Η γυναίκα στον Πόντο

0
1135

Του Βασίλη Γ. Χατζηθεοδωρίδη


 

B’ ΜΕΡΟΣ

(Διαβάστε το Α’ Μέρος εδώ)

 

Στο λαϊκό ποίημα του Μονόγιαννε γίνεται λόγος για τους ρόλους της πεθεράς, της μάνας, της καλής, της κόρης, της νύφης και των αδελφών. Ενδεικτικό απόσπασμα παρμένο από τον Ηλία Υφαντίδη:

E… πεθερά, ε… πεθερά, χουλιάρ’ νερόν, εκάγα!
– Την πεθερά σ’ μη λες ατο, πε’ ατο τον Γιάννεν.
– Ε… Γιάννε μ’ και Μονόγιαννε μ’, χουλιάρ’ νερόν, εκάγα!
Κι ο Γιάννες, ο Μονόγιαννες, ο μαναχόν ο Γιάννες,
ο Γιάννες επεπίρνιξεν και ’ς σο πεγάδ’ επήεν,…
– Άφ’σε με δράκε, άφ’σε με, άφ’σε με ναι θερίον,
πάω ελέπω τη μάνα μου, έρχουμαι κι εσύ φά’ με.
– Αρ’ άμε, άμε Γιάννε μου, άμε κι αγλήγορα έλα.
πήγεν ο Γιάννες κι έργεψεν κι ο δράκον εθερέθεν,…
– Παρακαλώ σε δράκε μου, Θεού παρακαλίας,
ας πάω ελέπω τ’ ορφανά, διατάχκουμαι την κάλη μ’…
κι απ’ έμπρου πάει η κάλη ατ’, χρυσοκαβαλαρέα,
κατακαρδών’ τον Γιάννεν ατ’ς και φοβερίζ’ τον δράκον:
Κόρ’ απ’ εμέν ’κ’ εντρέπεσαι; Απ’ εμέν’ ’κί φο’άσαι;
– Απ’ εσέν ξάι ’κ’ εντρέπουμαι, απ’ εσέν ’κί φο’ούμαι.
– ’Σ σον Θ’ό σ’, ’ς σον Θ’ό σ’ ναι κόρασον, τα γοναικά σ’ απ’ όθεν;!
– Ο κύρη μ’ απ’ τους ουρανούς, η μάνα μ’ απ’ τα νέφια,
τ’ αδέλφια μ’ ’στράφνε και βροντούν κι εγώ γριλεύω δράκους!
– Καθώς και λες, ναι κόρασον, άμε κι απ’ όθεν έρθες,
ας έν’ ο Γιάννες χάρισμα σ’, έπαρ’ τον κι άμε δέβα.
ας έν’ ο Γιάννες αδελφό μ’ κι η κάλη ατ’ η νύφε μ’,
του Γιάννε τα μικρότερα ας είν’ γυναικαδέλφια μ’.»

Γλωσσάρι
1. διπλοθάλαμος: έγκυος ετοιμόγεννη
2. επεπίρνιξεν: έφυγε βιαστικά
3. εθερέθεν: θέριεψε,
4. διατάχκουμαι (από το αρχ. διατάσσω, ορίζω): 1. Ορίζω, προστάζω, 2. Δίνω οδηγίες, καθοδηγώ,
5. κατακαρδών’ (κατακαρδώνω) < από την πρόθ. κατά και το ουσ. καρδία: Δίνω θάρρος, ενθαρρύνω
6. γριλεύω, από το τουρκ. kırılmak: Αφανίζω, καταστρέφω.

 

