Υψόμετρο και αρτηριακή πίεση μύθοι και αλήθειες

του Αχιλλέα Παπαδόπουλου, Ειδικού Καρδιολόγου

0
162

Συνήθως έχουμε μάθει να εκτιμάμε και να μιλάμε για την αρτηριακή πίεση σε χαμηλά υψόμετρα, στον επίπεδο της θάλασσας. Έτσι διαχωρίζουμε τους ασθενείς σε νορμοτασικούς, δηλαδή ανθρώπους που επιτυγχάνουν να έχουν φυσιολογική πίεση, και υπερτασικούς, ανάλογα με προκαθορισμένα όρια που είναι το 140mmHg (14) για τη μεγάλη πίεση και 90mmHg (9) για τη μικρή πίεση. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι στα «ορεινά» τα φυσιολογικά ή παθολογικά όρια της αρτηριακής πίεσης είναι διαφορετικά από ότι στα «πεδινά». Είναι όμως κοινή αντίληψη, ότι όσο ανεβαίνουμε από το επίπεδο της θάλασσας σε μεγαλύτερα υψόμετρα, τόσο η μεγάλη και η μικρή πίεση αυξάνονται σε σχέση με τις τιμές που είχε το ίδιο πρόσωπο πριν ανέβει σε κάποιο υψόμετρο. Αυτό συμβαίνει επειδή, όταν ανεβαίνουμε σε υψόμετρο, μειώνεται η ατμοσφαιρική πίεση του αέρα, ο αέρας γίνεται λιγότερο πυκνός και άρα το οξυγόνο του γίνεται λιγότερο. Η σχετική αυτή ένδεια σε οξυγόνο με την αύξηση του υψόμετρου συνδυάζεται με αύξηση των κατεχολαμινών και της πυκνότητας του αίματος και, αντίθετα, μείωση του ποσού του αίματος (κατά 20-25%) που η καρδιά στέλνει στον υπόλοιπο οργανισμό (καρδιακή παροχή), επειδή έχει μειωθεί ο όγκος αίματος λόγω αφυδάτωσης. Όλα τα παραπάνω, μαζί με την αύξηση των αναπνοών και τη μείωση του διοξειδίου του άνθρακα στους πνεύμονες, οδηγούν στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Παρά ταύτα, ένας άνθρωπος που διαμένει για αρκετές μέρες σε υψόμετρο προσαρμόζεται και με την πάροδο του χρόνου η αρτηριακή του πίεση σιγά-σιγά μειώνεται. Ο χρόνος της προσαρμογής ποικίλλει από πρόσωπο σε πρόσωπο και φαίνεται να εξαρτάται από γενετικούς και επιπρόσθετους παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής (επίπεδο φυσικής δραστηριότητας, φύλο, ηλικία, πρόσληψη άλατος, σωματικό βάρος) και το περιβάλλον του υψομέτρου (θερμοκρασία, επίπεδο υγρασίας ). Με άλλα λόγια, κάθε οργανισμός αντιδρά διαφορετικά στο υψόμετρο, τόσο όσον αφορά στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης με την άνοδο στο υψόμετρο, όσο και με τη σταδιακή της μείωση με την παραμονή του στο υψόμετρο, κατά τη φάση της προσαρμογής.
Σημαντικός παράγοντας που επιδρά στην αύξηση της πίεσης είναι και το υψόμετρο αυτό καθεαυτό. Σε υψόμετρο πάνω από 2000 μέτρα η προσαρμογή του καρδιαγγειακού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της αρτηριακής πίεσης, είναι διαφορετική και περισσότερο απότομη σε σχέση με χαμηλότερα ύψη. Η διαφοροποίηση αυτή επιτάσσει ειδικές οδηγίες για αναβάσεις άνω των 2.000 μέτρων, τόσο σε πρόσωπα χωρίς παθολογία, όσο και σε πρόσωπα που πάσχουν από κάποια καρδιακή νόσο. Σε μερικούς μάλιστα, ανάβαση σε μέτρια ή μεγάλα υψόμετρα (2.000-3.500 μέτρα ή ψηλότερα αντιστοίχως) μπορεί να καθίσταται απαγορευτική.
