Στα σύνορά μας κυματίζει καμαρωτά η ελληνική σημαία η γαλανόλευκη

0
2072

Της Νόρας Κωνσταντινίδου


 

 

Η περιγραφή της κοινότητας Περιθωρίου στην περιοχή του Κάτω Νευροκοπίου δεν διαφέρει σε πολλά από τον τυπικό σχεδιασμό των οικισμών σε όλη την Ελλάδα, όπως είναι γνωστό. Στο κέντρο του χωριού: Η εκκλησία, η Κοινότητα, το σχολείο και το οίκημα του αγροτικού συνεταιρισμού. Παραδίπλα σε ένα πάρκο το μνημείο των «αδίκως εκτελεσθέντων», πρεσβεύει το πολύ ειπωμένο πως και το τελευταίο χωριό στην ελληνική ύπαιθρο έχει τους από πόλεμο νεκρούς του, τους ήρωες του, γι’ αυτό και διαθέτει το μνημείο του, σύμβολο των ηρώων του. Στη συνέχεια του μνημείου βρίσκεται το μοναδικό καφενείο με την πολλαπλή χρήση του: Παντοπωλείο, κουρείο, φαρμακείο, με το υποτυπώδες ταχυδρομείο, όπου η επιστολή διαβάζεται με τον καφέ στο χέρι. Επιθυμία του καφεπώλη.
Το καφενείο ήταν ιδιοκτησία του Λευτέρη Λευκόπουλου. Ελευθέριος ήταν το όνομά του, τον φώναζαν όμως Λευτέρη. Ίσως και να τον παρομοίαζαν με τα πουλιά που πετούσαν λεύτερα στην πανέμορφη φύση του χωριού. Ήθελα πολύ να τον γνωρίσω. Όταν επιτέλους τον αντάμωσα στο χωριό του, τον βρήκα να κάθεται μπροστά στην πόρτα του καφενείου του. Η γενικότερη εικόνα του ανταποκρινόταν σ’ αυτήν που έπλασα με τη φαντασία μου. Κοντός, αθλητικός, ευκίνητος, αρρενωπός, φτυστός παλαιστής. Το χαμόγελό του βρήκε μόνιμη θέση στα χείλη του. Η βαθυγάλαζη ματιά του τίμια και καθαρή άνοιγε δρόμο στην εξοικείωση. Στη συνάντησή μας, μετά τις τυπικές χειραψίες, τους χαιρετισμούς και τις συστάσεις, το θέμα που μ’ έφερε στο χωριό του μπήκε στην κουβέντα μας:
– Θα ήθελα πολύ, κύριε Λευτέρη, και σε παρακαλώ γι’ αυτό, να μου ανοίξεις την καρδιά σου. Γνωρίζω, πως ο διάλογος δεν γίνεται εύκολος όταν η μεταξύ των ανθρώπων γνωριμία είναι ολιγόλεπτος. Αλλά, σε παρακαλώ, χρωστάμε κι εσύ κι εγώ –όλοι μας θα έλεγα– μια απάντηση στην ιστορία. Για χάρη της ήρθα στο χωριό σου για να μιλήσουμε.
– Δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Πρώτα, γιατί με παρακαλείς δυο φορές κι έπειτα γιατί είσαι επισκέπτης στο χωριό μας και οι επιθυμίες των ξένων είναι πάντα σεβαστές στον τόπο μας. Ύστερα βρίσκεσαι στο καφενείο μου, που είναι και σπίτι μου. Σε θεωρώ φίλο, φιλοξενούμενό μου καλύτερα. Αρμόζει σ’ εμένα να σ’ ευχαριστήσω με την θέλησή μου. Όσο για τους αγώνες που λες, δεν έκανα τίποτε περισσότερο από το καθήκον μου.
– Σε ευχαριστώ, μου δίνεις όλα τα εχέγγυα να πιστέψω σ’ εσένα και τις επιλογές μου, είπα κι ετοιμάσθηκα. Έβγαλα το τετράδιό μου και πήρα το μολύβι μου.