Στο γεφύρι της Τρίχας ο πρωτομάστορας προτιμά να θυσιάσει τη γυναίκα του παρά τ’ αδέλφια του: «Αν δίγω σε τ’ αδέλφα μου, άλλ’ αδελφόπα’ κ’ έχω».
Η γυναίκα του τον καταριέται: «Άμον ντο τρομάζ’νε τα γόνατα μ’, να τρομάζ’ το γεφύρι σ’». Μόλις όμως μαθαίνει πως έχει κι αυτή αδέλφια στην ξενιτιά, μετανιώνει και ζητάει να είναι το γεφύρι στερεό σαν τα γόνατά της.
Η Πλατεία Ωρολογιού της Σαμψούντας, η Ότκαγια, το Σαλτούχ, το Τσιγγίρ Οϊμα, το Τσοπού Τερέ, το ρέμα του Καβάκ, το Ελμά Τσοχούρ, τα Κούνακα μαζί με πολλά άλλα είναι θυσιαστήρια σύμβολα της βαρβαρότητας των Νεοτούρκων και είναι Ζάλλογγα της πρόσφατης ιστορίας του Πόντου.
Όταν οι γυναίκες του Πόντου πρωτοβρέθηκαν στη μεγάλη πατρίδα των ονείρων, την Ελλάδα, φαινόταν στη συντριπτική τους πλειονότητα πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι ήταν. Δεν φορούσαν ανοιχτόχρωμα ρούχα. Το πένθος για τους πάρα πολλούς ανθρώπους τους που έχασαν κι ο πόνος σκούραιναν και την ψυχή και τα ρούχα τους. Η μάνα που έχασε γονείς, αδέλφια και παιδιά, έβαψε σκούρα ακόμα και τα μωρουδιακά του εγγονού της. Μετά τα είκοσι πέντε τους οι μάνες φαίνονταν γριές. Κοκκαλιάρες, ρυτιδιασμένες, δαρμένες από τον ήλιο και τον άνεμο, γερμένες από το βάρος της οδύνης, του πόνου και του κάματου, παρέπεμπαν σε σκιές του Άδη! Μόνο η ψυχή έμενε, επέμενε και καρτερούσε με πείσμα στην κορυφή των αξιών. Να υπάρχει, να ζει κανείς, ό,τι κι αν είναι, όποιος κι αν είναι, απ’ όπου κι αν είναι..!
Τυπικό παράδειγμα η μάνα μου, η Κυριακή, η 23χρονη (όταν ήρθε το καλοκαίρι του 1923) κόρη του Ηλία Παντζαρίδη, του ψαρά -όπως έλεγε η ίδια- από την περιοχή της αρχαίας Θεμίσκυρας, στις όχθες του ποταμού Θερμόδοντα, τη χώρα των Αμαζώνων. Ισχνή, ιέρεια, κιβωτός, ψυχή, βωμός και θυσιαστήριο μαζί της οικογένειας.
Φορούσε πάντα μαύρα ρούχα και τα μακριά δεμένα πίσω μαλλιά της, σκέπαζε μαύρο λινό ή μάλλινο τσεμπέρι.
Από το φθινόπωρο του 1916 που εγκατέλειψε μαζί με τους συγχωριανούς της το φλεγόμενο χωριό της στην πατρίδα, ως την προηγούμενη της επιβίβασής της στο πλοίο για την «πατρίδα των ονείρων», έζησε στα βουνά της ορεινής επαρχίας Αμισού του Πόντου με τους αντάρτες και τις αντάρτισσες.
Κι εδώ, στη νέα πατρίδα, αθόρυβη, αεικίνητη ανθρωπομηχανή. Δούλευε και μοιρολογούσε πολύ, κοιμόταν και έτρωγε λίγο και έκλαιγε, έκλαιγε κρυφά. Δεν τη θυμάμαι άρρωστη στο κρεβάτι, παρά μόνο τον τελευταίο χρόνο της ζωής της. Όλο τον άλλο καιρό κοιμόταν τελευταία και ξυπνούσε πρώτη. Δεν ξάπλωνε ποτέ, αν δεν έμπαινε τα βράδια και τις νύχτες και ο τελευταίος της οικογένειας στο σπίτι, όσο αργά κι αν ήταν. Κάθε νύχτα, προτού κοιμηθεί, έβγαινε στο τσαρδάκι, αφουγκραζόταν τα ζώα στο στάβλο, έριχνε μια ματιά γύρω στην αυλή, έμπαινε μέσα, σκέπαζε καλά τα παιδιά της, έσβηνε τη γκαζόλαμπα κι έπεφτε να ξεκουράσει λίγες ώρες το ταλαίπωρο κορμί της. Και το πρωί πάλι πρώτη στο πόδι. Αυτή και ο μισός ρόδινος δίσκος του ήλιου που πρόβαλλε πάνω στην καταπράσινη οροσειρά της Ανατολής και φώτιζε το παράθυρο.
