Ο Άγιος Κασσιανός, ο Γεώργιος Βιζυηνός και ο Γιώργος Σεφέρης: Γνώρισαν άραγε το γιατί και πώς;

0
1534

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Ο χρόνος έχει 12 μήνες. Οι περισσότεροι από τους 12 (επτά στον αριθμό) Ιανουάριος, Μάρτιος, Μάιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Οκτώβριος και Δεκέμβριος έχουν από 31 μέρες. Οι υπόλοιποι τέσσερις μήνες με τις 30 μέρες (κατά μία λιγότερες από τις άλλες επτά), αντιστοιχούν στους μήνες Απρίλιο, Ιούνιο, Σεπτέμβριο και Νοέμβριο. Το άθροισμα των 11 αυτών μηνών αποδίδει 337 μέρες. Οι 337 μέρες δεν περιλαμβάνουν τον δεύτερο μήνα του χρόνου, το Φεβρουάριο με τις 28 μέρες στο κοινό έτος και τις 29 στα δίσεκτα έτη. Η διάρκεια των 28 ημερών του Φεβρουαρίου επαναλαμβάνεται όμοια τρεις φορές στα τρία συνεχόμενα χρόνια. Οι 29 ημέρες επανεμφανίζονται για μια φορά στα τέσσερα χρόνια και ρέουν πανομοιότυπα και αέναα.
Ο απλός λαός στις δύσκολες αλλαγές βρήκε μόνος του τη… «λύση». Ονόμασε τον μήνα της Υπαπαντής του Κυρίου Κουτσοφλέβαρο, Κουτσό, Μικρό, Φλιάρη, Φλεβάρη και Κούντουρο στα ποντιακά ως κοντό ή και λειψό έχοντας κατά νου τις λιγοστές μέρες του. Το όνομα Κούντουρος βγαίνει από την κοντή ουρά (λιγοστές ημέρες προς τη λήξη του) που τον φόρεσαν. Τον είπαν και Κουτσοφλέβαρο χωρίς να τον δει κανείς να κουτσαίνει. Ο κύκλος των ημερών του Φεβρουαρίου κλείνει στις 29 μέρες κάθε τέσσερα χρόνια. Η ονομαστική εορτή του Αγίου Κασσιανού τιμάται αντίστοιχα. Υπαίτιος της εξαίρεσης και αυτής της μοίρας θεωρήθηκε ο Κασσιανός.
Ο Κασσιανός βιογραφείται μεταξύ των άλλων, και ως ένας από τους σπουδαίους μοναχούς. Επιδόθηκε με όρεξη και ζήλο σε πολλά και διάφορα κοινωνικά έργα. Επισκέφθηκε, όσο ζούσε, την Αίγυπτο, τη Θηβαΐδα (αρχαίες Θήβες), τη Νιτρία, την περιφημότερη κοιλάδα προς τη Λιβυκή έρημο, στην οποία έχουν ασκητέψει 5000 μοναχοί. Ταξίδεψε στην Ασία, πήγε στην Καππαδοκία και έφθασε στον Πόντο. Ήρθε σε επικοινωνία με τα εκεί μοναστικά κέντρα. Γνωρίσθηκε στον Πόντο και με στην όμορη Καππαδοκία με πολλούς σημαίνοντες πατέρες της εκκλησίας. Γρήγορα η ζωή και το έργο του θαυμάσθηκε από πολλούς. Αγιοποιήθηκε ο Κασσιανός. Πέρασε στους παραδοσιακούς αγίους, ως και στο μύθο, δείγμα τελευταίο της κουλτούρας που ενστερνίσθηκε.
