγρό και να παρεμποδίζεται η φυσιολογική της λειτουργία. Η κατάσταση αυτή αναγνωρίζεται με τους υπερήχους και ονομάζεται καρδιακός επιπωματισμός. Στον επιπωματισμό απαιτείται άμεση παροχέτευση του υγρού, η οποία μπορεί να γίνει είτε εξωτερικά με βελόνα ή χειρουργικά κάνοντας μία μικρή τομή στο θωρακικό τοίχωμα. Η εξέταση του υγρού που παροχετεύτηκε μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση του αιτίου που προκάλεσε την περικαρδίτιδα και, κατά συνέπεια, στην επιλογή της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής.
Μία άλλη επίφοβη επιπλοκή είναι ή συμπιεστική περικαρδίτιδα, που εμφανίζεται συνήθως μήνες η χρόνια μετά την αρχική προσβολή. Στη συμπιεστική περικαρδίτιδα το περικάρδιο παχύνεται, ασβεστώνεται και συρρικνώνεται, «στραγγαλίζοντας» τελικά, όπως και στον επιπωματισμό, την καρδιά. Αντιμετωπίζεται με χειρουργική αφαίρεση του περικαρδίου. Όταν ένας ασθενής με ιστορικό περικαρδίτιδας εμφανίσει μεταγενέστερα δυσκολία στην ανάσα, πρήξιμο στα πόδια, εύκολη κόπωση ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, πάντα θα πρέπει να υποπτευόμαστε αυτές τις επιπλοκές και να ενεργούμε άμεσα. Τέλος, μία συχνή και ιδιαίτερα ενοχλητική επιπλοκή στην οξεία περικαρδίτιδα ή την ιδιοπαθή από ίωση είναι η υποτροπή μίας ή περισσοτέρων επανεμφανίσεων της περικαρδίτιδας μετά από χρονικό διάστημα εβδομάδων ή μηνών που ο ασθενής είναι καλά. Εμφανίζεται στο 25-30% των περιπτώσεων περικαρδίτιδας από ίωση, μάλλον λόγω απορρύθμισης των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού. Παρότι δεν συνοδεύεται συνήθως από άλλες σοβαρότερες επιπλοκές, επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Θεραπεύεται όπως και η αρχική προσβολή της περικαρδίτιδας, αν και οι υποτροπές είναι ελαφρότερες και τελικώς οι ασθενείς πάνε καλά.
Συνοπτικά, οι νόσοι του περικαρδίου αποτελούν σχετικά συχνές και κατά τεκμήριο καλοήθεις καρδιακές παθήσεις. Επειδή, όμως, περιστασιακά μπορεί να εμφανιστεί επιπωματισμός ή άλλη επιπλοκή, είναι αναγκαία η εγρήγορση του θεράποντος καρδιολόγου, η λεπτομερής ενημέρωση του ασθενούς για τα χαρακτηριστικά της πάθησης και η κατάλληλη αντιμετώπιση αυτής.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