Έστρωνε το τραπέζι και μας περιποιόταν. Και για να μη χάνεται ο χρόνος που δεν της έφτανε ποτέ, μπάλωνε ή έπλεκε, αντί να κάθεται ν’ απολαμβάνει τα παιδιά της, στα κενά της περιποίησής μας.
Επτά περίπου χρόνια, κυνηγημένη στα βουνά του Πόντου, αποδεκατίστηκε η οικογένειά της. Θυμόταν τις καλές μέρες της οικογενειακής τους ζωής μέχρι τα δεκατρία της χρόνια. Τότε που την έπαιρνε μαζί του ο πατέρας της στο ψάρεμα, στο ποτάμι και φέρνανε οκάδες ψάρια στο σπίτι. Θυμόταν και τα πολλά χρόνια που έλειψε μετά τη σφαγή των Αρμενίων του χωριού της. Τον πήραν τότε οι Τούρκοι στα θανατηφόρα τάγματα εργασίας, τα αμελέ ταμπουρού, και πολλά χρόνια δεν ήρθε με άδεια στα παιδιά του. Τον σκότωσαν στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του το 1922.
Σχεδόν καθημερινά ψιθύριζε «ανά μ’ γιοκ, μπαμπά μ’ γιοκ…» και μοιρολογούσε. Ήταν τα τελευταία λόγια της δεκάχρονης αδελφής της Σοφίας. Αυτό θα έλεγε στους τζανταρμάδες και τους στρατιώτες που θα την εύρισκαν μέσα στο δάσος από στιγμή σε στιγμή, ανήμπορη να φύγει λόγω του πυρετού που την έψηνε.
Εκεί έχασε και τον πρώτο της άνδρα και τα δύο της παιδιά νηπιακής ηλικίας.
Στο χωριό ήρθε με τον ένδεκα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό της Λάζαρο, με τη γυναίκα του. Γρήγορα σχετικά έμαθαν πως και ο 10χρονος αδελφός της ο Θεοχάρης βρέθηκε σε ειδική σχολή απροστάτευτων παιδιών στην Κέρκυρα. Στις σφαγές στον Πόντο, τον βρήκαν χαμένο στους δρόμους Αρμένιοι. Τον έκρυψαν μαζί με τους εαυτούς τους σ’ ένα μικρό κατεστραμμένο ελληνικό χωριό. Ήταν κι αυτός ένα από τα χιλιάδες παιδιά, τα αφημένα στους πέντε δρόμους, σκορπισμένα μέσα στην καταιγίδα της συμφοράς, που τα περιμάζεψε η Αμερικανική Αποστολή της Νίαρ Ιστ στην Τουρκία. Και άλλα οδήγησε στην Αμερική και άλλα στην Ελλάδα.
Στο χωριό δεν υπήρχε φως και δίκτυο ύδρευσης πριν από το 1970.
Από την άνοιξη του 1941, θυμάμαι τη μάνα μου με το ζυγό, το ζυγόν στους ώμους, να μεταφέρει δύο κουβάδες νερό 20 περίπου κιλών, αγκιστρωμένους σε δύο γάντζους κρεμασμένους με κοντές αλυσίδες στις άκρες του ζυγού, από τη μοναδική βρύση που την ένωνε ένας λασπόδρομος τριακοσίων περίπου μέτρων με το σπίτι μας. Με τον ίδιο ξύλινο ζυγό κουβαλούσε πολύ συχνά και στα χωράφια το δοχείο με το φαγητό του μεσημεριού κρεμασμένο από τη μία μεριά και τον κουβά με το φρέσκο νερό από την άλλη.
Ζύμωνε στη μεγάλη ξύλινη σκάφη τα μεσάνυχτα, στο φως της γκαζόλαμπας ή του φεγγαριού και φούρνιζε το χάραμα, στους φούρνους της γειτονιάς, πάντα μέσα σε μαύρα λαμαρινένια, τετράγωνα, ή ορθογώνια δανεικά ταψιά, για να μη λείπει την άλλη μέρα από τη δουλειά στα χωράφια και τους μπαξέδες.
Στις μεγάλες βαρυχειμωνιές τις χιονοσκέπαστες, συνέχιζε την ίδια τακτική, γιατί την ημέρα παστάλιαζε καπνά, έπλενε, μαγείρευε, μπάλωνε και έπλεκε μάλλινα. Δεν θυμάμαι ούτε μία φορά να μην κάνει την προσευχή της πρωί και βράδυ, εκτός από τα σταυροκοπήματα τρεις φορές την ημέρα, πριν το φαγητό: «Κύριε, Ιησού Χριστέ μ’ σ’ όνομα σ’!» και μετά το βραδινό: «Χριστέ και Πανιΐα μ’, εφάσετε μας κ’ οσήμερον! Οπουρνά πα εχ’ ο Θεόν!». Κάθε φορά που μάθαινε κάτι πολύ δυσάρεστο, σήκωνε τα χέρια στον ουρανό, σταυροκοπιόταν κ’ έλεγε: «Πάναϊα μ’, γουρπάν σ’ όνομα σ’! Όλον τον κόσμον βοήθα κ’ εμάς πα μ’ ανασπάλτς!».