– Δεν θα σου διηγηθώ πολλά. Πριν όμως ακούσεις τα καθέκαστα, είπε προκαταβολικά ο Λευτέρης, θέλω να σου πω κάτι: Όλοι οι Έλληνες αντίσταση προβάλαμε. Στη δική μου περίπτωση βοήθησε και η καρυδιά. Η καρυδιά μας, φίλε, έχει τα χρονάκια της. Τη φύτεψα με τα χεράκια μου νέος για να κληρονομήσω, όπως λένε οι γεροντότεροι στο χωριό, τη μακροζωία της. Όπως βλέπεις, δεν με απογοήτευσε. Μαζί μεγαλώνουμε. Αντάμα βιώνουμε τις χαρές και τις λύπες του χωριού. Αν βρεθείς στην κορυφή της καρυδιάς, θα απολαύσεις τη θέα όλου του λεκανοπεδίου του Κάτω Νευροκοπίου. Αν πάλι αντίστοιχα βρεθείς στο κέντρο του οροπεδίου, την καρυδιά πάλι θα δεις. Έτσι, δεν άργησα να επιλέξω αυτό το δέντρο για ιστό στη σημαία μας. Τα πρωινά και καθημερινά ανέβαινα στο ψηλότερο κλαδί. Εκεί ψηλά ύψωνα το ιερό σύμβολό μας. Την ατένιζαν οι χωρικοί και καμάρωναν. Τα βράδια κατέβαζα μόνο το ασπρογάλαζο πανί μας από τον ιστό της.
– Παράτολμες ενέργειες. Τα κλαδιά της καρυδιάς σπάζουν εύκολα. Είσαι τυχερός, φαίνεται. Διαφορετικά έπαιζες τη ζωή σου «κορώνα – γράμματα».
– Δεν διαλέγουμε τις εύκολες λύσεις για τη σημαία μας.
– Σοφός ο λόγος σου.
– Δεν ξέρω αν είναι σοφός, μα έτσι σκέπτομαι. Η σημαία είναι το σύμβολο μας, όπως είπα. Είναι ιδέα, είναι η ίδια η πατρίδα. Στον πόλεμο με τους Ιταλούς τις πρώτες νίκες του στρατού μας εδώ στα σύνορά μας κάτω από την καρυδιά που έφερνε στην κορυφή της τη σημαία μας τις γιορτάσαμε. Εδώ έγινε το γιορτάσι. Εδώ χορέψαμε, εδώ γλεντήσαμε, εδώ κλάψαμε από εθνική περηφάνια. Αλλά κι εδώ στη συνέχεια πονέσαμε. Με την εισβολή των Γερμανών και την ήττα, με τα μάτια μας είδαμε τους βαθμοφόρους του Γ’ Ράιχ να αποδίδουν τιμές στους νεκρούς μας που υπερασπίστηκαν τα Οχυρά. Γιατί αναγνώρισαν την ηρωική αντίσταση του Έλληνα στρατιώτη. Έντρομοι διαπίστωσαν τη μεγάλη αντοχή των Οχυρών. Κανένα από αυτά δεν έπεσε! Όχι γιατί ήταν μόνο άφαντα, αλλά γιατί οι φαντάροι μας βγήκαν από τις κρυψώνες τους. Στάθηκαν αψηφώντας το θάνατο απέναντι στα τανκς. Δυστυχώς η συνθηκολόγηση υπογράφηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου 1941. Η χώρα μας ακαριαία πέρασε στην τριπλή Κατοχή: Γερμανών, Ιταλών, Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι πήραν στα σοβαρά τον ρόλο του κατακτητή, παρόλο που δεν τους δόθηκε καμία ιδιαίτερη εξουσία. «Ούτε συνεργάτες δεν τους λογάριασαν οι Γερμανοί, ούτε βλέμματα οικειότητας δεν τους χάρισαν. Αυτοβούλως πίστευαν σε ανύπαρκτα προνόμια. Έκαναν έρευνες στα σπίτια. Ξεσπίτωσαν νοικοκυραίους. Υπέταξαν αγροικίες κι υποστατικά. Νέκρωσαν τις καμπάνες κι έβαλαν φραγή στις εκκλησίες μας. Έκλεισαν τα σχολεία μας. Στην αυλή του δικού μας σχολείου, όπου ο πανύψηλος επίσημος ιστός, κρέμασαν τη βουλγαρική σημαία, όπως και στο κοινοτικό κατάστημα. Μια ολόκληρη μέρα τις βουλγάρικες σημαίες ανύψωναν παντού. Τελικά κατέληξαν στο καφενείο μου. Αφού μπήκαν και βγήκαν σαν αδιαμφισβήτητοι νοικοκυραίοι, κι ως κατ’ επίφαση «νικητές», στο τέλος πέρασαν στις φοβέρες. Πανέτοιμοι, όπως ήταν για το κακό, δεν είχαν αναστολές.