Πάνω που το άδικο περίσσεψε στον κόσμο, οι αδικούμενοι άγιοι (λέει ο μύθος), περίσσεψαν. Μια και δυο οι παραπονούμενοι άγιοι -πατέρες, πήγαν παρέα στο Θεό. Σύμφωνα με τις δια στόματος παραδόσεις, ο άγιος (Κασσιανός), που ανέπτυξε θέματα ενδιαφέροντα στο βιβλίο της ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ, μίλησε πρώτος στο Δημιουργό του σύμπαντος. Παραπονέθηκε στο Θεό εξ ονόματος όλων. Αναρωτήθηκε, γιατί οι άνθρωποι δεν προσφέρουν και στον ίδιο λατρευτικές προσφορές, όπως, π.χ., κάνουν με τον άγιο Νικόλαο; Άλαλοι έμειναν όσοι τον άκουσαν. Στην αναπάντεχη ησυχία και στο ίδιο χρονικό διάστημα που ακολούθησε μέχρι να καταλαγιάσει η έκπληξη των όσων παραβρέθηκαν, οι άγγελοι κινητοποιήθηκαν. Ανταποκρίθηκαν στην προτροπή που τους έγινε. Έφυγαν και γύρισαν. Παρουσίασαν μπροστά στα μάτια της άγιο – ομήγυρης τον άγιο Νικόλαο βρεγμένο και ταλαιπωρημένο. Τον βρήκαν να παλεύει με τα κύματα.
Τον έβγαλαν από τη θάλασσα λέγοντας, το πολύ χρησιμοποιούμενο «άγιε Νικόλα βόηθα». Τον ανέσυραν από την αγριεμένη θάλασσα, την ίδια ώρα που βοηθούσε θαλασσοδαρμένους να σωθούν από πνιγμό. Αμέσως μετά ο Κασσιανός ντυμένος στα χρυσά και στα καλά του ρούχα απολάμβανε τα φανταστικά επίχειρα από το λογύδριό του. Η σύγκριση έβγαζε στο φανερό την παραχωμένη ουρά του διαβόλου. Άλλαξε το «σκηνικό» άρδην! Ο Κασσιανός βρέθηκε τιμωρημένος. Η δική του εορτή Θα τελείται οριστικά στις 29 Φεβρουαρίου. Όχι κάθε χρόνο. Κάθε τέσσερα χρόνια . Το συμβάν πέρασε γρήγορα από στόμα σε στόμα σαν μεταδοτική ασθένεια.
Ο διηγηματογράφος, ποιητής και λαογράφος Γεώργιος Βιζυηνός (1879 – 1896), στη συλλογή των ποιημάτων του, ΑΤΘΙΔΕΣ ΑΥΡΑ σημειώνει μερικές, μικρές λεπτομέρειες. Μετά το γράψιμο της τελευταίας στροφής, διαβάζουμε: «Την περίεργο αυτή παράδοση τη χρωστώ εις την φιλίαν ενός των τελειοδιδάκτων της εν Χάλκη Θεολογικής Σχολής. Η δηκτική του ελληνικού λαού φαντασία, ίσως και υπερφίαλος φιλαστειότης αυτών των ηρώων μετέθεσαν εις τον ουρανόν τας συνήθεις σκηνάς ραδιοργούντος φθόνου και φιλοπρωτίας ανθρώπων».
Στο ποίημα που συνέθεσε ο ποιητής ο γεννημένος στη Βιζύη της Θράκης βάζει για τίτλο ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ, προσθέτοντας για τη διευκρίνιση, τον υπότιτλο: Δημώδης καλοκαιρινή παράδοσις. Παραθέτει ο Γεώργιος Βιζυηνός στις υποσημειώσεις του, τις απόψεις του. Τα καθέκαστα, όπως τα άκουσε, τον συγκινούν. Στιχουργεί και χτίζει επιτήδεια ένα μακροσκελές μυθοπλαστικό ποίημα με 69 στροφές. Από αυτό, επιλέγουμε μερικούς στίχους, όπως το αμέσως παρακάτω, που μπαίνει στην αρχή:
«Οι Άγιοι στον ουρανό
συνάχθησαν ένα πουρνό
μπρος του Θεού το δώμα.
Τακ, τουκ! Τη θύρα του χτυπούν.