Αγόραζε κάθε καλοκαίρι ένα κομμάτι κερί. Πρόπολη το έλεγε. Το φύλαγε πίσω από το εικονοστάσι. Δεν φαινόταν. Όταν όμως πήγαινα να προσευχηθώ, μύριζε κερί, χωρίς να υπάρχει κάπου αναμμένο κερί. Μια Κυριακή κάθε καλοκαίρι, ετοίμαζε τα κεριά της οικογένειας για όλο το χρόνο. Άναβε φωτιά στην αυλή, έβαζε επάνω τη μεγάλη τριγωνική πυροστιά και έλιωνε το κερί σε χαμηλή φωτιά. Έκοβε άσπρες κλωστές του ενός μέτρου, στο πάχος σαν αυτή που μπουρλιάζαμε τα καπνά και την περνούσε μ’ ένα ξύλινο μικρό δίχαλο τεντωμένη μέσα στο λιωμένο κερί πολλές φορές για ν’ αποκτήσει το πάχος του κεριού που ήθελε, τις κρεμούσε σε σκιά να στεγνώσουν και τέλος τις έκοβε σε μέγεθος κεριού.
Ήταν αμαρτία να ξεκουραστεί. Έπρεπε να κάνει πάντα κάποια από τις ξεκούραστες δουλειές, όπως τις έλεγε. Και ήταν πάρα πολλές, ίσως περισσότερες και από τις κουραστικές. Προ πάντων στους χαλεπούς καιρούς, η ποδιά της έκλεβε μόνιμα και σταθερά την προσοχή των παιδιών της. Τη θεωρούσα μία μικροσκοπική κινητή αποθήκη τροφίμων. Πάντα είχε κάτι φαγώσιμο, αν ήταν διπλωμένη στη ζώνη της. Λειτουργούσε σαν μία προέκταση του μπιμπερό για πολλά χρόνια. Μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη μας οι ελάχιστες αλλά συγκλονιστικές φορές που την περιμέναμε και ήρθε με ξεδίπλωτη ποδιά.
Μετά την τρίτη τάξη γυμνασίου την έβλεπα μόνο Πάσχα και καλοκαίρι. Στις διακοπές των Χριστουγέννων δεν πηγαίναμε στο χωριό, από φόβο μην αποκλειστούμε από τα χιόνια στο χωριό και χάσουμε μαθήματα. Και όταν πήρα το πτυχίο μου από την Ακαδημία Μυτιλήνης στις 2 Ιουλίου και στις 11 έπρεπε να είχα παρουσιαστεί στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως της Κορίνθου και πήγα στο χωριό, κατά την αναχώρησή μου, η μάνα μου έκλαιγε. Μ’ ακολούθησε ως την άκρη του Νέστου. Πολύ την παρακάλεσα να γυρίσει πίσω. Εκεί σταμάτησα και ακούμπησα στη γη τη βαλίτσα μου. Μ’ αγκάλιασε άλλη μία φορά σφιχτά, με φίλησε και στάθηκε ακίνητη σαν άγαλμα. Συνέχιζε να με κοιτάζει ώσπου χάθηκα μέσα στα δέντρα του στενού μονοπατιού. Πόνεσα πολύ!
Ήταν η ενσάρκωση της αγάπης, της εγκαρτέρησης, της υπομονής, της σύνεσης, της πίστης, της αγιότητας, χωρίς υπερβολή.
Είχε τα γράμματα και τους εγγράμματους ανθρώπους σε πολύ μεγάλη εκτίμηση. Υποκλινόταν σ’ όσους κατάφερναν να βλέπουν τα σταματημένα στη σειρά «μαύρα μυρμήκας», όπως έλεγε, πάνω στο χαρτί και να λένε λόγια, λόγια, λόγια, τα περισσότερα άγνωστα γι’ αυτήν, αλλά σίγουρα θαυμαστά.
Από τότε που έβαλε στη μπουγάδα με το σταχτόνερο την αστυνομική ταυτότητα του πατέρα μας και κάτι άλλα χρειαζούμενα χαρτιά της Αγροτικής Τράπεζας, χτυπιόταν κι έκλαιγε για πολύ καιρό, κρυφά και φανερά και βλαστημούσε τη μοίρα της, που την άφησε «ξύλον απελέκητον». Φύλαγε σαν τα μάτια της κάθε χαρτάκι που βρισκόταν μέσα στο σπίτι και την αυλή. Και με την πρώτη ευκαιρία, χαμηλόφωνα και κάπως ένοχα, το έδειχνε στο πρώτο αγόρι του σπιτιού που εύρισκε μπροστά της.
Τα γράμματα ήταν το φως κι εκείνη ζούσε «’σην σκοτίαν».