– Το υποθέτω.
– Δεν χρειάζεται μεγάλη σκέψη. Μόλις ξόδεψαν όλες τις αγριάδες τους οι τρεις οπλισμένοι Βούλγαροι, κάπως ηρέμησαν. Κάθισαν στις καρέκλες του καφενείου κι εγώ τους έφερα καφέδες. Κι ενώ εκείνοι ρουφούσαν το καφεδάκι τους, εγώ φούσκωνα από υπερηφάνεια. Καμάρωνα, όπως και η σημαία μας κυμάτιζε πάνω από τα κεφάλια τους. Πάλονταν στου ουρανού το διάσελο «ελεύθερη». Μπορεί και να «γελούσε», αν οι σημαίες γελούν στα καμώματα που φέρνει η στιγμή. Οι Βούλγαροι ήταν υπό της σημαίας μας.
– Είναι δυνατόν; Τυφλοί ήταν;
– Όχι. Αλλά, έκρυβαν τη σημαία μας τα πυκνά φύλλα της καρυδιάς. Δεν άκουσες να λένε «σκιά καρυδιάς»; Χαμπάρι δεν πήραν, αδελφέ μου. Περίγελοι έγιναν. Πέντε μέρες κράτησε η κωμωδία. Ύστερα την είδαν. Χάλασε ο κόσμος. Φωνές, φασαρία. Ερωτήσεις, ανακρίσεις. Έκαναν τα πάντα για να ξεπλύνουν την ντροπή. Ήρθαν εδώ οργανωμένοι κι οπλισμένοι. Όπως ήταν επόμενο, η προσοχή τους έπεσε πάνω μου. Μάταια βάλθηκα να τους εξηγήσω τα ανεξήγητα. Πήρα όλο το βάρος επάνω μου. Έτρεμαν τα σωθικά μου μήπως αθώοι άνθρωποι πληρώσουν με τη ζωή τους το τίμημα της δικής μου πατριωτικής έξαρσης. Κάποια στιγμή πρόσεξα πως τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στον δρόμο. Κατάλαβα. Περίμεναν τον ανώτερό τους για τα περεταίρω. Εν τω μεταξύ, άρχισαν να μαζεύουν όσα γυναικόπαιδα βρήκαν γύρω τους. Τα έκλεισαν στο καφενείο μου, μαζί και τη γυναίκα μου.
– Γιατί δεν ζήτησες να κατεβάσεις εσύ τη σημαία; ρώτησα.
