Ρωμανός ο Μελωδός

ΟΛΟΨΥΧΑ ΔΟΣΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΥΜΩΝ Οι υμνογράφοι της Μ. Εβδομάδας

0
101

Της Νόρας Κωνσταντινίδου

Ο Ρωμανός ο Μελωδός αναφέρεται από το σύνολο των Πατέρων της εκκλησίας ως ο μεγαλύτερος από τους εκκλησιαστικούς ποιητές και ο σημαντικότερος από όσους έγραψαν στην ελληνική γλώσσα κατά τη βυζαντινή περίοδο. Χαρακτηρίσθηκε ως ο Πίνδαρος της εκκλησιαστικής υμνογραφίας. Απέσπασαν δε οι ύμνοι του τον απεριόριστο θαυμασμό του σοφού μελετητή της Βυζαντινής Λογοτεχνίας Κάρολου Κρουμπάχερ (Krumbacher). Η αξιολόγησή του διαβάζεται στη φράση του: «ο μέγιστος των εκκλησιαστικών ποιητών πάντων των αιώνων».
Ο Ρωμανός γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας. Από νεαρή ηλικία και στο διάστημα που διετέλεσε διάκονος στο ναό της Αναστάσεως στη Βηρυτό, συνδέθηκε με τους εκκλησιαστικούς πατέρες, οι οποίοι είχαν την ελληνική γλώσσα στο στόμα και τη γραφίδα τους μπολιασμένη με το ε λ λ η ν ι κ ό ς, (ιδιότητα δεν έχει η ανθρωπότητα τιμιότερα) .
Ενήλικας χειροτονήθηκε κληρικός κι ενώ η φήμη του διαδόθηκε παντού, ο ίδιος επέλεξε ως τόπο διαμονής τη βασιλίδα των Πόλεων, εγκαταλείποντας τη γενέτειρά του. Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στα χρόνια που αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Αναστάσιος ο Α’ και προσηλώθηκε στη μνήμη της Παναγίας, υπηρετώντας τη χάρη της στη φερώνυμη μονή της.
Η ημερομηνία της γέννησης του Ρωμανού του Μελωδού δεν είναι γνωστή. Σύμφωνα με τις ημερολογιακές καταγραμμένες δράσεις του, έζησε τον 6ο αιώνα. Ο ίδιος περιγράφει τις εμπειρίες του από τους σεισμούς που έζησε το 552 και 555. Την από Θεού δωρεά της σύνταξης των κοντακίων, την έλαβε σε ενύπνιο, κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας των Χριστουγέννων, οπότε και συνέταξε το πρώτο από τους γνωστότερους ύμνους του. Λέγεται πως, όταν ξύπνησε, ανέβηκε στον άμβωνα και έψαλλε «εμμελώς» το γνωστό σε όλους σήμερα, Κοντάκιο:
Η Παρθένος σήμερον
τον υπερούσιον τίκτει
και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω                                                                             προσάγει…

Επομένως και όπως γράφεται στο συναξάρι, η αρχή της ποιητικής έμπνευσης του Ρωμανού συνδέεται με την εορτή των Χριστουγέννων. «Το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί» γράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Θεοχάρης Δετοράκης, «δεν είναι ο Θεός, που γίνεται άνθρωπος, ο υψηλός βασιλιάς, που εκούσια περιβάλλεται την έσχατη πενία και την ταπείνωση, για να τελεστεί το μυστήριο της θείας οικονομίας, αλλά η Θεοτόκος». Η κόρη η αθώα του Ιωακείμ και της Άννας με τη διαμεσολάβηση του Θεού επιλέγεται να αποβεί άσπιλος Μητέρα.
Το γεγονός της άγνοιας της Παναγίας, για όσα θαυμαστά συμβαίνουν με τη Γέννηση του Χριστού, συγκινεί. Η Θεοτόκος είναι ανυποψίαστη ως προς την ύψιστη τιμή που της αποδόθηκε. Έκπληκτη βεβαιώνεται από τους Μάγους, όταν ήρθαν να προσκυνήσουν το νεογέννητο βρέφος, πως τους έφερε στη Βηθλεέμ, το γεγονός της Γέννησης του υιού του Θεού.
Ο Ρωμανός ο Μελωδός έγραψε, συνέθεσε και μελοποίησε χίλια περίπου κοντάκια. Γι αυτό, δε χαρακτηρίσθηκε τυχαία πρωτοκορυφαίος της βυζαντινής υμνογραφίας, αλλά δίκαια και εμπράγματα, διότι το περισπούδαστο έργο του, οδηγήθηκε από χάρη που εκπορεύτηκε από το θείο πνεύμα. Επιτήδεια, βαθυστόχαστα και ιδιαίτερα έντεχνα έβαλε στο στόμα της Θεοτόκου την πανανθρώπινη οιμωγή της Μάνας, η οποία βλέπει πάνω στο Σταυρό τον υιό της και ολοφύρεται με τα λόγια:

Ουκ ήλπιζον, τέκνον
εν τούτοις ιδείν σε,
ουδ’ επίστευον ποτέ
ως είδον τους ανόμους
εκμανέντας
χείρας αδίκως.
έτι γαρ τα βρέφη
τούτων κράζει Ωσαννά,
ευλογημένος…

Και τίνος ουν χάριν
επράχθη το χείρον;
Πως το φως μου σβέννυται
τω σταυρώ προσπήγνυται
ο υιός και Θεός μου.

Ένα μεγάλο μέρος ιστορικών από εκείνους που μελετούν το κεφάλαιο των υμνογράφων του Βυζαντίου, υποστηρίζουν πως ο Ρωμανός ο Μελωδός ήταν εκείνος που καθιέρωσε το υμνογραφικό είδος των κοντακίων. Από το κοντάκιό της Μ. Δευτέρας παραθέτουμε ένα μέρος.

Οι το στάδιον των νηστειών
πανσόφως διανύσαντες
και την έναρξιν του πάθους του Κυρίου
εν πόθω ποιούμενοι.
Δείτε πάντες οι αδελφοί την
του σώφρονος αγίαν
Ιωσήφ σπουδήν ζηλώσωμεν .
της δε συκής την ακαρπίαν
φοβηθέντες,
των παθών ξηράνωμεν
δι’ ελεημοσύνης την ηδύτητα
ίνα και την έγερσιν
ενθύμως προφθάσαντες,
ως μύρα κομισώμεθα
εξ’ ύψους την συγχώρησιν,
ότι πάντα εφορά
τον ακοίμητον όμμα.

Στον ύμνο του με τίτλο Εις την Σταύρωσιν εξακολουθεί ο ποιητικός λόγος του να απαυγάζει φως, έστω κι αν όπως φαίνεται, γράφτηκε στα βαθιά του γεράματα:

Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα,
τι καθεύδεις ;
Το τέλος εγγίζει, και μέλλεις θορυβείσθαι.
Ανάνηψον ουν, ίνα φείσηταί σου
ο Χριστός ο Θεός,
ο πανταχού παρών και τα πάντα
πληρών.

Η εκκλησία, τον έχει ανακηρύξει όσιο. Η μνήμη του τιμάται την πρώτη ημέρα του Οκτωβρίου με τον παρακάτω εύγλωττο ύμνο:

Τις ασίγητον στόμα
κτησάμενος ευφημήσει
την θείαν διδασκαλίαν
Ρωμανού του θεορρήτορος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here