Μάνα, αστείρευτη πηγή
στης ερημιάς τα σπλάχνα,
ουράνιο τόξο στη ζωή,
ζωής κι αγάπης άχνα.

 

Θα ήταν άδικο να μη μνημονεύσουμε τη σύγχρονη γυναίκα που, πέρα από το ιερό καθήκον του θηλασμού των βρεφών, ανταγωνίζεται επάξια τον άνδρα, σε όλα χωρίς εξαίρεση τα επαγγέλματα, ακόμα και στα Σώματα Ασφαλείας και τις Ένοπλες Δυνάμεις, στις επιστήμες, τις τέχνες και τον πολιτισμό.
Αυτές οι γυναίκες, κόρες, αδελφές, μάνες, γιαγιάδες και προγιαγάδες είναι και μάνες των προσφύγων της ηλικίας μου και γιαγιάδες πολλών από σας και θα παραμείνουν για τους επερχόμενους, μοιρολόγι, θύμηση, δέηση, θρήνος, λιβάνι και θυμίαμα. Κι εκείνες που το γενοκτόνο χέρι του Νεότουρκου άφησε εκεί στις αλησμόνητες πατρίδες, θα μείνουν για πάντα το στεριωμένο γεφύρι που θα ενώνει το τότε με το τώρα και το πάντα.

 

 

Βιβλιογραφία
-Βαλαβάνης Γεώργιος, Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου, Κυριακίδη 1986. Φωτομηχανική ανατύπωση από την πρώτη έκδοση του 1925.
-Δραγούμης Νικόλαος, Ιστορικές αναμνήσεις. Ερμής. Αθήνα 1973, τομ. Α’.
-Ιωαννίδης Σάββας, Ιστορία και στατιστική της Τραπεζούντας και της γύρω περιοχής. Και στοιχεία για την εκεί ελληνικήν γλώσσαν, εν Κωνσταντινουπόλει 1870, Κυριακίδης.
-Μπρους Κλαρκ, Δυο φορές ξένος, Ποταμός 2007.
-Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ποντίων Εκπαιδευτικών, Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου, Κυριακίδη 2006.
-Ποντιακή Εστία (περιοδικό), τόμοι 14, Κυριακίδη 2010.
-Ποντιακά Φύλλα (περιοδικό) τόμοι 2, Κυριακίδη 2009.
-Πρακτικά 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών, με τίτλο «Ο ποντιακός ελληνισμός και η παιδεία του-παρελθόν, παρόν, μέλλον, Θεσσαλονική 2006.
-Ροδάκης Περικλής, Η Ιστορία του Πόντου τ. 2, Γόρδιος 2004.
-Τζανακάρης Βασίλης, Δακρυσμένη Μικρασία, 1912-1922, Μεταίχμιο 2007.
-Τζανακάρης Βασίλης, Στο όνομα της προσφυγιάς, Μεταίχμιο 2009.
-Φωτιάδης Κων/νος, -Ηλιάδου-Τάκου Σοφία, Η παιδεία στον Πόντο 1682-1922
-Χρονικά του Πόντου (περιοδικό) τόμος Α΄, 1943-1954.

(Δράμα, 24.6.2022)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