Τα παραπάνω στοιχεία μας επιτρέπουν να κάνουμε επιπρόσθετες επισημάνσεις, με δεδομένο ότι στη χώρα μας αναβάσεις πάνω από 2.000 μέτρα είναι σπάνιες. Πρώτον, κάποιος που δεν πάσχει από υπέρταση ή άλλη καρδιαγγειακή νόσο και κάνει ανάβαση σε μικρό υψόμετρο, κάτω των 2.000 μέτρων, δεν αναμένεται να έχει σημαντικές μεταβολές στα επίπεδα της αρτηριακής του πίεσης. Σε ένα πρόσωπο με γνωστή υπέρταση, θα πρέπει να επιτυγχάνεται καλός έλεγχος της αρτηριακής του πίεσης πριν την ολιγοήμερη εκδρομή σε υψόμετρο κάτω των 2.000 μέτρων. Επιπρόσθετη οδηγία είναι να προστατεύεται από το ψύχος, καθώς 150 μέτρα ανόδου συνοδεύεται συνήθως με μείωση κατά 1 βαθμό κελσίου της θερμοκρασίας, να καταναλώνει λίγο αλάτι (όχι άναλος δίαιτα), να ενυδατώνεται καλά, και να ακολουθεί την ίδια φαρμακευτική αγωγή όπως και στο επίπεδο της θάλασσας. Συνιστάται εξάλλου να γίνεται τακτικά μέτρηση της αρτηριακής πίεσης τις πρώτες 2-3 ημέρες στο υψόμετρο που τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή. Σε περίπτωση που η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται, η επικοινωνία με το θεράποντα ιατρό είναι απαραίτητη, επειδή είναι πιθανή η παροδική ρύθμιση της θεραπείας. Φάρμακα που έχουν προτεραιότητα στο υψόμετρο είναι τα λεγόμενα «φάρμακα του άξονα» και οι β-αναστολείς. Η παρατήρηση ότι μετά κάποιες εβδομάδες παραμονής στο υψόμετρο η αρτηριακή πίεση μειώνεται, ενδέχεται να αναπροσαρμόσει εκ νέου τη φαρμακευτική αγωγή. Σε κάθε περίπτωση, ο υπερτασικός, μετά την επιστροφή του στο επίπεδο της θάλασσας, θα πρέπει να ακολουθήσει, όπως πριν την άνοδο του στο υψόμετρο.
Οι μόνιμοι κάτοικοι ορεινών χωριών, π.χ. κάτοικοι οικισμών των Άνδεων στη Νότιο Αμερική, έχουν συνήθως επίπεδα αρτηριακής πίεσης μικρότερα σε σχέση με τους κατοίκους χαμηλών υψομέτρων και είναι λιγότερο ευεπίφοροι στην ανάπτυξη υπέρτασης προϊούσης της ηλικίας. Το παράδοξο αυτό φαινόμενο, εκτός της προσαρμογής σε μεγάλο ύψος, οφείλεται στην καλύτερη σωματική δραστηριότητα και στην μειωμένη συχνότητα παχυσαρκίας των εν λόγω πληθυσμών. Επίσης, οι κάτοικοι οικισμών του Θιβέτ αναπτύσσουν μεγαλύτερα επίπεδα αρτηριακής πίεσης, όταν μεταναστεύσουν από οικισμούς μεγάλου υψόμετρου σε άλλους χαμηλότερων, με πιο πιθανή εξήγηση ξανά τη μεταβολή του τρόπου ζωής. Στην ελληνική επικράτεια σε μικρό υψόμετρο, 1.000-2.000 μ., οι μόνιμοι κάτοικοι έχουν επίπεδα πίεσης χαμηλότερα από όσο ανάλογης ηλικίας κάτοικοι που ζουν στο επίπεδο της θάλασσας και επιπρόσθετα το προσδόκιμο επιβίωσης των ορεσίβιων είναι μεγαλύτερο σε σχέση με τους κατοίκους πεδινών περιοχών. Τέλος, οι υπερτασικοί σε ορεινούς πληθυσμούς ελέγχουν την αρτηριακή τους πίεση με λιγότερα αντιυπερτασικά φάρμακα σε σχέση με τους υπερτασικούς πεδινών πληθυσμών.