Έχουνε κάτι να του πουν…
Μήπως κοιμάτ’ ακόμα;»
Οι στίχοι της παραπάνω ποιητικής συλλογής του Γεώργιου Βιζυηνού ανήκουν στο βιβλίο του με τα ποιήματα ΑΤΘΙΔΕΣ ΑΥΡΑΙ ο τίτλος του. Το ποίημα ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ανήκει στα περιεχόμενά του. Σχετίζεται ποιητικά με το μύθο που γεννήθηκε ταυτόχρονα με τα καθημερινά δρώμενα της ζωής του Κασσιανού: Πάνω που εκάθησαν όλοι στα θρονιά τους κι εβούτηξαν τη φρυγανιά στο ζεστό τσάι και το ήπιαν, εξελίχθηκαν αμέσως μετά οι διάλογοι. Καθώς όμως τα ωραία και τα μυστικά λέγονται πάντα γύρω από το τραπέζι, ο Πλάστης ρωτά. Γυρεύει να μάθει τα μαντάτα, αρχίζοντας από τους διακεκριμένους στο τραπέζι. Από τους αξιωματικούς ως συνδαιτυμόνες με τις κοκκώνες που τις συνοδεύουν. Δεν αγνοούνται και οι ζωγραφισμένοι φρουροί που κόφτουν δράκοντες κ’ εχθρούς στις εκκλησιαστικές εικόνες. Αλλά, ο Πλάστης κοιτά όλους βιαστικά. Το βλέμμα του στρέφεται και σταματά στον Άγιο-Γεώργιο. Τον ρωτά, καθώς γνωρίζει πως ο Καππαδόκης αγαπά τη συνομιλία και είναι πρόθυμος να δώσει στις απαντήσεις του, ακόμη και με στίχους:
«Τι νέα απ’ την Αθήνα;»
Αυτός, (ο μαγαλομάρτυρας, τροπαιοφόρος Γεώργιος) παρακολουθεί με το χέρι στο αυτί τους ήχους και απαντά στο μεγαλοδύναμο Θεό συνωμοτικά: « Τα ξεύρεις…εκείνα! Λέει και συνεχίζει… απαγγέλοντας:
Την μάν’ αυτοί, που τους γεννά
την ρουκανούν παντοτινά
σαν δένδρο τα σκουλούκια.
Και παίρνουν, γι άπειρα πουγγιά,
ελεημοσύν’ απ΄την Φραγγιά
κι’ απ’ την Τουρκιά- Χαστούκια!».
Στη σειρά των 69 στίχων οι παραπάνω στίχοι είναι περιεκτικοί σε νοήματα. Κατέχουν την 19η θέση στη σειρά των ποιημάτων. ΟΙ στίχοι δεν λέγονται αδιάφορα. Επομένως η απάντηση δεν μπορεί να είναι τυχαία. Αλλά ο ποιητής της Θράκης δεν περιορίζεται σε αυτόν τον στίχο. Τον προσπερνά. Τον κρύβει. Τελειώνει μπροστά από τρεις στίχους που αποδίδει την αντίδραση του Θεού, από όσα άκουσε. Απευθύνεται στον Άγιο Κασσιανό και του λέει:
«Α, ξεκουμπίσου μ’ απ’ εδώ!
Και άλλη μια να μη σε ιδώ
να τσαμπουνάς δω πέρα!
Γιατί δεν ευκαιρώ γι αυτά
τ’ ανόητά σου χορατά
κάθε στιγμή και μέρα.
Κι αν δεν σε παύω στην στιγμή
απ’ την Αγιωσύνη – Μη
το πης αξιά δική σου.
Αγιότη πούδωκε ο λαός,
δεν ημπορεί ούτ’ ο Θεός
να την επάρη πίσω».
» Για την αυθάδεια πλην αυτή,
σου μεταθέτω την γιορτή –
Τι μέρα σ’ έχω δώσει;
Φεβρουαρίου κοσεννιά:
Σε κάθε τέταρτη χρονιά-
Διά να βάλης γνώση!».
