Υπαίθριοι και πλανόδιοι μικροπωλητές

0
2215
Ο υπαίθριος μικροπωλητής Κυριάκος Ιορδανίδης (δεξιά) από τη Σαμψούντα, μπροστά στον πάγκο ψιλικών, απέναντι από το σημερινό στρατόπεδο Παπαργύρη (δεκαετία του ’30). Τη δεκαετία του ’50 άνοιξε κατάστημα ψιλικών στη διασταύρωση των οδών 19ης Μαΐου και Βενιζέλου, το οποίο πέρασε στον γιο του Στάθη, απ’ όπου και η γνωστή στους Δραμινούς εδώ και δεκαετίες ονομασία του καταστήματος. Συλλογή Στάθη Ιορδανίδη

Αφιέρωμα των «Χ» στην Εκατονταετηρίδα 1922-2022, κάθε Δευτέρα


 

 

Γεωργία Μπακάλη – Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Στη Δράμα του Μεσοπολέμου έβλεπε κανείς παντού πλανόδιους και υπαίθριους μικροπωλητές. Το πλανόδιο μικρεμπόριο –σε αυτοσχέδιους πάγκους ή καροτσάκια, σε πανέρια ή κοφίνια– δεν απαιτούσε κεφάλαια ή τραπεζικά δάνεια. Όμως δεν εξασφάλιζε πάντα τον επιούσιο.

Ο Παναγιώτης Σατσής, πλανόδιος πραματευτής, από το Μπογιαλίκι της Ανατολικής Ρωμυλίας. Το κάρο λειτουργούσε ως κινητό «κατάστημα νεωτερισμών» και ψιλικών με το οποίο εφοδίαζε τις προσφυγικές συνοικίες της πόλης και τα γύρω χωριά. Εδώ, αμέσως μετά από την καθημερινή «γύρα», στην ισόγεια αποθήκη του σπιτιού του, τέλη της δεκαετίας του ’20.
Συλλογή Φώτη Μπέγγα

Πλανόδιοι και υπαίθριοι μικροπωλητές υπήρχαν βέβαια και πριν από την Ανταλλαγή, αλλά στη δεκαετία 1922-1932 είχαν αυξηθεί δραματικά. H πιο χαρακτηριστική εικόνα του κέντρου της πόλης και των γύρω χώρων ήταν τα πολυάριθμα αυτοσχέδια μικρά παραπήγματα των προσφύγων. «Παράγκες μικρεμπόρων εστήθησαν και μέσα εις τον χείμαρρον ακόμη» [σημερινό επικαλυμμένο τσάι Μοναστηρακίου] (Μακεδονία, 27-11-1927). Το θέαμα του ασφυκτικού συνωστισμού, με πρόχειρα παραπήγματα μικροπωλητών, σε συνδυασμό με τα σκουπίδια που συσσώρευαν ήταν θέμα καθημερινών διαμαρτυριών και τριβών. Κάθε φορά που η αστυνομία επιχειρούσε να τους απομακρύνει, οι θιγόμενοι βιοπαλαιστές αντιδρούσαν. Τοπικές εφημερίδες σε σχετικά δημοσιεύματα συμπαραστέκονταν στους μικροπωλητές, ζητώντας «Να μην παρενοχλούν δια ψύλλου πήδημα τους φτωχούς εκείνους υπαίθριους μικροπωλητάς […] δια να μη μεταβληθούν οι άνθρωποι αυτοί εις κλέπτας και λωποδύτας δια να διαθρέψουν τας οικογενείας των. Ας αφεθούν λοιπόν ελεύθεροι να βγάλουν εντίμως τον επιούσιόν των». (Θάρρος, 22.06.1931)

Βγαλμένη θαρρείς από ταινία αλλοτινής εποχής. Η κεντρική Πλατεία της πόλης μας πριν από περίπου 100 χρόνια. Η Δράμα δεν ήταν μόνο η πόλη των πανδοχείων και των καπναποθηκών. Ήταν προπάντων η πόλη των αγορών και των υπαίθριων παζαριών. Η Πλατεία ιδεώδης τόπος για υπαίθριους πωλητές. Λογής λογής πραματευτάδες έχουν στήσει απ’ το πρωί την πραμάτεια τους, προϊόντα της δραμινής γης, χρηστικά αντικείμενα και άλλα είδη, δημιουργώντας ένα καλοστημένο σκηνικό.
Αρχείο Στράτου Κασμερίδη