Τελευταία σειρά παρατηρήσεων για τη συσχέτιση αρτηριακής πίεσης και υψόμετρου προέρχεται από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Πολλοί «Σοβιετικοί» συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η ανάβαση στο υψόμετρο υπό προϋποθέσεις μπορεί να έχει αντιυπερτασική δράση. Σε μικρό υψόμετρο, περίπου 1.000-1.600 μ., η παραμονή για κάποιες μέρες, ένα μήνα, μειώνει τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης. Στις χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ, ή εν λόγω παρατήρηση είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί τουρισμός στο υψόμετρο για θεραπευτικούς σκοπούς. Το βασικό επιχείρημα των ερευνητών είναι ότι η περιοδική έκθεση σε μικρό υψόμετρο είναι μέσο κινητοποίησης αντιοξειδωτικών και ανοσολογικών μηχανισμών με ευμενείς επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση, σε αντιδιαστολή με την έκθεση σε μεγάλο υψόμετρο, άνω των 3.000μ., ανθρώπων που ζουν μόνιμα σε πεδινές περιοχές. Το φαινόμενο της περιοδικής μετάβασης στο υψόμετρο λαμβάνει το όνομα «διαλείπουσα υποξία», δηλαδή 3-4μήνες στο επίπεδο της θάλασσας υπό φυσιολογικό οξυγόνο, μετά την ανάβαση για ένα μήνα σε μικρό υψόμετρο υπό καθεστώς υποξίας και ξανά επιστροφή στο επίπεδο της θάλασσας. Αυτή η περιοδικότητα αποτελεί το «μυστικό» κατά τους πρώην Σοβιετικούς ερευνητές για την παρατεταμένη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Βέβαια, σαφώς επισημαίνουμε ότι οι παρατηρήσεις των «Σοβιετικών» διατυπώνονται σχεδόν αποκλειστικά στη ρώσικη γλώσσα και άρα η σαφής μεθοδολογία της «θεραπευτικής» αυτή πρακτικής δεν είναι εύκολο να ελεγχθεί επιστημονικά ως προς την ορθότητά της.
Μέσω του παρόντος άρθρου παρουσιάσαμε ότι η συσχέτιση υψόμετρου και αρτηριακής πίεσης είναι σύνθετη. Το μέγεθος του υψόμετρου και η συχνότητα μετάβασης στο μεγάλο στο μεγάλο ύψος είναι βασικοί παράγοντες που διέπουν τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για την οριοθέτηση σαφών συστάσεων της αντιμετώπισης των υπερτασικών σε υψόμετρο. φαίνεται όμως ότι οι μόνιμοι κάτοικοι σε μικρό υψόμετρο, όπως των ορεινών χωριών της ελληνικής επικράτειας, καθώς και η περιοδική μετάβαση σε ανάλογα υψόμετρα είναι ευεργετική για την αρτηριακή πίεση. Οι ασθενείς με υπέρταση και λοιπά καρδιολογικά προβλήματα είναι σκόπιμο να συμβουλεύονται τους ιατρούς τους για την ασφαλέστερη μετάβαση σε ορεινούς προορισμούς. Εκδρομείς για προορισμούς σε υψόμετρο άνω των 2.000 μ. χρειάζονται ιατρική συμβουλή και ως προς την υπέρταση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here