Ξεκάθαρο το συμπέρασμα, από ένα με πολλά νοήματα ποίημα, με τους πάμπολλους στίχους και τις πολλές ποιητικές στροφές. Όλους τους άλλους λόγους τους προσπερνούμε και όλες τις παραμέτρους τις αγνοούμε. Το κεντρικό νόημα που βγαίνει αποτυπώνεται στο συμπέρασμα. Το πολύστιχο ποίημα δε γράφηκε από τον Γεώργιο Βιζυηνό τυχαία. Και εμείς που διαβάσαμε το ποίημα και όσοι άλλοι θα το διαβάσουν μελλοντικά, θα διακρίνουν μέσα από τα πολλά και τα εμβόλιμα, κρυπτογραφημένη την αλήθεια. Το ποίημα δε γράφτηκε από το Γεώργιο Βιζυηνό για τον άγιο Κασσιανό. Η ποινή που αποδόθηκε στον ποιητή από κάποιο σημείο και πέρα δεν εξυπηρετεί το χρονικό συνταυτισμό, όσο και αν στο μύθο τα γεγονότα τρέφονται από τις συμπτώσεις. Ο ποιητής της Θράκης με την παιδική ψυχή, τη λυρική διάθεση, την αβρή μελαγχολία και τη βαθειά του απογοήτευση για τα δεινά του ελληνικού λαού δεν περιορίζεται στην έκθεσή τους. Το βαθύτερο πόνο του από τα μεγάλα εθνικά προβλήματα δεν τον απλώνει σε κοινή θέα μέσα στο μυθολογικό περίγραμμα. Το διατυπώνει με την καλύτερη δυνατή οικονομία λόγου και στον δέκατο ένατο στίχο εναποθέτει εμβόλιμα ανάμεσα στις 69 στροφές το εξάστιχο ποίημά του.
Μόνο που το λατινικό «τα γραπτά μένουν» μένει πεισματικά ίδιο και απαράλλακτο στους αιώνες. Ζει κα θα ζει στο ποίημα ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΎ που γράφτηκε το 1884. Ανελεύθεροι ήσαν οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδος του τότε « Των πέντε Θαλασσών και των τριών Ηπείρων». Περιορισμένοι στην από μέσα γραμμή των συνόρων οι νεώτεροι Έλληνες, ορίσθηκαν το 1924 να φυλάφουν Θερμοπύλες. Εζησε ο ελληνικός λαός για εκατό χρόνια το άδικο. Έγραψε στο πετσί του τον στίχο:
“Την μάν’ αυτή που τους γεννά
την ρουκανούν παντοτεινά,
σαν δένδρο τα σκουλούκια.
Και πέρνουν, γι άπειρα πουγγιά
Ελεομοσύν’ απ’ τη Φραγκιά
– κι απ’ την Τουρκιά -Χαστούκια!”.
Προσεκτικός ο Γεώργιος Βιζυηνός και με χίλιες προφυλάξεις παραχώνει αμέσως μετά από τον 18ο στίχο και τον 20ο, τον 19ο παραπάνω στίχο και μένει ήσυχος αγκαλιά με τη σιωπή. Αλλά, πάντα υπάρχει ένα αλλά. Όταν διασαλεύεται η τάξη από απίθανα όντα, όπως τα σκουλίκια, τι μέλει γενέσθαι; Είναι σίγουρο πως θα προκύψει το απίθανο…
Πέμπτη 1 Γενάρη 1959, (μπροστά από 61 χρόνια).
Ο Γιώργος Σεφέρης στις ημερολογιακές σημειώσεις του βιβλίου του Μέρες Ζ’, γράφει: «Ο Σ[αύρος] Παπασταύρου μού άφησε τ’ απόγευμα πρωτοχρονιάτικο δώρο, το βιβλίο του Γεώργιου Βιζυηνού. Το ξεφύλλισα το βράδυ.- Ελεημοσύνη απ’ τη φραγκιά, κι απ΄την Τουρκιά χαστούκια- έπειτα από τόσα και τόσα χρόνια δεν αλλάξαμε: Αλίμονο…”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here