– Γιατί πλέον δεν μου είχαν καμία εμπιστοσύνη. Το μόνο που πραγματικά επιθυμούσα εκείνη τη στιγμή ήταν να με ξεπαστρέψουν. Υπολογίζω να με ήθελαν ζωντανό ώσπου να έρθει ο βαθμοφόρος. Το πιθανότερο ήταν να μας οδηγήσουν σε ομαδική εκτέλεση, όπως συνήθιζαν. Ήταν η τακτική των Γερμανών που συνέπιπτε με την επιδίωξη των Βουλγάρων. Ωστόσο, φίλε μου, από τους Βαλκανικούς πολέμους γνωρίζαμε πως οι Βούλγαροι διέθεταν «αξιόμαχο στρατό». Κι όμως, εκείνη την ημέρα δεν ήταν σε θέση να κατεβάσουν τη σημαία μας από τη καρυδιά. Τα κλαδιά της έσπαζαν στην πρώτη άτσαλη πατημασιά τους. Ο πρώτος που ανέβηκε παραπάτησε. Πριν πέσει κρατήθηκε από ένα κλαδί. Ο δεύτερος, αφού τον ταλάνισε το κλαδί πάνω στο οποίο πάτησε (σαν να ήταν από λάστιχο) τον πέταξε μπροστά στα πόδια μου. Βόγκηξε ο άνθρωπος. Ο τρίτος έφτασε ψηλότερα, κοντά στη σημαία. Πριν την αγγίξει, δεν πάτησε στη γνωστή μου διχάλα, αλλά πάνω στο λιγνό κλαδάκι. Βρέθηκε άξαφνα στο έδαφος. Έσπασε πολλά κλαδιά στο πέρασμά του. Δέχθηκε πολλές γρατσουνιές. Εκτός από αυτές, ράγισε χέρια, πόδια. Σε λίγο εμφανίστηκε ο Βούλγαρος βαθμοφόρος που περίμεναν. Με αυστηρότερο το ύφος του με διέταξαν να κατεβάσω τη σημαία. Σαν ζουλάπι σκαρφάλωσα ως την κορυφή. Το σπασμένο κλαδί με δυσκόλεψε κάπως. Πάτησα στη διχάλα, όπως το συνήθιζα. Έλυσα τα κορδόνια της σημαία μας. Την πήρα στα χέρια μου. Τη δίπλωσα, την αγκάλιασα. Της έδωσα το φιλί του αποχωρισμού. Έκανα τα πρώτα βήματα για το κατέβασμα. Διέκρινα τους ένστολους γύρω από τον τραυματία τους. Σκυμμένοι πάνω στο σώμα του παρατηρούσαν τις κακώσεις του. Η στιγμή ήταν κατάλληλη. Κατέβηκα παρακάτω. Πήδησα στο έδαφος. Έβγαλα το τσακμάκι μου και χωρίς να με δουν καλά – καλά, «έκαψα» τη…
– Έκαψες τη σημαία μας; Ρώτησα με δέος.
– Όχι, δεν την έκαψα. Δεν είμαι τρελός. Έκαψα την ποδιά μου με τη σιρμαγιά της μέρας στην τσέπη μου. Αυτή με «πρόδωσε». Ο Βούλγαρος επιτελάρχης, μόλις απομάκρυναν τον τραυματία, εξαγριωμένος, δεν ήξερε πού να διοχετεύσει την οργή του. Πλησίασε τα αποκαΐδια. Η πόδια μου σιγόκαιγε ακόμη. Ο στρατιωτικός δεν ικανοποιήθηκε από το όλο θέαμα της καύσης. Ήθελε να πάρει την εκδίκησή του. Μαζί και να ταπεινώσει το ελληνικό έμβλημα. Ανέβηκε πάνω στην τέφρα με τις αρβύλες του. Ποδοπάτησε τη στάχτη με μανία, με τον νου του στη «σημαία» μας. Αλλά οι σόλες στις αρβύλες του σε επαφή με τα κέρματα του έδωσαν το σήμα. Κλώτσησε τη στάχτη. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε τι έγινε. Ποιος είδε τον Χάρο με τα μάτια του και δεν φοβήθηκε; Φοβήθηκα αλλά δεν λιποψύχησα. Η σημαία μας πάνω από τα κεραμίδια του καφενείου μου, διπλωμένη, όπως την πέταξα, μου έδινε το θάρρος.
– Έχω μια απορία και σε παρακαλώ να πάρω μια απάντηση…
– Δεν θα σου απατήσω, έστω κι αν χρησιμοποιήσεις όλου του κόσμου τα παρακαλώ. Οι θυσίες για την πατρίδα ντρέπονται, όταν μιλούμε γι’ αυτές. Σκέψου το αυτό. Το αποτέλεσμα είναι αυτ. Επέζησα και ένα ολόκληρο χωριό ζει και καμαρώνει την ωραιότερη σημαία στον κόσμο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