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και ενώ η οικονομική κρίση σοβούσε στην πόλη, οι άνθρωποι αυτοί –«όχι βιοπαλαίοντες αλλά ψωμοπαλαίοντες»–, περιήλθαν σε ακόμη δεινότερη θέση, όταν υποχρεώθηκαν να καταβάλουν φόρους για τη λήψη άδειας.
Τον περιορισμό του πλανόδιου εμπορίου ζητούσαν εμπορευόμενοι που διέθεταν καταστήματα, είτε ήταν γηγενείς είτε πρόσφυγες. Τη δεκαετία προπάντων του ’30, ο υπερεπαγγελματισμός, η γενικότερη δυσμενής οικονομική κατάσταση λόγω της καπνικής κρίσης, η έλλειψη θέσεων εργασίας, η απουσία βιομηχανικών μονάδων στην πόλη αλλά και οι περιορισμένες δυνατότητες στην ύπαιθρο προκαλούσαν σε ένα μέρος του πληθυσμού πρόβλημα επιβίωσης.

 

Ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου (αριστερά), από τη Σαμψούντα, σε υπαίθριο παζάρι, με το μικρό σεργκί του, στο οποίο εκθέτει την πραμάτεια του, υφάσματα και «είδη προικός» (1943).
Συλλογή Ποπίας Παπαθεοδώρου

Ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου δημιούργησε δεύτερο κατάστημα στην Προσοτσάνη, απ’ όπου με δύο αυτοκίνητα περιερχόταν τα γύρω χωριά πουλώντας την πραμάτεια του.
Φωτογραφία Ποπίας Παπαθεοδώρου

 

Ο εμπορικός σφυγμός της πόλης: Ζωηρός και ποικιλότροπα γραφικός

Δε ξεύρω άλλη επαρχιακή πόλι που να σφύζει από ζωή και κίνησι όσο η Δράμα. Τη ζωντανή εικόνα της κινήσεως αυτής την βλέπει κανείς στην πολυθόρυβη και πολύμορφη εκδήλωσι κάθε Δευτέρας που γίνεται το τοπικό μας πανηγύρι. Τότε η Δράμα παρουσιάζει όψη μυρμηκοφωλιάς ή κυψέλης με πολυσύνθετη μορφή εργασίας και χιλιάδες κόσμος, λαός και… στρατός κινείται ο καθένας στον τομέα του […] Από πολύ πρωί ο πυρετός της αγοράς αρχίζει να ανεβαίνει […] Άνοιγμα των μαγαζιών, έκθεσις και τακτοποίησις των ειδών, κατάληψις θέσεως εις τα πεζοδρόμια και τις όχθες του ρεύματος από το μικρεμπόριον του ποδαριού κυκλοφορία αραμπάδων, κάρρων, χειροκινήτων αμαξών, πλανόδιοι ψιλικατζήδες, κουλουράδες, καπνοπώλαι, κούρντισμα φωνογράφων, τοποθέτησις βροντοφώνων κηρύκων στις πόρτες των καταστημάτων, όπως γίνεται στους κινηματογράφους των μεγαλουπόλεων, γενική προετοιμασία προς υποδοχήν των αναμενομένων χωρικών. Αυτά μέσα στην πόλι. Εις την περί την Δράμαν ύπαιθρον, άλλη εικών γραφικωτέρα και πιο ζωντανή εξελίσσεται. Στον κάμπο, στις πλαγιές, στα βουνά διαγράφονται πυκναί φάλαγγες χωρικών που έρχονται να ευλογήσουν την αγοράν μας […] Όλες αυτές οι μάζες με τις γραφικές μακεδονικές, προσφυγικές ή σαρακατσανέϊκες ενδυμασίες, φορτωμένες από προϊόντα, βούτυρα, μαλλιά, λαχανικά, καρύδια, γιαούρτες κλπ. Εισβάλλουν στη Δράμα και η εμπορική… μάχη αρχίζει […] Η Δράμα τότε μετατρέπεται σε Δημοπρατήριο. Φωνές, παζαρέματα, τρεξίματα.
(Νίκος Ακρίτας, Θάρρος, 21.11.1933)

 

 


(Το αφιέρωμα αυτό στην “Εκατονταετηρίδα” γίνεται σε συνεργασία με την ιστοσελίδα Πύλη της Δράμας ή pylidramas.gr, με παράλληλη δημοσίευση)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