Ο Γιώργος Κοτανίδης για την 21η Απριλίου

0
743

19 Απριλίου 1973- Σαν σήμερα με συνέλαβε η χούντα για πρώτη φορά. Το περιγράφω σ’ αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο μου “ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ, ΤΩΡΑ!”.
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ 19 Απριλίου 1973.

Μπήκα τρέχοντας σαν σίφουνας στο σπίτι της οδού Σεμέλης 5, ανέβηκα στον πρώτο όροφο και χτύπησα το κουδούνι του σπιτιού μου. Τα κλειδιά μου τα είχα δώσει λίγο πριν στο σύντροφο Σεραφείμ που τον είχε επιστρατεύσει η χούντα, για να πάει στο σπίτι με τη φίλη του το απόγευμα, όταν θα ήμουν στο θέατρο. Βρισκόταν έξω με άδεια και είχαμε πάει το πρωί με τον σ. Αλέξη να τον επισκεφθούμε στο σπίτι του αδελφού του κάπου στα Πατήσια για να μας ενημερώσει για την κατάσταση που επικρατούσε στο στρατό. Όλη την προηγούμενη νύχτα τριγυρνούσαμε με τον σύντροφο Λεκκό στα Γυμνάσια, τις τεχνικές σχολές και τα Πανεπιστήμια του Πειραιά και της Καλλιθέας, κάνοντας ρεπεράζ όπως λέμε στο σινεμά, εντοπίζοντας δηλαδή τα σημεία όπου θα ρίχναμε τις προκηρύξεις για να καταγγείλουμε την 6η επέτειο της χούντας. Ο Γιάννης ήρθε και με πήρε από το θέατρο και ως το πρωί είχαμε χαρτογραφήσει δεκάδες σχολές και σχολεία-στόχους όπου θα ρίχναμε την προκήρυξη που είχαμε ετοιμάζει στον πολύγραφο: ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΔΟΥΛΗ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΧΟΥΝΤΑ. Παίρναμε χίλιες προφυλάξεις για να βεβαιωθούμε ότι δεν μας έχει δει κάποιο μάτι αλλά κάθε τόσο, είχαμε την αίσθηση ότι κάποιος μας παρακολουθούσε. Μόλις όμως κάναμε κάποιο τεστ για να τσεκάρουμε αν όντως είναι κάποιος πίσω μας, βλέπαμε πως δεν υπήρχε κανείς. Παρ’ όλ’ αυτά, η αίσθηση της παρακολούθησης μας έμεινε ακόμη και όταν, ξημερώματα πια, κάτσαμε εξοντωμένοι στο Πασαλιμάνι να φάμε μια μακαρονάδα. Η δουλειά όμως είχε γίνει, είχαμε εντοπίσει όλα τα σημεία απ’ όπου την επόμενη το βράδυ, θα ρίχναμε τις προκυρήξεις.
Γύρισα στο σπίτι το πρωί, ξάπλωσα λίγο και μετά, άϋπνος σχεδόν, πήγα στο ραντεβού με τον Σεραφείμ ο οποίος μετά την ενημέρωση που μας έκανε μου ζήτησε τα κλειδιά για το σπίτι, εγώ του έφερα αντίρρηση γιατί το βράδυ θα πετάγαμε προκυρήξεις και ήταν επικίνδυνο. Ο σύντροφος Αλέξης μου έκανε κριτική και με παρότρυνε να του δώσω τα κλειδιά διότι ήταν φαντάρος τόσον καιρό και έπρεπε να γαμήσει. Αισθάνθηκα περίεργα γιατί από πλευράς οργανωτικής ήταν λάθος, παραβιάζαμε τους κανόνες συνομωτικότητας και σε άλλη περίπτωση ο Αλέξης θα μου έκανε την αντίθετη κριτική, πείσθηκα όμως και του τα έδωσα. Άλλωστε η παραβίαση γινόταν για να γαμήσει ο σύντροφος φαντάρος και τον θεωρούσαμε ιερό σκοπό. Ήταν πλέον μεσημέρι της 19ης Απριλίου 1973 όταν βρέθηκα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μου χωρίς κλειδιά και χτύπησα το κουδούνι περιμένοντας την Κατρίν να μου ανοίξει, θα πηγαίναμε σε οικογενειακό τραπέζι στης αδερφής μου, είχαν έρθει και οι γονείς μου από τη Θεσσαλονίκη.
Μόλις άνοιξε η πόρτα μπήκα κατευθείαν με τη φόρα που είχα αλλά είδα όλο το σπίτι άνω κάτω. Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν η Κατρίν αυτή που μου άνοιξε αλλά ένας ασφαλίτης με πολιτικά ενώ ένας άλλος μου κόλλησε το πιστόλι στη μούρη. Ο πρώτος με έψαξε πατόκορφα μήπως κρατάω κανένα σιδερικό και έβγαλε από την κωλότσεπη την ταυτότητά μου, παλιά συνήθεια να την βάζω εκεί.
«Είναι ο Κοτανίδης.»
«Καλώς τον.» Απάντησε ο άλλος με το πιστόλι πάντα στη μούρη μου.
Για μια στιγμή, που αντιπροσωπεύει μια αιωνιότητα γιατί δε θα σβήσει ποτέ από τη μνήμη μου, ο χρόνος σταμάτησε, ξέρω είναι κλισέ αυτές οι εκφράσεις αλλά δεν υπάρχουν άλλα λόγια. Ένοιωσα ένα περίεργο πάγωμα και είπα μέσα μου «Ώστε αυτό ήταν;» Χρόνια τώρα, από τη στιγμή που οργανώθηκα και δούλευα παράνομα, φανταζόμουν το ενδεχόμενο μιας σύλληψης. Πως θα μπορούσε να είναι μια τέτοια στιγμή, αν με έπιαναν επ’ αυτοφώρω όταν πέταγα προκυρήξεις, ή σε κάποια μυστική συνεδρίαση όπου θα μπορούσαν να μπουκάρουν και να μας πιάσουν όλους. Έβλεπα στον ύπνο μου όνειρα με κυνηγητά και καταδιώξεις από τους μπάτσους, ένα βράδυ είδα ότι ήμουν σε μια βάρκα και με κυνηγούσαν ασφαλίτες με άλλες βάρκες και μου ρίχνανε, κι’ εγώ βούτηξα στο νερό για να γλυτώσω και ανέπνεα με καλάμι, όπως ο μικρός Βιετναμέζος Φο-μι-τσιν στο τραγούδι του Διονύση. Όλα αυτά με έκαναν να προσέχω περισσότερο και να προετοιμάζομαι για το ενδεχόμενο μιας σύλληψης, αλλά όση προετοιμασία και να κάνεις, τη γαμημένη στιγμή που σε πιάνουνε για πρώτη φορά, παγώνεις κι’ αυτό το πάγωμα κρατάει για πάντα. Είναι η στιγμή που νοιώθεις ότι κάτι στη ζωή σου αλλάζει ανεπανόρθωτα, η στιγμή που παύεις να είσαι ένα άτομο που δουλεύει παράνομα αλλά έχει μια κανονική κοινωνική ζωή, και γίνεσαι ένας συγκεκριμένος και επώνυμος στόχος του καταπιεστικού μηχανισμού και μπαίνεις σε απρόβλεπτες περιπέτειες. Για τα καθάρματα της εξουσίας γίνεσαι ένας ακόμη κομμουνιστής-εαμοβούλγαρος-εκδοροσφαγεύς όπως αποκαλούσε τους αριστερούς σύσσωμη η δεξιά μετά τον εμφύλιο. Ήμουν πλέον αιχμάλωτος των χουντικών, στα χέρια της φημισμένης για τα βασανιστήρια Εθνικής Ασφάλειας και ο φόβος είχε αρχίσει να με πολιορκεί. Ταυτόχρονα όμως, σαν αντίρροπη κίνηση, άρχισε μέσα μου να ζωντανεύει και ένα άλλο συναίσθημα, ότι με τη σύλληψή μου έχω την τιμή να συγκαταλέγομαι κι’ εγώ ανάμεσα στους τόσους και τόσους εκλεκτούς –αριστερούς κυρίως αλλά όχι μόνον- που συλλαμβάνονται επειδή αγωνίζονται για τις ιδέες τους, για έναν καλύτερο κόσμο, για την δημοκρατία, για την επανάσταση που θα εξάλειφε την αδικία και θα άλλαζε τον κόσμο προς το καλύτερο. Αυτό το αίσθημα με γέμιζε δύναμη, έδιωχνε μακριά το φόβο και με όπλισε με την επιθυμία να αντέξω.
«Καλώς τον.» Επανέλαβε ο οπλοφόρος. «Τα χέρια ψηλά!»

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Γιώργου Κοτανίδη, «ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ, ΤΩΡΑ!», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here